Ο Κώδικας Δικηγόρων και οι κανόνες άσκησης της δικηγορίας
Τι λέει το έγγραφο
Τι ρυθμίζει
- Ο ν. 4194/2013 είναι ο Κώδικας Δικηγόρων.
- Ο Κώδικας ρυθμίζει τη δικηγορική ιδιότητα, την άσκηση και τις εξετάσεις, τον διορισμό και την εξέλιξη των δικηγόρων, τις αμοιβές, τους δικηγορικούς συλλόγους και την πειθαρχική ευθύνη.
Βασικές διατάξεις
- Ο δικηγόρος εκπροσωπεί και υπερασπίζεται τον εντολέα του, παρέχει νομικές συμβουλές και συμμετέχει σε θεσμοθετημένα όργανα.
- Η δικηγορική ιδιότητα αποκτάται με εγγραφή στο μητρώο δικηγορικού συλλόγου.
- Η άσκηση του υποψήφιου δικηγόρου διαρκεί 18 μήνες.
- Ο πανελλήνιος διαγωνισμός υποψήφιων δικηγόρων γίνεται γραπτώς 2 φορές τον χρόνο, τον Απρίλιο και τον Οκτώβριο.
- Η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία με τον εντολέα του.
- Οι δικηγορικοί σύλλογοι είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
- Ο Κώδικας προβλέπει πειθαρχικές ποινές από σύσταση και επίπληξη έως προσωρινή ή οριστική παύση.
Πλαίσιο
- Ο Κώδικας τον Κώδικα περί Δικηγόρων που είχε κυρωθεί με το ν.δ. 3026/1954.
Ημερομηνίες ισχύος
- από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως — Έναρξη ισχύος του νόμου
- 1 Ιανουαρίου 2014 — Εφαρμογή των διατάξεων για τις εξετάσεις των υποψήφιων δικηγόρων σε όσους εγγράφονται στα σχετικά βιβλία ασκουμένων
- 1 Ιανουαρίου 2015 — Έναρξη ισχύος ειδικής ρύθμισης για δικηγόρους με σύμβαση έμμισθης εντολής
- 1 Μαΐου 2014 — Έναρξη εφαρμογής των διατάξεων για το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο
Τροποποιεί / αναφέρεται σε
Το επίσημο κείμενο
Τεχνικά τμήματα του ΦΕΚ (1)
masthead
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 208
preamble
ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4194 Κώδικας Δικηγόρων. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ Γενικό Μέρος
Άρθρο 1
Άρθρο 1 Η φύση της δικηγορίας
παρ. 1
1. Ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός. Το λει− τούργημά του αποτελεί θεμέλιο του κράτους δικαίου.
παρ. 2
2. Περιεχόμενο του λειτουργήματος είναι η εκπρο− σώπηση και υπεράσπιση του εντολέα του σε κάθε δι− καστήριο, αρχή ή υπηρεσία ή εξωδικαστικό θεσμό, η παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων, όπως επίσης και η συμμετοχή του σε θεσμοθετημένα όργανα ελληνικά ή διεθνή.
Άρθρο 2
Άρθρο 2 Η θέση του δικηγόρου στην απονομή της Δικαιοσύνης Ο δικηγόρος είναι συλλειτουργός της δικαιοσύνης. Η θέση του είναι θεμελιώδης, ισότιμη, ανεξάρτητη και αναγκαία για την απονομή της.
Άρθρο 3
Άρθρο 3 Το επάγγελμα του δικηγόρου
παρ. 1
1. Ο δικηγόρος ασκεί ελεύθερο επάγγελμα στο οποίο προέχει το στοιχείο της εμπιστοσύνης του εντολέα του προς αυτόν.
παρ. 2
2. Για τις υπηρεσίες του αμείβεται από τον εντολέα του είτε ανά υπόθεση είτε με πάγια αμοιβή ή με μισθό.
παρ. 3
3. Η άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος δεν συ− νιστά εμπορική δραστηριότητα.
Άρθρο 4
Άρθρο 4 Απόκτηση της δικηγορικής ιδιότητας Τη δικηγορική ιδιότητα αποκτά εκείνος: α) ο οποίος έχει επαρκείς γνώσεις για να ασκεί το λειτούργημά του μετά από επιτυχή συμμετοχή του σε πανελλήνιες εξετάσεις, β) για τον οποίο εκδίδεται απόφαση διορισμού από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Signature Not Verified Digitally signed by THEODOROS MOUMOURIS
Άρθρο 5
Άρθρο 5 Θεμελιώδεις αρχές και αξίες στην άσκηση της δικηγορίας Ο δικηγόρος κατά την άσκηση των καθηκόντων του: α) Υπερασπίζεται το Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμ− βαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τα Πρόσθετα Πρωτόκολλα αυτής, το Χάρτη των θεμελιωδών δικαιω− μάτων του ανθρώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και το σύνολο των διεθνών και ευρωπαϊκών συμβάσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα. β) Ακολουθεί τις παραδόσεις του υπερασπιστικού λειτουργήματος και τους κανόνες δεοντολογίας, όπως
Άρθρο 6
Άρθρο 6 Προϋποθέσεις δικηγορικής ιδιότητας − Κωλύματα Ο δικηγόρος πρέπει:
παρ. 1
1. Να είναι Έλληνας πολίτης ή πολίτης κράτους−μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλου κράτους, που είναι συμβαλλόμενο στη Σύμβαση Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. Έλληνας το γένος μπορεί να διορισθεί δικηγό− ρος μετά από άδεια του Υπουργού Δικαιοσύνης, που 3502 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) εκδίδεται ύστερα από τη διατύπωση γνώμης του οικείου δικηγορικού συλλόγου.
παρ. 2
2. Να είναι κάτοχος πτυχίου Νομικού Τμήματος Νομι− κής Σχολής Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος στην Ελλάδα ή ισότιμου και αντίστοιχου πτυχίου άλλης χώ− ρας, εφόσον αυτό έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με τις νόμιμες διαδικασίες.
παρ. 3
3. Να μην έχει καταδικαστεί αμετάκλητα: α) για κακούργημα, β) για τα εγκλήματα της κλοπής, υπεξαίρεσης, εκβία− σης, πλαστογραφίας, νόθευσης, δωροδοκίας, τοκογλυ− φίας, ψευδορκίας, απάτης και απιστίας.
παρ. 4
4. Να μην έχει στερηθεί αμετάκλητα των πολιτικών δικαιωμάτων του. Αποκλείεται ο διορισμός του για όσο χρόνο διαρκεί η στέρηση αυτή.
παρ. 5
5. Να μην έχει τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση πλή− ρη ή μερική κατά τo άρθρο 1676 του Αστικού Κώδικα. Αποκλείεται ο διορισμός του για όσο χρόνο διαρκεί η συμπαράσταση αυτή.
παρ. 6
6. Να μη φέρει την ιδιότητα του κληρικού ή μοναχού.
Άρθρο 7
Άρθρο 7 Αυτοδίκαιη απώλεια και αποβολή της ιδιότητας του δικηγόρου
παρ. 1
1. Αποβάλλει αυτοδίκαια την ιδιότητα του δικηγόρου και διαγράφεται από το μητρώο του συλλόγου του οποίου είναι μέλος: α) Εκείνος που στο πρόσωπό του συντρέχει περίπτω− ση από αυτές που αποκλείουν τη δυνατότητα διορισμού του ως δικηγόρου κατά τις διατάξεις του Κώδικα. β) Εκείνος που μετά το διορισμό του στερείται για οποιονδήποτε λόγο την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη ή του πολίτη κράτους − μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. γ) Εκείνος που διορίζεται ή κατέχει οποιαδήποτε έμμισθη θέση με σύμβαση εργασιακής ή υπαλληλικής
παρ. 2
2. Δικηγόρος, που στο πρόσωπό του συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου, υπο− χρεούται να προβεί σε σχετική δήλωση, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στο σύλλογο που ανήκει και να υποβάλλει την παραίτησή του.
παρ. 3
3. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτηση του οικείου δικηγορικού συλλόγου βεβαιώ− νει την απώλεια της ιδιότητας του δικηγόρου αφότου επήλθε το γεγονός που την προκάλεσε. Η απόφαση αυτή, ανακοινώνεται στον οικείο δικηγορικό σύλλογο Το κύρος των διαδικαστικών και δικονομικών πράξεων που διενήργησε ο δικηγόρος μέχρι την έκδοση της πιο πάνω απόφασης δεν θίγεται.
Άρθρο 8
Άρθρο 8 Έργα που επιτρέπονται στον δικηγόρο Επιτρέπεται στον δικηγόρο, ύστερα από έγγραφη γνωστοποίηση στο δικηγορικό σύλλογο στον οποίο ανήκει: α) Να παρέχει σε εντολέα με ετήσια ή μηνιαία αμοιβή νομικές υπηρεσίες ως δικαστικός ή νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος με έμμισθη εντολή, είτε αυτός ανήκει στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, καθώς και να αναλαμ− βάνει παράλληλα υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον εντολέα με αμοιβή για κάθε υπόθεση ξεχωριστά, είτε με ετήσια ή περιοδική αμοιβή.
Άρθρο 9
Άρθρο 9 Αντιποίηση της δικηγορίας
παρ. 1
1. Όποιος, χωρίς να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, εμφανίζεται με αυτήν και διενεργεί πράξεις που ανή− κουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του δικηγορικού λειτουργήματος ή υπόσχεται τη διενέργεια τέτοιων πράξεων, ακόμα και εάν διορίζει για αυτό δικηγόρο της εκλογής του, τιμωρείται κατά το άρθρο 175 του Ποινικού Κώδικα, όπως εκάστοτε ισχύει, εκτός εάν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. Ο οικείος Δικηγορικός Σύλ− λογος δικαιούται να παρίσταται ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, ως πολιτικώς ενάγων για την υποστήριξη της κατηγορίας.
παρ. 2
2. Σε περίπτωση που φυσικό ή νομικό πρόσωπο αντι− ποιείται την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος με τον οποιονδήποτε τρόπο, ο οικείος Δικηγορικός Σύλ− λογος μπορεί να ζητήσει, με αίτηση που υποβάλλεται στο Ειρηνοδικείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3503 ματος, όπου ασκούνται οι παράνομες ενέργειες ή και οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέτρο, καθώς και την απαγόρευση της διαφήμισης ή της χρήσης (έντυπης, ηλεκτρονικής) κάθε διακριτικού γνωρίσματος που προ− σιδιάζει στην άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΑΠΟΚΤΗΣΗ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ − ΑΣΚΗΣΗ − ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
ΤΜΗΜΑ Α΄ ΑΣΚΗΣΗ
Άρθρο 10
Άρθρο 10 Γενικές προϋποθέσεις για την έναρξη της άσκησης
παρ. 1
1. Εκείνος που ενδιαφέρεται να εγγραφεί ως ασκού− μενος δικηγόρος πρέπει, μέσα σε εύλογο χρόνο από τη λήψη του πτυχίου του, να καταθέσει αίτηση για την εγγραφή του ως ασκούμενος δικηγόρος στον Πρόεδρο του δικηγορικού συλλόγου στην περιφέρεια του οποί− ου επιθυμεί να ασκηθεί, συνυποβάλλοντας και βεβαί− ωση έναρξης άσκησης από τον δικηγόρο στον οποίο ασκείται. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του δικηγορικού συλλόγου, μπορεί να επιτραπεί στον ενδι− αφερόμενο να προσκομίσει αντί του πτυχίου βεβαίωση αναλυτικής βαθμολογίας επιτυχίας σε όλα τα μαθήματα του κύκλου σπουδών.
παρ. 2
2. Καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης εγγραφής συγχωρείται για σπουδαίο λόγο. Σπουδαίος λόγος εί− ναι ιδίως: α) η εκπλήρωση στρατιωτικών υποχρεώσεων, β) η απόκτηση μεταπτυχιακού τίτλου, ή γ) λόγοι υγείας του ενδιαφερόμενου.
παρ. 3
3. Σε κάθε περίπτωση μετά την πάροδο πενταετί− ας από τη λήψη πτυχίου, η εγγραφή στο ειδικό βιβλίο ασκουμένων δικηγόρων επιτρέπεται, με απόφαση του Δ.Σ. του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, εφόσον ο πτυ− χιούχος επικαλεσθεί και αποδείξει με συγκεκριμένα στοιχεία ότι δεν αποξενώθηκε από τη νομική επιστήμη. Ως συναφής, με τη νομική επιστήμη, δραστηριότητα ή εργασία νοείται μόνο η παροχή αμιγώς νομικών εργα− σιών, έργων ή δραστηριοτήτων, όπως αυτές ορίζονται στον Κώδικα.
παρ. 4
4. Η άσκηση αρχίζει με την εγγραφή του ενδιαφερό− μενου στο ειδικό μητρώο ασκουμένων του Δικηγορικού Συλλόγου του τόπου άσκησης. Η ιδιότητα του ασκου− μένου διατηρείται για όσο χρόνο απαιτείται για την ολοκλήρωση της άσκησης και την επιτυχή συμμετοχή του στις σχετικές δοκιμασίες και μέχρι τον επακόλουθο διορισμό του ως δικηγόρου.
Άρθρο 11
Άρθρο 11 Προϋποθέσεις απόκτησης της ιδιότητας του ασκούμενου δικηγόρου − Κωλύματα
παρ. 1
1. Ο ασκούμενος δικηγόρος πρέπει να πληροί όλες τις προϋποθέσεις της δικηγορικής ιδιότητας.
παρ. 2
2. Τα κωλύματα και τα ασυμβίβαστα που ορίζονται για τον δικηγόρο, ισχύουν και για τον ασκούμενο δικηγόρο.
παρ. 3
3. Ο ασκούμενος δικηγόρος υπάγεται στο πειθαρχικό δίκαιο του Κώδικα και στη δικαιοδοσία των Πειθαρχικών Συμβουλίων που προβλέπονται σε αυτόν. Σε βάρος του προβλέπονται οι ίδιες πειθαρχικές ποινές, όπως στον δικηγόρο, πλην της οριστικής ή πρόσκαιρης παύσης. Αντί των τελευταίων ποινών μπορεί να του επιβληθούν οι ποινές της διαγραφής από το μητρώο ασκουμένων ή η παράταση του χρόνου της άσκησης μέχρι δύο (2) έτη.
παρ. 4
4. Σε περίπτωση διαγραφής του ασκούμενου δικηγό− ρου ισχύουν αναλογικά οι διατάξεις του Κώδικα σχετικά με τον επαναδιορισμό του δικηγόρου που έχει παυθεί οριστικά.
Άρθρο 12
Άρθρο 12 Δικαίωμα παράστασης του ασκούμενου δικηγόρου
παρ. 1
1. Ο ασκούμενος δικηγόρος έχει τη δυνατότητα να παρίσταται στα Πταισματοδικεία, στις προανακριτικές αρχές, στα Ειρηνοδικεία κατά τη συζήτηση υποθέσεων μικροδιαφορών, στη λήψη ένορκων βεβαιώσεων, καθώς και ενώπιον οποιασδήποτε διοικητικής αρχής.
παρ. 2
2. Ο ασκούμενος δικηγόρος μπορεί να συμπαρίσταται και να συνυπογράφει τις προτάσεις, σημειώματα και υπομνήματα με τον δικηγόρο, στον οποίο ασκείται, σε όλα τα δικαστήρια του πρώτου και δεύτερου βαθμού.
Άρθρο 13
Άρθρο 13 Διάρκεια της άσκησης − Περιεχόμενο
παρ. 1
1. Η άσκηση διαρκεί δεκαοκτώ (18) μήνες.
παρ. 2
2. Η άσκηση γίνεται σε δικηγόρο με δικαίωμα παρά− στασης στον Άρειο Πάγο ή στο Εφετείο, καθώς και σε δικηγορικές εταιρείες, στις οποίες συμμετέχουν δικη− γόροι με την προηγούμενη ικανότητα παράστασης. Κατ’ εξαίρεση, σε Δικηγορικούς Συλλόγους που δεν εδρεύουν στην έδρα Εφετείων, η άσκηση μπορεί να γίνει και σε δικηγόρο με δικαίωμα παράστασης στο Πρωτοδικείο, ο οποίος έχει υπηρεσία τουλάχιστον πέντε (5) ετών. Κάθε δικηγόρος δεν μπορεί να απασχολεί περισσότερους από τρεις (3) ασκούμενους δικηγόρους. Στις δικηγορικές εταιρείες επιτρέπεται η απασχόληση τριών (3) ασκου− μένων δικηγόρων από κάθε δικηγόρο−εταίρο.
παρ. 3
3. Η άσκηση μπορεί να γίνει και στην κεντρική υπη− ρεσία ή σε γραφείο νομικού συμβούλου ή σε δικαστικό γραφείο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.). Ο αριθμός και η αμοιβή των ασκούμενων δικηγόρων κα− θορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών. Ο Πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με απόφασή του, τοποθετεί και αναθέτει τα καθήκοντα στους ασκούμενους δικηγόρους. Η άσκη− ση επιτρέπεται επίσης να γίνει στις νομικές υπηρεσίες των δημοσίων υπηρεσιών και των ανεξάρτητων αρχών, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και Οργανισμών και γενικά σε νομικές υπηρεσίες των δη−
παρ. 4
4. α) Η άσκηση επιτρέπεται να γίνει, ολικά ή μερικά, στις υπηρεσίες των Δικηγορικών Συλλόγων και στην ειδική νομική υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής Υπουργείου Δικαιοσύνης) η σχετική δε αμοιβή των ασκουμένων βαρύνει τους οικείους φορείς. Τη βεβαί− 3504 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) ωση άσκησης χορηγεί ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου ή ο Υπουργός Δικαιοσύνης, αντίστοιχα. β) Ο αριθμός των ασκουμένων, η επιλογή τους, ο χρό− νος, ο τόπος, καθώς και οι λοιπές περιστάσεις και συν− θήκες των ασκουμένων δικηγόρων της προηγούμενης παραγράφου καθορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου ή του Υπουργού Δι− καιοσύνης, αντίστοιχα.
παρ. 5
5. Μέρος της άσκησης, διάρκειας έως έξι (6) μηνών, μπορεί να γίνει στη γραμματεία του πολιτικού και δι− οικητικού εφετείου ή πρωτοδικείου ή της αντίστοιχης εισαγγελίας ή του ειρηνοδικείου της έδρας του Δικη− γορικού Συλλόγου στον οποίο έχει εγγραφεί ο ασκού− μενος. Ο συνολικός αριθμός, η κατανομή των ασκού− μενων δικηγόρων στα δικαστήρια και τις εισαγγελίες, η διαδικασία, ο τρόπος επιλογής, ο καθορισμός της έναρξης, ο ακριβής χρόνος άσκησης, η εξειδίκευση των καθηκόντων που οι ασκούμενοι επιτελούν, η αμοιβή και ο τρόπος καταβολής της, καθώς και κάθε ζήτημα σχετικά με την άσκηση, καθορίζονται με κοινή απόφαση των
παρ. 6
6. Μέρος της άσκησης διάρκειας έως έξι μηνών μπο− ρεί, επίσης, να γίνει στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο, στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή στη γενική επιτροπεία της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η επιλογή των ασκουμένων δικηγόρων, καθώς και η κατανομή τους στις υπηρεσίες των δικαστηρίων αυτών γίνεται κάθε φορά με απόφαση του Προέδρου τους. Ο αριθμός των ασκουμένων δικηγόρων στα δικαστήρια αυτά, η διαδικασία και τα κριτήρια επιλογής τους, ο κα− θορισμός της έναρξης και λήξης της περιόδου άσκησης, η αμοιβή και ο τρόπος καταβολής της, καθώς και κάθε ζήτημα σχετικά με την άσκηση καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
παρ. 7
7. Κατόπιν Πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Προέδρου του Αρείου Πάγου, του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή των οργάνων διοίκησης του εφετείου, του πρωτοδικείου, της εισαγ− γελίας ή του ειρηνοδικείου, δύναται ασκούμενοι δικη− γόροι οι οποίοι ήδη ασκούνται στα ως άνω δικαστήρια ή εισαγγελίες, αντιστοίχως, να διατίθενται σε δικαστή, κτηματολογικό δικαστή, εισαγγελέα ή ειρηνοδίκη, προ− κειμένου να τους επικουρούν στα καθήκοντά τους, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που θα ορίζονται στην ίδια ανωτέρω Πράξη.
παρ. 8
8. Σε περίπτωση αδυναμίας του ενδιαφερόμενου να βρει θέση για την άσκησή του, μεριμνά σχετικά ο Πρό− εδρος του οικείου δικηγορικού συλλόγου.
παρ. 9
9. Επιτρέπεται, με αίτηση του ενδιαφερόμενου, η με− τεγγραφή του ασκουμένου από το μητρώο ασκουμένων ενός δικηγορικού συλλόγου στο μητρώο ασκουμένων άλλου δικηγορικού συλλόγου.
παρ. 10
10. Η αμοιβή των ασκουμένων δικηγόρων καθορίζεται με διάταξη τυπικού νόμου, εκτός αν ορίζεται διαφορε− τικά με τις πιο πάνω διατάξεις.
Άρθρο 14
Άρθρο 14 Ειδική επιτροπή εποπτείας κατά την άσκηση
παρ. 1
1. Σε κάθε δικηγορικό σύλλογο συνίσταται πενταμελής επιτροπή εποπτείας ασκουμένων.
παρ. 2
2. Η ως άνω Επιτροπή συγκροτείται: α) από τον Πρό− εδρο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ή τον νόμιμο αναπληρωτή του, β) από δύο μέλη του Διοικητικού Συμ− βουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου, μετά από κλήρωση και γ) από δύο δικηγόρους, οι οποίοι ασκούν το δικη− γορικό λειτούργημα τουλάχιστον πέντε (5) έτη, ύστερα από κλήρωση. Όπου υπάρχει Ένωση Ασκούμενων ή Νέων Δικηγόρων, εκπρόσωπος αυτής καταλαμβάνει μία εκ των δύο ανωτέρω θέσεων.
παρ. 3
3. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνει− ας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής Υπουργού Δικαιοσύνης) που εκδίδεται μετά από πρόταση της Συ− ντονιστικής Επιτροπής των Δικηγορικών Συλλόγων, κα− θορίζονται τα σχετικά με την διεξαγωγή της πρακτικής άσκησης, ο τρόπος ελέγχου της άσκησης από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τόσο των ασκουμένων όσο και των δικηγόρων στους οποίους αυτοί ασκούνται. Η απόφαση αυτή δημοσιεύεται ιστοσελίδα του οικείου δικηγορικού συλλόγου.
ΤΜΗΜΑ Β΄
ΤΜΗΜΑ Β΄ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΩΝ ΚΑΤΟΧΩΝ ΤΙΤΛΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ ΤΗΣ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ ΚΑΙ ΑΣΚΟΥΜΕΝΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΤΗΣ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ
Άρθρο 15
Άρθρο 15 Ειδικές προϋποθέσεις
παρ. 1
1. Πτυχιούχοι ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της αλλοδαπής μπορούν να πραγματοποιούν άσκηση στην Ελλάδα, εφόσον: α) είναι πολίτες κράτους − μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλου συμβαλλόμενου κράτους της Συμφω− νίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, β) είναι κάτοχοι πτυχίου Νομικής Σχολής αναγνωρι− σμένου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος των ανω− τέρω κρατών και το πτυχίο τους έχει αναγνωρισθεί από τον ΔΟΑΤΑΠ ως ισότιμο και αναγνωρισμένο με το απονεμόμενο από τις Νομικές Σχολές των ημεδαπών ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων Νομικής Σχολής.
παρ. 2
2. Τις ίδιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούν και όσοι θέλουν να ασκηθούν στην Ελλάδα και έχουν ήδη εγγρα− φεί ως ασκούμενοι δικηγόροι στο μητρώο Δικηγορικού Συλλόγου κράτους − μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.
παρ. 3
3. Πτυχιούχοι Νομικών Σχολών ανωτάτων εκπαιδευτι− κών ιδρυμάτων κρατών εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, των οποίων το πτυχίο έχει αναγνωρισθεί από τον ΔΟΑΤΑΠ ως ισότιμο και αναγνωρισμένο με το απονεμόμενο από τις Νομικές Σχολές των ημεδαπών ανωτάτων εκπαι− δευτικών ιδρυμάτων, συμμετέχουν σε δοκιμασία επάρ− κειας, που πιστοποιεί ότι οι γνώσεις και τα προσόντα τους αντιστοιχούν στις γνώσεις και τα προσόντα που απαιτούνται από τον Κώδικα για την απόκτηση της ιδιότητας του ασκούμενου δικηγόρου. Με τη δοκιμασία ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3505 αυτή επιδιώκεται να πιστοποιηθεί η γνώση του ελλη− νικού δικαίου, όπως αυτή πιστοποιείται με το πτυχίο Νομικού Τμήματος Νομικής Σχολής ελληνικού ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος.
Άρθρο 16
Άρθρο 16 Μόνιμη Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας
παρ. 1
1. Στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών συνιστάται πεντα− μελής Μόνιμη Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
παρ. 2
2. Η Επιτροπή αυτή: α) Έχει έδρα την Αθήνα και λειτουργεί στα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. β) Ορίζεται για τρία (3) έτη. γ) Αποτελείται από: i) τον Κοσμήτορα ή τον Πρόεδρο του Νομικού Τμήματος Νομικών Σχολών της χώρας, ως Πρόεδρο ή τον αναπληρωτή του, ii) έναν καθηγητή Νο− μικού Τμήματος Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος ή τον αναπληρωτή του και iii) τους Προέδρους των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πει− ραιώς ή τους αναπληρωτές τους. Οι αναπληρωτές των Προέδρων των Συλλόγων ορίζονται από το Διοικητικό
παρ. 3
3. Η Επιτροπή είναι αποκλειστικά αρμόδια και για την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων, με βάση την Οδηγία 2005/36 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 255/22), η οποία έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη, με το προεδρικό διάταγμα 122/2010 (Α΄ 200), και αφορά στον πολίτη κράτους – μέ− λους της Ε.Ε., ο οποίος επιθυμεί να ασκήσει το επάγ− γελμα του δικηγόρου στην Ελλάδα, έχοντας αποκτήσει τα επαγγελματικά του προσόντα σε άλλο κράτος−μέλος.
Άρθρο 17
Άρθρο 17 Δοκιμασία Επάρκειας και περιεχόμενό της
παρ. 1
1. Η δοκιμασία επάρκειας διενεργείται από τη Μόνιμη Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας δύο φορές κάθε χρόνο, κατά τους μήνες Οκτώβριο και Απρίλιο, και περιλαμβάνει γραπτές εξετάσεις στην ελληνική γλώσσα που αφορούν στις αναγκαίες γνώσεις του ελληνικού δικαίου.
παρ. 2
2. Η δοκιμασία περιλαμβάνει την εξέταση στο ελληνι− κό Σύνταγμα, στο αστικό, ποινικό και διοικητικό δίκαιο, καθώς και στα αντίστοιχα δικονομικά δίκαια.
παρ. 3
3. Επιτυχών θεωρείται αυτός που συγκέντρωσε βαθ− μολογία τουλάχιστον 5 με άριστα το 10 σε κάθε μάθημα.
παρ. 4
4. Ο ενδιαφερόμενος δύναται να επιλέγει σε ποιο ή ποια από τα εξεταζόμενα μαθήματα επιθυμεί να εξε− ταστεί σε κάθε εξεταστική περίοδο και δικαιούται να κατοχυρώσει τη βαθμολογία του σε περίπτωση επιτυ− χίας του.
παρ. 5
5. Ο ενδιαφερόμενος δύναται να συμμετάσχει μόνο τρεις φορές στην εξέταση κάθε μαθήματος.
παρ. 6
6. Οι λεπτομέρειες της εξέτασης, όπως η εξεταστέα ύλη, ο τόπος και ο τρόπος διενέργειας των εξετάσεων και το ύψος των εξέταστρων που καταβάλλονται στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
παρ. 7
7. Για τη συμμετοχή του στη δοκιμασία επάρκειας ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει μέχρι το τέλος Σεπτεμβρί− ου ή μέχρι το τέλος Μαρτίου αίτηση που συνοδεύεται από τα ακόλουθα δικαιολογητικά, νόμιμα μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα: α) Έγγραφο δημόσιας ή δημοτικής αρχής από το οποίο να αποδεικνύεται η ιδιότητά του ως πολίτη κράτους − μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. β) Πιστοποιητικό ποινικού μητρώου από τις αρμόδιες αρχές του τόπου γέννησής του. γ) Αντίγραφο τίτλου εκπαίδευσης, πρόγραμμα σπου− δών, βεβαίωση αναλυτικής βαθμολογίας και εφόσον
παρ. 8
8. Αυτός που επιτυγχάνει στη δοκιμασία επάρκειας εγγράφεται, μετά από αίτησή του, στο μητρώο ασκου− μένων δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου, όπου επι− θυμεί να ασκηθεί, και συνυποβάλλει υπεύθυνη δήλωση ότι δεν ασκεί ασυμβίβαστη δραστηριότητα.
παρ. 9
9. Η Επιτροπή αναγνωρίζει τον προηγούμενο χρόνο άσκησης του ενδιαφερόμενου σε δικηγορικό σύλλογο του κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προσμέτρησή του στο χρόνο άσκησής του.
ΤΜΗΜΑ Γ΄
ΤΜΗΜΑ Γ΄ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ
Άρθρο 18
Άρθρο 18 Συμμετοχή στο διαγωνισμό
παρ. 1
1. Δικαίωμα συμμετοχής στο διαγωνισμό υποψήφιων δικηγόρων έχει ο ασκούμενος δικηγόρος που συμπλή− ρωσε το νόμιμο χρόνο άσκησης.
παρ. 2
2. Δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής στο διαγωνισμό, όσοι κωλύονται να διορισθούν δικηγόροι ή συντρέχει στο πρόσωπό τους ασυμβίβαστη ιδιότητα.
παρ. 3
3. Κάθε ασκούμενος δικηγόρος εξετάζεται στην έδρα της αρμόδιας εφετειακής επιτροπής.
παρ. 4
4. Ο ασκούμενος δικηγόρος υποχρεούται να συμμετά− σχει στον επόμενο ή μεθεπόμενο διαγωνισμό υποψήφι− ων δικηγόρων μετά τη συμπλήρωση του νόμιμου χρόνου άσκησης. Ο ασκούμενος δικηγόρος που δεν συμμετείχε στον παραπάνω διαγωνισμό, μπορεί με απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου στο οποίο υπάγεται, να γίνει δεκτός και σε μεταγενέστερο διαγωνισμό, εφόσον επικαλείται και αποδεικνύει την ύπαρξη σοβαρού λόγου που δικαιολογεί τη μη συμμε− τοχή του στον προηγούμενο.
παρ. 5
5. Για τη συμμετοχή του στο διαγωνισμό ο ασκού− μενος δικηγόρος υποβάλλει αίτηση σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού. Η αίτηση συνοδεύεται από παράβολο υπέρ Ελληνικού Δημοσίου, το ύψος του οποίου καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. 3506 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)
Άρθρο 19
Άρθρο 19 Μορφή και διαδικασία του διαγωνισμού
παρ. 1
1. Ο διαγωνισμός των υποψήφιων δικηγόρων είναι πα− νελλήνιος και διεξάγεται ταυτόχρονα σε όλες τις έδρες των εφετειακών επιτροπών.
παρ. 2
2. Ο διαγωνισμός διενεργείται δύο φορές το χρόνο τους μήνες Απρίλιο και Οκτώβριο. Ο διαγωνισμός προ− κηρύσσεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, και κοινοποιείται στους Δικηγορικούς Συλλόγους της χώρας, τουλάχιστον 40 ημέρες πριν από την ημερομηνία διεξαγωγής του.
παρ. 3
3. Η εξέταση είναι γραπτή. Στους υποψηφίους δίδονται πρακτικά θέματα με περισσότερα ερωτήματα στους κλάδους: α) Αστικού Δικαίου και Πολιτικής Δικονομίας, β) Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας, γ) Εμπο− ρικού Δικαίου, δ) Δημοσίου Δικαίου, Διοικητικής Δια− δικασίας και Διοικητικής Δικονομίας και ε) Κώδικα Δι− κηγόρων και Κώδικα Δεοντολογίας. Κατά την εξέταση επιτρέπεται η χρήση κειμένων νομοθετημάτων, χωρίς σχολιασμό ή σημειώσεις.
παρ. 4
4. Κατά τη διενέργεια του διαγωνισμού λαμβάνεται ιδιαίτερη πρόνοια για την αντικειμενικότητα και το αδι− άβλητο των εξετάσεων και των αποτελεσμάτων. Δίδεται ξεχωριστή προσοχή στην αποτελεσματική κάλυψη των στοιχείων ταυτότητας των εξεταζόμενων, ώστε αυτά να μην είναι γνωστά κατά τη βαθμολόγηση.
παρ. 5
5. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ρυθμίζο− νται τα ειδικότερα θέματα που αφορούν την προκήρυξη του διαγωνισμού, τα απαιτούμενα για τη συμμετοχή σε αυτόν δικαιολογητικά, τον τρόπο ελέγχου των προϋ− ποθέσεων συμμετοχής, τη λειτουργία της Κεντρικής Επιτροπής Εξετάσεων, των Οργανωτικών Επιτροπών και των Ομάδων Βαθμολόγησης, την τήρηση της ευτα− ξίας κατά την εξέταση, τη βαθμολόγηση των γραπτών δοκιμίων, τη σύνταξη των πινάκων επιτυχόντων και αποτυχόντων και καθορίζονται, εν γένει, οι αναγκαίες διαδικασίες και εγγυήσεις με σκοπό την ομαλή και αδι− άβλητη διεξαγωγή του διαγωνισμού.
Άρθρο 20
Άρθρο 20 Επιτροπές Εξετάσεων Για τη διεξαγωγή του διαγωνισμού κάθε περιόδου συγκροτούνται οι ακόλουθες Επιτροπές και Ομάδες με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης:
παρ. 1
1. Κεντρική Επιτροπή Εξετάσεων με έδρα το Υπουρ− γείο Δικαιοσύνης. Αυτή αποτελείται από: α) έναν (1) αρεοπαγίτη ως πρόεδρο, ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, β) έναν (1) Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, γ) έναν (1) Πάρεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο οποίος ορίζεται μαζί με τον νόμιμο αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, δ) έναν (1) Καθηγητή Νομικού Τμήματος των Νομικών Σχολών των Α.Ε.Ι. της χώρας, που επιλέ− γεται μαζί με τον αναπληρωτή του από τον Υπουργό
παρ. 2
2. Οργανωτικές Επιτροπές ανά Εφετείο πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, οι οποίες αποτελούνται από: α) κών δικαστηρίων, β) έναν (1) Πρόεδρο Πρωτοδικών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και γ) έναν (1) Εισαγ− γελέα Πρωτοδικών, οι οποίοι ορίζονται από τον οικείο Πρόεδρο Εφετών και τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών αντίστοιχα, καθώς και δ) τον Πρόεδρο ή τους Προέδρους των οικείων Δικηγορικών Συλλόγων μαζί με τους αναπληρωτές τους. Ειδικά στους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά, αντί του Προέδρου μετέχει άλλο μέλος του Διοικητικού Συμ− βουλίου, που ορίζεται με απόφαση του τελευταίου. Οι
παρ. 3
3. Με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής δύναται να καθορισθούν Εξεταστικά Κέντρα σε μικρότερο αριθμό από τα υφιστάμενα Εφετεία, ανάλογα με τον αριθμό των υποψηφίων. Σε τέτοια περίπτωση επιλαμβάνονται οι Οργανωτικές Επιτροπές, που αντιστοιχούν στα Εξε− ταστικά Κέντρα που έχουν καθορισθεί.
παρ. 4
4. Ομάδες Βαθμολόγησης στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, οι οποίες είναι τριμελείς και αποτελούνται από έναν (1) εφέτη Πολιτικών Δικαστηρί− ων ή έναν εφέτη Διοικητικών δικαστηρίων ή έναν Αντει− σαγγελέα εφετών για τη βαθμολόγηση των πρακτικών θεμάτων στους αντίστοιχους κλάδους δικαίου και δύο (2) δικηγόρους με δεκαπενταετή τουλάχιστον άσκηση δικηγορίας, που ορίζονται με απόφαση της Συντονι− στικής Επιτροπής της Ολομέλειας των προέδρων των δικηγορικών Συλλόγων. Οι βαθμολογητές δεν πρέπει να έχουν την ιδιότητα αιρετού εκπροσώπου δικηγορικού συλλόγου. Οι Ομάδες Βαθμολόγησης έχουν την ευθύνη της βαθμολόγησης των γραπτών δοκιμίων των υποψή− φιων και ο αριθμός τους καθορίζεται με την προκήρυξη του διαγωνισμού.
παρ. 5
5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης καθορίζεται η αποζημίωση των μελών της Κεντρικής Επιτροπής Εξετάσεων, των Οργανωτικών Επι− τροπών των Εφετείων και των Ομάδων Βαθμολόγησης.
Άρθρο 21
Άρθρο 21 Διαδικασία και μέθοδοι βαθμολόγησης
παρ. 1
1. Τα γραπτά των υποψήφιων όλης της χώρας βαθμο− λογούνται με κλίμακα από μηδέν (0) έως δέκα (10) από τρεις (3) βαθμολογητές χωριστά.
παρ. 2
2. Επιτυχών θεωρείται ο υποψήφιος, ο οποίος έλαβε μέσο όρο βαθμολογίας σε όλα τα μαθήματα τουλάχι− στον έξι (6). Δεν θεωρείται επιτυχών, όποιος έλαβε βαθ− μό τρία ή μικρότερο σε οποιοδήποτε μάθημα ή τέσσερα σε περισσότερα από ένα μαθήματα. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3507
παρ. 3
3. Βαθμός του υποψηφίου για κάθε μάθημα είναι ο μέσος όρος των έξι (6) βαθμών των βαθμολογητών, εφόσον η απόκλιση από τη μεγαλύτερη μέχρι τη μικρό− τερη βαθμολογία δεν είναι μεγαλύτερη των τριών (3) μονάδων. Αν η απόκλιση είναι μεγαλύτερη, το γραπτό αναβαθμολογείται από τα μέλη της Κεντρικής Επιτρο− πής των Εξετάσεων και ο βαθμός του υποψηφίου στο μάθημα είναι ο μέσος όρος των βαθμών των αρχικών βαθμολογητών και των αναβαθμολογητών, αφού αφαι− ρεθούν ο μικρότερος και ο μεγαλύτερος βαθμός.
παρ. 4
4. Οι υποψήφιοι έχουν δικαίωμα να λάβουν γνώση ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.
Άρθρο 22
Άρθρο 22 Έκδοση των αποτελεσμάτων
παρ. 1
1. Μετά την ολοκλήρωση της βαθμολόγησης καταρτί− ζονται ανά έδρα Εφετείου εξέτασης πίνακες επιτυχό− ντων και αποτυχόντων, με απόλυτη βαθμολογική σειρά.
παρ. 2
2. Ο πίνακας επιτυχόντων δημοσιεύεται στις έδρες των Εφετείων της χώρας με ευθύνη των Οργανωτικών Επιτροπών και αναρτάται στις ιστοσελίδες των οικείων δικηγορικών συλλόγων.
παρ. 3
3. Αντίγραφα των πινάκων αποτελεσμάτων κοινοποι− ούνται από την Κεντρική Επιτροπή Εξετάσεων στο αρ− μόδιο τμήμα του Υπουργείου Δικαιοσύνης και από τις Οργανωτικές Επιτροπές στους οικείους δικηγορικούς συλλόγους.
παρ. 4
4. Όποιος αποτύχει στον διαγωνισμό υποχρεούται μέσα σε δύο (2) μήνες από την έκδοση των αποτε− λεσμάτων να δηλώσει τη συνέχιση της άσκησής του, ώστε να έχει το δικαίωμα να μετάσχει στον προσεχή διαγωνισμό. Διαφορετικά διαγράφεται από το Μητρώο Ασκουμένων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ, ΕΞΕΛΙΞΗ ΚΑΙ ΠΑΥΣΗ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ
Άρθρο 23
Άρθρο 23 Διορισμός δικηγόρων
παρ. 1
1. Όποιος επιτυγχάνει στις πανελλήνιες εξετάσεις μπορεί να ζητήσει το διορισμό του ως δικηγόρος στο Δικηγορικό Σύλλογο του Πρωτοδικείου, που εκείνος επιθυμεί, με αίτησή του προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Δεν επιτρέπεται να εγγραφεί σε περισσότερους από ένα Δικηγορικούς Συλλόγους. Ο δικηγόρος υποχρεούται να έχει έδρα και γραφείο στην περιφέρεια του Πρωτο− δικείου που είναι διορισμένος.
παρ. 2
2. Στην αίτηση διορισμού επισυνάπτονται τα ακόλουθα έγγραφα: α) Πιστοποιητικό γέννησης από την αρμόδια δημοτική αρχή. Στην περίπτωση που ο αιτών είναι πολίτης κρά− τους − μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης πιστοποιητικό της αντίστοιχης δημόσιας αρχής. Στην περίπτωση που ο αιτών είναι Έλληνας το γένος και δεν έχει την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη, οφείλει να προσκομίσει σχετική άδεια του Υπουργού Δικαιοσύνης. β) Πτυχίο Νομικού Τμήματος Νομικής Σχολής Ανώτα− του Εκπαιδευτικού Ιδρύματος στην Ελλάδα ή πτυχίο Νομικού Τμήματος Νομικής Σχολής από αναγνωρισμένη
παρ. 3
3. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης εκδίδει τη σχετική από− φαση διορισμού, που δημοσιεύεται σε περίληψη στην
παρ. 4
4. Η ευθύνη κοινοποίησης της πράξης αυτής, όπου απαιτείται, ανήκει στον ενδιαφερόμενο.
Άρθρο 24
Άρθρο 24 Ορκοδοσία − Δήλωση
παρ. 1
1. Ο ενδιαφερόμενος δικηγόρος ορκίζεται σε δημό− σια συνεδρίαση ενώπιον της τριμελούς σύνθεσης του Εφετείου, εφόσον ο Δικηγορικός Σύλλογος όπου έχει εγγραφεί εδρεύει στην περιφέρεια Εφετείου, άλλως στην τριμελή σύνθεση του Πρωτοδικείου στην περιφέ− ρεια του οποίου ανήκει ο Δικηγορικός Σύλλογος.
παρ. 2
2. Πριν ορκισθεί ο ενδιαφερόμενος δικηγόρος ερωτά− ται εάν προτιμά να δώσει πολιτικό ή θρησκευτικό όρκο.
παρ. 3
3. Ο τύπος του χριστιανικού όρκου έχει ως εξής: «Ορ− κίζομαι ενώπιον του Θεού να είμαι πιστός στην πατρίδα και το δημοκρατικό πολίτευμα, να υπακούω στο Σύνταγ− μα και στους νόμους που συμφωνούν με αυτό, να ακο− λουθώ τις παραδόσεις του δικηγορικού λειτουργήματος, να εκπληρώνω τα καθήκοντά μου έναντι των εντολέων μου ευσυνείδητα, να υπερασπίζομαι τα ανθρώπινα δικαι− ώματα όλων των πολιτών και κατοίκων της χώρας και να αντιστέκομαι με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα με τη βία.»
παρ. 4
4. Αν ο δικηγόρος πιστεύει σε θρησκεία ή δόγμα που ορίζει άλλο τύπο όρκου, δίνει τον όρκο σύμφωνα με αυ− τόν τον τύπο, στον οποίο όμως περιέχεται το υπόλοιπο, εκτός του θρησκευτικού στοιχείου, μέρος του όρκου της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.
παρ. 5
5. Αν ο δικηγόρος προτιμά να δώσει πολιτικό όρκο, αντικαθίσταται από τον τύπο της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου το θρησκευτικό στοιχείο και τίθε− νται οι λέξεις «Δηλώνω επικαλούμενος την τιμή και τη συνείδησή μου».
παρ. 6
6. Σε περίπτωση που απουσιάζει στο εξωτερικό για χρονικό διάστημα πάνω από τρεις (3) μήνες, δύναται να δώσει τον όρκο ενώπιον ελληνικής προξενικής αρχής.
Άρθρο 25
Άρθρο 25 Μετάθεση δικηγόρου
παρ. 1
1. Ο δικηγόρος δύναται να ζητήσει τη μετάθεσή του από τον δικηγορικό σύλλογο, που είναι εγγεγραμμένος, σε άλλο.
παρ. 2
2. Η απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία εγκρίνει τη μετάθεση, έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα.
παρ. 3
3. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από πρόταση της Συντονιστικής Επιτροπής της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων, καθορίζεται ενιαίο παράβολο μετάθεσης υπέρ του οικείου δικηγο− ρικού συλλόγου. 3508 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)
Άρθρο 26
Άρθρο 26 Τήρηση βιβλίου διοριζομένων δικηγόρων − Μητρώου − Ατομικού φακέλου
παρ. 1
1. Στο Υπουργείο Δικαιοσύνης τηρείται αρχείο δικη− γόρων σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, κατά τη σειρά διορισμού τους.
παρ. 2
2. Στο αρχείο αυτό τηρούνται: α) η Υπουργική Απόφαση διορισμού, β) οι προαγωγές και μεταθέσεις των δικηγόρων, γ) η αποβολή, παύση ή λύση της δικηγορικής ιδιό− τητας.
παρ. 3
3. Κάθε δικηγορικός σύλλογος τηρεί για τα μέλη του Μητρώο μελών στο οποίο σημειώνονται: α) η Υπουργική Απόφαση διορισμού, β) η πράξη ορκοδοσίας του δικηγόρου, γ) οι προαγωγές και μεταθέσεις των δικηγόρων, δ) οι πράξεις αναστολής, προσωρινής ή οριστικής απώλειας δικηγορικής ιδιότητας.
παρ. 4
4. Κάθε σύλλογος τηρεί αρχείο για κάθε μέλος, στο οποίο περιέχονται έγγραφα που το αφορούν και συν− δέονται με την άσκηση του λειτουργήματός του.
παρ. 5
5. Για τις δικηγορικές εταιρίες περιέχονται σε χω− ριστό αρχείο οι πράξεις σύστασης, τροποποίησης και λύσης τους.
Άρθρο 27
Άρθρο 27 Επαναδιορισμός Δικηγόρου
παρ. 1
1. Δικηγόρος, που παραιτήθηκε από το δικηγορικό λειτούργημα, δύναται να επαναδιορισθεί, εφόσον δεν έχουν παρέλθει πέντε (5) χρόνια από την παραίτησή του ή και μετά την πάροδο της πενταετίας υπό την προϋ− πόθεση ότι ασκούσε καθήκοντα συναφή με τη νομική επιστήμη και πρακτική. Δεν επιτρέπεται επαναδιορισμός δικηγόρου που απώ− λεσε την δικηγορική ιδιότητα λόγω καταδίκης του από ποινικό δικαστήριο για τα αδικήματα του άρθρου 6 του Κώδικα ή του έχει επιβληθεί ποινή οριστικής παύσης από το ανώτατο πειθαρχικό.
παρ. 2
2. Δημόσιοι διοικητικοί υπάλληλοι, στρατιωτικοί υπάλ− ληλοι, υπάλληλοι των σωμάτων ασφαλείας, των οργανι− σμών αυτοδιοίκησης όλων των βαθμών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι είχαν αποκτήσει προηγουμένως την ιδιότητα του δικηγόρου, δύνανται να ζητήσουν να επαναδιορισθούν ως δικηγόροι μέσα σε πέντε έτη από την παραίτησή τους. Επίσης δύνανται να το ζητήσουν και μετά την πάροδο της πενταετίας, εφό− σον αποδείξουν ότι ασκούσαν καθήκοντα συναφή με τη νομική επιστήμη και πρακτική, όπως προκύπτει από τον Οργανισμό της Υπηρεσίας ή του νομικού προσώπου ή το καθηκοντολόγιο ή πιστοποιητικό υπηρεσιακών μετα−
Άρθρο 28
Άρθρο 28 Αρμοδιότητες δικηγόρου και προαγωγή του
παρ. 1
1. Δικηγόρος διορισμένος στο Πρωτοδικείο δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον όλων των Πρωτοδικείων, πολιτικών και διοικητικών, καθώς και όλων των Ειρηνοδικείων της χώ− ρας. Κατ’ εξαίρεση δικηγόρος, που είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο, δικαιούται να συμπαρίσταται στο Εφετείο, με δικηγόρο που έχει την ικανότητα παράστασης σε αυτό, για τη συζήτηση έφεσης, κατά απόφασης Πρωτο− δικείου, όπου είχε παρασταθεί. Επίσης, δικηγόρος που είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο, εφόσον έχει συ− μπληρώσει δεκαετή δικηγορική υπηρεσία, δικαιούται να παρίσταται στο Εφετείο για τη συζήτηση έφεσης κατά απόφασης Πρωτοδικείου στην οποία είχε παρασταθεί.
παρ. 2
2. Ο δικηγόρος που είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο έχει το δικαίωμα να παρίσταται σε οποιαδήποτε προα− νακριτική ή ανακριτική αρχή, καθώς και σε οποιοδήποτε ποινικό δικαστήριο πρώτου ή δευτέρου βαθμού ή και ενώπιον του Αρείου Πάγου. Στην περίπτωση παράστα− σης ενώπιον του Αρείου Πάγου απαιτείται να συμπαρί− σταται με δικηγόρο που έχει το δικαίωμα παράστασης στα Ανώτατα Δικαστήρια της χώρας.
παρ. 3
3. Δικηγόρος, που έχει διορισθεί στο Πρωτοδικείο, μπορεί να ζητήσει με αίτησή του στο Δικηγορικό Σύλ− λογο στον οποίο ανήκει, την προαγωγή του σε δικηγόρο με δικαίωμα παράστασης στο Εφετείο για τις αστικές, ποινικές και διοικητικές υποθέσεις, εφόσον αποδεικνύει, είτε με την προσκόμιση ικανού αριθμού αποφάσεων, στις οποίες έχει παραστεί είτε με οποιονδήποτε άλλο πρόσφορο τρόπο, ότι έχει συμπληρώσει ευδόκιμη τε− τραετή άσκηση του λειτουργήματός του. Ο δικηγόρος, που έχει αποκτήσει το δικαίωμα παράστασης στο Εφε− τείο, δύναται να συντάξει, υπογράψει και καταθέσει αί− τηση αναίρεσης σε υπόθεση που έχει χειρισθεί ο ίδιος στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό.
παρ. 4
4. Ο δικηγόρος μετά την προαγωγή του στο εφετείο και την πάροδο τεσσάρων (4) ετών ευδόκιμης άσκησης δικηγορίας σε αυτό, μπορεί να ζητήσει την προαγω− γή του, ώστε να αποκτήσει δικαίωμα παράστασης σε οποιοδήποτε ανώτατο δικαστήριο της χώρας.
παρ. 5
5. Ο δικηγόρος που είναι διορισμένος στο Εφετείο δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές και δικονομικές πράξεις σε όλα τα Πρω− τοδικεία και Εφετεία της χώρας, πολιτικά και διοικητικά, καθώς και σε όλα τα Ειρηνοδικεία.
παρ. 6
6. Ο δικηγόρος που είναι διορισμένος στο Εφετείο δι− καιούται, εφόσον έχει συμπληρώσει δεκαετή δικηγορική υπηρεσία με έξι χρόνια σε Εφετείο, να συμπαρίσταται στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στον Άρειο Πάγο, με δικηγόρο που έχει την ικανότητα παράστασης στα Ανώτατα Δικαστήρια της χώρας, σε αναίρεση κατά από− φασης η οποία εκδόθηκε σε υπόθεση που χειρίσθηκε σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό.
παρ. 7
7. Ο δικηγόρος που είναι διορισμένος στον Άρειο Πάγο δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις στο Συμβούλιο της Επικρατεί− ας, στον Άρειο Πάγο, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, καθώς επίσης και σε όλα τα Πρωτοδικεία και Εφετεία, πολιτικά και διοικητικά και σε όλα τα Ειρηνοδικεία της χώρας.
παρ. 8
8. Για τις παραπάνω προαγωγές ή μη αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο του οικείου Συλλόγου, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, αφού οριστεί ένα μέλος του ως Εισηγητής. Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου γνωστοποιείται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3509
Άρθρο 29
Άρθρο 29 Ταυτότητα δικηγόρου
παρ. 1
1. Κάθε δικηγορικός σύλλογος, μία φορά το χρόνο, εφοδιάζει τον δικηγόρο, που είναι μέλος του, με ειδική ταυτότητα, που φέρει και την φωτογραφία του, καθώς και την υπογραφή και τη σφραγίδα του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου. Στην ταυτότητα, αναγράφονται το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του δικηγόρου και ο αριθμός μητρώου του.
παρ. 2
2. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ορίζονται οι τεχνικές προδιαγραφές διασφάλισης της γνησιότη− τας της ταυτότητας.
παρ. 3
3. Όλες οι δικαστικές και άλλες αρχές οφείλουν να δέχονται και να διευκολύνουν κάθε δικηγόρο κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, με την επίδειξη της δικηγορικής του ταυτότητας.
Άρθρο 30
Άρθρο 30 Υποβολή ετήσιων δηλώσεων
παρ. 1
1. Μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου κάθε ημερολογιακού έτους ο δικηγόρος οφείλει να υποβάλει στο Δικηγορικό Σύλλογο που είναι μέλος, δήλωση σε ενιαίο τύπο δηλώ− σεων, στην οποία αναφέρει: α) τα πλήρη στοιχεία του, β) το Α.Μ.Κ.Α., Α.Φ.Μ., Δ.Ο.Υ., γ) τη διεύθυνση κατοικίας και επαγγελματικής του δραστηριότητας, δ) την ηλεκτρονική του διεύθυνση αλληλογραφίας και να δηλώνει αν: α) ασκεί το λειτούργημα του δικηγόρου ή αν τελεί σε ολική ή μερική αναστολή, β) διαμένει και παρέχει τις υπηρεσίες του εκτός Ελ− λάδας, γ) είναι μέλος άλλου δικηγορικού συλλόγου εντός ή
παρ. 2
2. Με τη δήλωσή του αυτή ο δικηγόρος οφείλει επίσης να βεβαιώνει ότι δεν είναι διαχειριστής Ε.Π.Ε. ή διευθύ− νων σύμβουλος Α.Ε., ούτε εκπρόσωπος άλλης Εταιρείας εμπορικής ή πιστωτικής μορφής, ούτε έχει κώλυμα ή ασυμβίβαστο από αυτά που προβλέπονται στον Κώδικα.
παρ. 3
3. Η συμπλήρωση της ετήσιας δήλωσης ως προς τα παραπάνω στοιχεία, καταστάσεις ή ιδιότητες του δικη− γόρου δεν είναι υποχρεωτική, παρά μόνο στη περίπτωση που έχει προκύψει αλλαγή αυτών από την προηγούμενη υποβληθείσα δήλωση.
παρ. 4
4. Μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου κάθε ημερολογιακού έτους ο δικηγόρος οφείλει να καταβάλει και την ετήσια εισφορά υπέρ του δικηγορικού συλλόγου.
παρ. 5
5. Ο ενιαίος τύπος της ετήσιας δήλωσης καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Συλλόγου και δύναται να περιλαμβάνει και άλλα επι− πρόσθετα στοιχεία με την προϋπόθεση τήρησης της νομοθεσίας περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Με απόφαση της Ολομέλειας των Δικηγο− ρικών Συλλόγων δύναται να προβλεφθεί ενιαίος τύπος δήλωσης για όλους τους Δικηγορικούς Συλλόγους της χώρας.
παρ. 6
6. Αν ο δικηγόρος δεν υποβάλλει την ετήσια δήλωση, καθώς και την ετήσια εισφορά του, μέχρι την 30ή Ιου− νίου του τρέχοντος δικαστικού έτους, ειδοποιείται από το σύλλογο εγγράφως και εάν δεν εκπληρώσει την υπο− χρέωσή του αυτή εντός δύο μηνών διαγράφεται από το μητρώο του οικείου δικηγορικού συλλόγου, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Σε περίπτωση υποβολής αίτησης επανεγγραφής το Διοικητικό Συμβούλιο εκτιμά με αιτιολογημένη απόφασή του τους επικαλούμενους, από τον ενδιαφερόμενο, λόγους.
παρ. 7
7. Η αξίωση του οικείου δικηγορικού συλλόγου για την καταβολή της ετήσιας εισφοράς μπορεί να συμψηφισθεί με την αξίωση του δικηγόρου να λάβει το μέρισμα από τους διανεμητικούς λογαριασμούς που τηρεί και δια− χειρίζεται κάθε δικηγορικός σύλλογος.
Άρθρο 31
Άρθρο 31 Αναστολή άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος
παρ. 1
1. Η άσκηση του λειτουργήματος του δικηγόρου ανα− στέλλεται: α) Σε εκείνους που διορίζονται, υπουργοί, αναπληρω− τές υπουργοί, υφυπουργοί, γραμματείς του υπουργικού συμβουλίου, γενικοί ή ειδικοί γραμματείς της Βουλής και των υπουργείων, καθώς και στους συμβούλους αυτών, πλην των ειδικών συνεργατών. Ειδικά όταν πρόκειται για την περίπτωση των ειδικών συμβούλων, με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρο− νικής Διακυβέρνησης και του αρμόδιου κατά περίπτω− ση υπουργού μπορεί να εισαχθούν εξαιρέσεις από την αναστολή άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος.
παρ. 2
2. Η έναρξη και η λήξη της αναστολής του λειτουργή− ματος του δικηγόρου συμπίπτει με το χρονικό σημείο έναρξης και λήξης των πιο πάνω ιδιοτήτων.
Άρθρο 32
Άρθρο 32 Μερική αναστολή άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος
παρ. 1
1. Οι καθηγητές και οι αναπληρωτές καθηγητές των σχολών των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τελούν σε μερική αναστολή του δικηγο− ρικού λειτουργήματος. Στους ανωτέρω επιτρέπεται η παροχή γνωμοδοτήσεων και η παράσταση ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, του Συμβουλίου Επικρα− τείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, των ανακριτικών αρχών για υποθέσεις κακουργηματι− κού χαρακτήρα, των Εφετείων, του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου και Μικτού Ορκωτού Εφετείου, εφόσον 3510 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) πληρούν τις προϋποθέσεις παράστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα.
παρ. 2
2. Δικηγόροι που έχουν εκλεγεί Βουλευτές ή Ευρωβου− λευτές κατά τη διάρκεια της θητείας τους δεν επιτρέπε− ται να αναλαμβάνουν άμεσα οι ίδιοι ή έμμεσα με συνερ− γάτη τους και να παρίστανται είτε στην προδικασία είτε στην κυρία διαδικασία για υποθέσεις: α) ναρκωτικών και β) αδικημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής.
παρ. 3
3. Ο χρόνος της μερικής ή ολικής αναστολής της άσκησης της δικηγορίας θεωρείται για την προαγωγή των δικηγόρων και τα ασφαλιστικά τους δικαιώματα ή υποχρεώσεις ως χρόνος πραγματικής άσκησης δι− κηγορίας.
Άρθρο 33
Άρθρο 33 Παύση δικηγόρων Ο δικηγόρος παύει να ασκεί τα καθήκοντά του μετά την αμετάκλητη καταδίκη του σε οριστική ή προσωρινή παύση για όσο χρόνο η τελευταία διαρκεί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ
Άρθρο 34
Άρθρο 34 Υποχρέωση σεβασμού και τιμής στο λειτούργημα του δικηγόρου
παρ. 1
1. Ο δικηγόρος κατά την άσκηση των καθηκόντων του δικαιούται να απολαμβάνει του σεβασμού και της τιμής που οφείλεται στο λειτούργημά του από τους δικαστικούς λειτουργούς και από κάθε άλλο πρόσωπο που ενεργεί στο πλαίσιο της Δημόσιας Διοίκησης.
παρ. 2
2. Η είσοδος στα Υπουργεία και στα δημόσια κατα− στήματα επιτρέπεται ελεύθερα στους δικηγόρους με επίδειξη της επαγγελματικής τους ταυτότητας, κάθε εργάσιμη ημέρα και ώρα χωρίς κανένα χρονικό ή άλλο περιορισμό.
Άρθρο 35
Άρθρο 35 Θεμελιώδεις υποχρεώσεις του δικηγόρου
παρ. 1
1. Ο δικηγόρος απευθύνεται προς τους δικαστές, τους εισαγγελείς, τους δικαστικούς γραμματείς, και στους υπαλλήλους της Δημόσιας Διοίκησης και κάθε άλλης Δημόσιας Αρχής, με υπευθυνότητα και σεβασμό.
παρ. 2
2. Ο δικηγόρος τηρεί τους κανόνες ευπρέπειας, προς τους συναδέλφους του και αποφεύγει υβριστικές, προ− σβλητικές ή υπαινικτικές εκφράσεις προσωπικά εναντίον αυτών που υπερασπίζονται ή εκπροσωπούν αντιδίκους.
παρ. 3
3. Ο δικηγόρος οφείλει να ενημερώνει τον εντολέα του για όλους τους θεσμούς και τις δυνατότητες εναλ− λακτικής επίλυσης των διαφορών, και γενικά να συμβά− λει στην επίλυση αυτών με οποιονδήποτε τρόπο προς όφελος του εντολέα του.
Άρθρο 36
Άρθρο 36 Περιγραφή του έργου του δικηγόρου
παρ. 1
1. Αποκλειστικό έργο του δικηγόρου είναι να αντι− προσωπεύει και να υπερασπίζεται τον εντολέα του σε κάθε δικαστήριο ή αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας, στα δικαστήρια, τις υπηρε− σίες και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα διεθνή δικαστήρια, στα πειθαρχικά και υπηρεσιακά συμβούλια, καθώς και η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρε− σιτεχνίας. Επίσης η παροχή νομικών συμβουλών προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και η σύνταξη γνωμοδοτήσεων προς οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο και Αρχή. Στο έργο αυτού περιλαμβά− νεται και η διαμεσολάβηση για την αναζήτηση συμβι−
παρ. 2
2. Ομοίως στο έργο του δικηγόρου περιλαμβάνονται: α) Η έρευνα των βιβλίων των υποθηκοφυλακείων και κτηματολογικών γραφείων, καθώς και η σύνταξη των σχετικών εγγράφων ελέγχου τίτλων. Η αίτηση και η λήψη των πιστοποιητικών και αντιγράφων δεν απαιτεί παράσταση ή διαμεσολάβηση δικηγόρου. β) Η έκδοση επικυρωμένων αντιγράφων κάθε είδους εγγράφων. Τα αντίγραφα αυτά έχουν πλήρη ισχύ ενώ− πιον οποιασδήποτε Δικαστικής ή άλλης Αρχής, καθώς και έναντι ιδιωτών, φυσικών ή νομικών προσώπων. γ) Η μετάφραση εγγράφων που έχουν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, καθώς και η μετάφραση ελληνικών εγγρά−
Άρθρο 37
Άρθρο 37 Αποδοχή εντολής − Τήρηση επιμέλειας και ευπρέπειας
παρ. 1
1. Ο δικηγόρος έχει υποχρέωση να αναλαμβάνει κάθε υπόθεση, εκτός εάν αυτή είναι προδήλως αβάσιμη, δεν είναι δεκτική υπεράσπισης, έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα άλλων εντολέων του ή αντιβαίνει στις αρχές του.
παρ. 2
2. Ο δικηγόρος οφείλει να αναλαμβάνει την υπερά− σπιση οποιουδήποτε κατηγορουμένου, εφόσον αυτό ζητηθεί από τις δικαστικές αρχές, με την επιφύλαξη της παραγράφου 1.
παρ. 3
3. Ο δικηγόρος οφείλει: α) να εκτελεί τα καθήκοντά του με ευσυνειδησία και επιμέλεια, β) να επιχειρεί το συμβιβασμό υποθέσεων που είναι δεκτικές συμβιβασμού, γ) να μην παρελκύει τις δίκες.
Άρθρο 38
Άρθρο 38 Απόρρητο και εχεμύθεια Ο δικηγόρος οφείλει να τηρεί αυστηρά εχεμύθεια για όσα του εμπιστεύεται ο εντολέας του κατά την ανάθεση και εκτέλεση της εντολής ή πληροφορείται κατά τη διάρκεια του χειρισμού της.
Άρθρο 39
Άρθρο 39 Δικονομικό πλαίσιο άσκησης της δικηγορίας
παρ. 1
1. Απαγόρευση έρευνας και κατάσχεσης. Απαγορεύε− ται η διεξαγωγή έρευνας για την αναζήτηση εγγράφων ή άλλων στοιχείων ή των ηλεκτρονικών μέσων απο− ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3511 θήκευσης αυτών, καθώς και η κατάσχεση αυτών, για όσο χρόνο βρίσκονται στην κατοχή του δικηγόρου για υπόθεση που αυτός χειρίζεται.
παρ. 2
2. Ειδική Δωσιδικία. Οι κατηγορούμενοι για πλημμέ− λημα δικηγόροι δικάζονται από το, κατά τόπο αρμόδιο, Τριμελές Εφετείο σε πρώτο βαθμό και από το Πεντα− μελές Εφετείο σε δεύτερο βαθμό.
παρ. 3
3. Αυτόφωρη διαδικασία. Δεν ακολουθείται η αυτό− φωρη διαδικασία στα πλημμελήματα που φέρεται να έχει διαπράξει δικηγόρος. Δικηγόρος, που συλλαμβά− νεται οποιαδήποτε ημέρα και ώρα δεν κρατείται, αλλά οδηγείται αμέσως ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών.
παρ. 4
4. Απαγόρευση σύλληψης δικηγόρου κατά τη διάρκεια λήψης απολογίας εντολέα του ενώπιον ανακριτή και κατά τη διάρκεια δίκης: α) Δεν επιτρέπεται η σύλληψη δικηγόρου, για οποιαδήποτε αιτία, όταν χειρίζεται υπό− θεση στο ακροατήριο και μέχρι την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, καθώς και κατά τη διάρκεια λήψης απολογίας εντολέα του ενώπιον ανακριτή. β) Στην περίπτωση, που δικηγόρος κατηγορείται για εξύβριση και δυσφήμηση του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου εκτελεί τα καθήκοντά του, ακολουθείται η διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 117 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Αν η πράξη εκδικαστεί αμέσως, η απόφα−
παρ. 5
5. Άρνηση μαρτυρίας: α) Όταν ο δικηγόρος καλείται με απόφαση δικαστηρίου ή διάταξη εισαγγελέα ή κλήση ανακριτή ή προανακριτικού υπαλλήλου να καταθέσει ως μάρτυρας είτε κατά την προδικασία είτε κατά την κυρία διαδικασία οφείλει να αρνηθεί να καταθέσει για όσα του έχει εμπιστευθεί ο εντολέας του, ανεξάρτητα αν στο μεταξύ έχει λυθεί η εντολή. β) Σε εξαιρετικές περιπτώσεις εναπόκειται στο δικηγόρο η απόφαση να καταθέσει και σε ποιο μέτρο για πράγματα που του εμπιστεύθηκε ο εντολέας του σταθμίζοντας την υπο− χρέωσή του ως θεμελιώδη υποχρέωση του δικηγορικού λειτουργήματός του.
Άρθρο 40
Άρθρο 40 Επαγγελματική προβολή
παρ. 1
1. Επιτρέπεται η προβολή και δημοσιοποίηση των το− μέων της επαγγελματικής δραστηριότητας δικηγόρου ή Δικηγορικής Εταιρείας, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, με τρόπο που προσιδιάζει στο δικηγορικό λειτούργημα και συνάδει με το κύρος του και την αξι− οπρέπεια του δικηγορικού λειτουργήματος.
παρ. 2
2. Επιτρέπεται η δημοσίευση επαγγελματικών κατα− χωρήσεων σε έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα, με στοιχεία επικοινωνίας και αναφορά είτε σε τίτλους σπουδών που αφορούν στην επιστημονική ειδίκευση δικηγόρου είτε στον τομέα δραστηριότητάς του τηρώντας τον Κώδικα Δεοντολογίας του Δικηγορικού Λειτουργήματος.
παρ. 3
3. Οποιαδήποτε προβολή ή δημοσιοποίηση δικηγόρου ή Δικηγορικής Εταιρείας δεν πρέπει: α) να είναι αθέμιτη, β) να είναι αναληθής ή παραπλανητική, γ) να περιέχει αναφορά σε αριθμό υποθέσεων ή πο− σοστά επιτυχίας του δικηγόρου σε δικαστηριακές ή άλλες υποθέσεις, δ) να περιλαμβάνει αναφορές ή συγκρίσεις με άλλους δικηγόρους ή δικηγορικές εταιρίες σε σχέση με την ποιότητα των υπηρεσιών ή την αμοιβή σε ωριαία βάση ή οποιαδήποτε άλλη μέθοδο χρέωσης, ε) να περιέχει ονόματα πελατών, εκτός αν υπάρχει η
παρ. 4
4. Δεν επιτρέπεται σε δικηγόρο είτε ατομικά είτε ως μέλος Δικηγορικής Εταιρείας να δίνει συνεντεύξεις στον Τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό, δημοσιεύοντας στοιχεία ή πληροφορίες σε σχέση με εκκρεμούσα, ενώπιον της Δικαιοσύνης, υπόθεση την οποία χειρίζεται ο ίδιος.
παρ. 5
5. Κάθε δικηγόρος ή Δικηγορική Εταιρεία, που διατηρεί ή δημιουργεί επαγγελματική ιστοσελίδα, οφείλει να το γνωστοποιεί στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο με την υποβολή της ετήσιας δήλωσης.
παρ. 6
6. Η παράβαση των διατάξεων του παρόντος άρθρου συνιστά και πειθαρχικό παράπτωμα που τιμωρείται με πρόστιμο από 1.000 έως 10.000 ευρώ για κάθε παρά− βαση, καταβάλλεται στο Ταμείο του οικείου Συλλόγου και εισπράττεται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Εί− σπραξης Δημοσίων Εσόδων. Σε περίπτωση υποτροπής δικηγόρου επιβάλλεται η ποινή της προσωρινής παύσης από δύο ως έξι μήνες και πρόστιμο μέχρι το διπλά− σιο του ανώτατου ορίου. Σε περίπτωση παραβίασης ή υποτροπής δικηγορικής Εταιρείας η πιο πάνω ποινή επιβάλλεται στον νόμιμο εκπρόσωπο ή στους νομίμους εκπροσώπους αυτής που ευθύνονται αλληλεγγύως και σε ολόκληρο.
παρ. 7
7. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τα πιο πάνω πρόστιμα μπορούν να αναπροσαρμόζονται.
Άρθρο 41
Άρθρο 41 Τήρηση των αρχών δεοντολογίας Ο δικηγόρος τηρεί: α) Τον ελληνικό Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος, όπως αυτός καταρτίζεται και εγκρίνε− ται από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος. Μέχρι την κατάρτιση και έγκρι− σή του, ισχύει σε όλη την Επικράτεια ο Κώδικας Δεοντο− λογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος, όπως εγκρίθηκε με την από 4.1.1980 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και δημοσιεύτηκε στον Κώδικα Νομικού Βήματος στον τόμο του 1986 και
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΕΙΔΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
ΤΜΗΜΑ Α΄ ΕΜΜΙΣΘΗ ΕΝΤΟΛΗ
Άρθρο 42
Άρθρο 42 Έμμισθος δικηγόρος Έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει απο− κλειστικά νομικές υπηρεσίες, ως νομικός σύμβουλος ή 3512 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή. Ο ίδιος δικηγόρος μπορεί επίσης να αναλαμ− βάνει υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον, αμειβόμενος είτε ανά υπόθεση είτε με άλλον τρόπο.
Άρθρο 43
Άρθρο 43 Πρόσληψη εμμίσθου δικηγόρου
παρ. 1
1. Η πρόσληψη δικηγόρων με έμμισθη εντολή στον ιδιωτικό τομέα γίνεται με έγγραφη σύμβαση, που κα− ταρτίζεται μεταξύ αυτού και του εντολέα.
παρ. 2
2. Η πρόσληψη δικηγόρων στους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά με νόμο, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη, με βάση όσα παρακάτω ορίζονται, εκτός αν πρόκειται για πρόσλη− ψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή νομικού συμβούλου στους φορείς αυτούς, ο οποίος προσλαμβάνεται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα. Ειδικότερα για τους εμμίσθους δικηγόρους: α) Η προκήρυξη πρέπει να περιέχει το αντικείμενο της απασχόλησης του δικηγόρου, τις τυχόν ειδικές ανά− γκες του νομικού προσώπου, την έδρα και τους όρους αμοιβής και υπηρεσιακής εξέλιξης του δικηγόρου και
Άρθρο 44
Άρθρο 44 Αποδοχές έμμισθου δικηγόρου
παρ. 1
1. Ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες με έμμισθη εντολή υπηρεσίες του αμείβεται με πάγιες μηνιαίες αποδο− χές που καθορίζονται με ελεύθερη συμφωνία με τον εντολέα του και οι οποίες δεν μπορούν να είναι κατώ− τερες των εκάστοτε ισχυουσών κατώτατων νόμιμων αποδοχών υπαλλήλου του ιδιωτικού τομέα ανάλογων επιστημονικών προσόντων.
παρ. 2
2. Οι αποδοχές των δικηγόρων που παρέχουν τις υπη− ρεσίες τους στο Δημόσιο, στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στα οποία συ− μπεριλαμβάνεται και ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφα− λίσεων, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
Άρθρο 45
Άρθρο 45 Περιορισμοί στους έμμισθους δικηγόρους
παρ. 1
1. Η σύμβαση του έμμισθου δικηγόρου που συμπληρώ− νει το 67ο έτος της ηλικίας του και θεμελιώνει συντα− ξιοδοτικό δικαίωμα για πλήρη σύνταξη από το Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.) λύεται και δεν επιτρέπεται να προσληφθεί ως έμμισθος στο Δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα. Το 67ο έτος θε− ωρείται ότι συμπληρώνεται την 31η Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους. Στην περίπτωση αυτή ο δικηγόρος λαμβάνει την αποζημίωση του άρθρου 46 παράγραφος 3 του Κώδικα.
παρ. 2
2. Δικηγόροι που προσφέρουν τις νομικές ή δικηγο− ρικές υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή σε υπηρεσίες, οργανισμούς, επιχειρήσεις και κάθε είδους νομικά πρόσωπα και υπάγονται ή θα υπαχθούν για τις υπηρεσίες τους αυτές στην ασφάλιση του ασφαλιστι− κού οργανισμού που καλύπτει το προσωπικό του εντο− λέα τους είτε βάσει του Κανονισμού ή Οργανισμού του ασφαλιστικού φορέα είτε από τις κείμενες διατάξεις, αποχωρούν υποχρεωτικά και η σύμβασή τους λύεται αυτοδικαίως, αφότου θεμελιώσουν από τις παραπάνω υπηρεσίες τους δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον Οργανισμό αυτό. Στις περι−
παρ. 3
3. Οι δικηγόροι που προσλαμβάνονται με έμμισθη εντολή έχουν την υποχρέωση εντός το αργότερο τριών μηνών από την υπογραφή της σύμβασης και ανεξάρ− τητα από το κύρος ή μη της σχετικής σύμβασης πρό− σληψης, να αναγγείλουν στους οικείους Δικηγορικούς Συλλόγους του τόπου όπου παρέχονται οι δικηγορικές ή νομικές υπηρεσίες την πρόσληψή τους.
παρ. 4
4. Ο δικηγόρος που συνταξιοδοτείται από το δημόσιο ή άλλον οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης υποχρεούται μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τη συνταξιοδότησή του, να υποβάλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο δή− λωση, στην οποία θα ανακοινώσει τη συνταξιοδότησή του, τον φορέα από τον οποίο συνταξιοδοτείται, τη χρονολογία έναρξης καταβολής της σύνταξης και το ποσό αυτής.
Άρθρο 46
Άρθρο 46 Διάρκεια και λήξη έμμισθης εντολής − αποζημίωση
παρ. 1
1. Οι διατάξεις για τη χορήγηση ετήσιας άδειας και επιδόματος αδείας που ισχύουν για τους υπαλλήλους στον ιδιωτικό τομέα, ισχύουν και για τους έμμισθους δικηγόρους. Σε περίπτωση ύπαρξης Κανονισμού εργασί− ας για τους εργαζόμενους στον εντολέα, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κανονισμού, εφόσον είναι ευνοϊκότε− ρες. Εφαρμόζονται επίσης στους έμμισθους δικηγόρους όλες οι κείμενες διατάξεις για χορήγηση αδείας μετ’ αποδοχών λόγω ασθενείας, αναρρωτικής άδειας και προστασίας της κύησης και της λοχείας.
παρ. 2
2. Η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται μόνο: α) με το θάνατο, β) τη λύση, κατάργηση ή διάλυση με οποιον− δήποτε τρόπο του νομικού πρόσωπου που απασχολεί τον δικηγόρο, γ) την πτώχευση του εντολέα και δ) με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή εντολοδό− χο δικηγόρο. Αν στο προσωπικό που απασχολείται στον εντολέα ισχύει κανονισμός εργασίας που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία, η καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Η καταγγελία με ποινή ακυρότητας είναι έγγραφη και σε αυτή αναφέρεται ο λόγος της απόλυσης, επιδίδεται δε με δικαστικό επιμελητή.
παρ. 3
3. α) Αν η έμμισθη εντολή του δικηγόρου λυθεί για οποιονδήποτε λόγο που αναφέρεται στην πρώτη παρά− γραφο, πλην της οικειοθελούς αποχώρησης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να εισπράξει από τον εντολέα του αποζημίωση. Η αποζημίωση προβλέπεται αναλόγως με το χρόνο διάρκειας της έμμισθης εντολής και ισούται: α) με δύο μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει ένα έτος υπηρεσίας στον εντολέα, β) με τρεις μηνιαίες πα− ροχές αν έχει συμπληρώσει τετραετή υπηρεσία, γ) με τέσσερις μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει εξαετή υπηρεσία, δ) με πέντε μηνιαίες παροχές αν έχει συμπλη− ρώσει οκταετή υπηρεσία, ε) με έξι μηνιαίες παροχές
παρ. 4
4. Μέχρι την πλήρη εξόφληση της πιο πάνω αποζημί− ωσης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τις μηνιαίες αποδοχές που ελάμβανε κατά την ημέρα της επίδοσης του εγγράφου της καταγγελίας.
παρ. 5
5. Η κατά την παράγραφο 3 αποζημίωση καταβάλ− λεται μειωμένη κατά το ήμισυ στους δικηγόρους και νομικούς ή δικαστικούς συμβούλους, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους προς τους εντολείς τους κατά τους όρους του άρθρου 43 του Κώδικα, σε περίπτωση οι− κειοθελούς αποχώρησής τους από την υπηρεσία για οποιονδήποτε λόγο, εφόσον έχουν συμπληρώσει στον ίδιο εντολέα τουλάχιστον δεκαπενταετή υπηρεσία. Η αποζημίωση καταβάλλεται κατά τα δύο τρίτα για όσους συμπληρώνουν εικοσαετή (20) υπηρεσία και ολόκληρη για όσους συμπληρώνουν εικοσιοκταετή (28) υπηρεσία. Όσοι αποχωρούν από το δικηγορικό λειτούργημα, λόγω
παρ. 6
6. Σε περίπτωση θανάτου, την αποζημίωση, δικαιούνται να την λάβουν ο/η σύζυγος και τα ανήλικα τέκνα του/της.
παρ. 7
7. Καταγγελία συμβάσεων εμμίσθων δικηγόρων για όσο χρόνο αυτοί είναι μέλη διοικητικών συμβουλίων Δικηγορικών Συλλόγων δεν επιτρέπεται. Η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, εκτός εάν: α) συντρέχουν άλλοι λόγοι που συνεπάγονται την απώλεια της άδειας άσκησης δικηγορικού λειτουργήματος ή β) επιτραπεί από το δευ− τεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο, από την επίδοση του εγγράφου της καταγγελίας.
ΤΜΗΜΑ Β΄
ΤΜΗΜΑ Β΄ ΑΛΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
Άρθρο 47
Άρθρο 47 Παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους συνταξιούχους άλλων κλάδων
παρ. 1
1. Δικηγόροι οι οποίοι ως άμεσα ασφαλισμένοι λαμβά− νουν από το Δημόσιο ή οποιονδήποτε ασφαλιστικό ορ− γανισμό σύνταξη, κύρια ή επικουρική, βοήθημα ταμείου αρωγής ή μέρισμα μετοχικού ταμείου, που το άθροισμα τους υπερβαίνει την καταβαλλόμενη, κατά μήνα κατά τη δημοσίευση του Κώδικα, σύνταξη δικηγόρου με σαράντα συντάξιμα χρόνια από το Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.) και τον κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης, οφείλουν με δήλωσή τους προς το Δικη− γορικό Σύλλογο που ανήκουν, μέσα σε έξι μήνες από την έναρξη της ισχύος του Κώδικα και εφεξής, μετά την έναρξη ισχύος του, μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την έναρξη καταβολής της σύνταξης ή βοηθήματος, μερίσματος ή άλλης παροχής, να επιλέξουν την άσκηση της δικηγορίας ή την απόληψη των παροχών αυτών.
παρ. 2
2. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζεται: α) Στους δικηγόρους που λαμβάνουν σύνταξη ανα− πηρίας ή θύματος πολέμου, στους οποίους περιλαμβά− νονται και οι τυφλοί, παραπληγικοί, τετραπληγικοί που αναφέρονται στο ν. 612/1977. β) Στους συνταξιούχους που είναι αγωνιστές της Εθνι− κής Αντίστασης ή πολεμιστές της γραμμής των πρόσω του πολέμου 1940−1941 και σε εκείνους που λαμβάνουν ή επαύξησαν σύνταξη λόγω αποκατάστασής τους σε θέ− σεις του δημόσιου τομέα, από τις οποίες είχαν απολυθεί ή εξαναγκασθεί σε παραίτηση κατά την, από 21.4.1967
παρ. 3
3. Η δήλωση επιλογής της παραγράφου 1 του πα− ρόντος άρθρου κοινοποιείται με δικαστικό επιμελητή στο Δικηγορικό Σύλλογο, στον οποίο ο δικηγόρος είναι μέλος. Αν ο υπόχρεος επιλέξει τη σύνταξη, θεωρείται ότι παραιτήθηκε από το δικηγορικό λειτούργημα από την επομένη της κοινοποίησης της δήλωσης αυτής στο Δικηγορικό Σύλλογο.
παρ. 4
4. Αν δεν κοινοποιηθεί εμπρόθεσμα δήλωση επιλογής, ο υπόχρεος σε δήλωση επιλογής διαγράφεται υποχρε− ωτικά από τα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου, στον οποίο ανήκει, ύστερα από απόφαση του διοικητικού του συμβουλίου. Τα αποτελέσματα της διαγραφής επέρχονται από την κοινοποίηση της απόφασης στον ενδιαφερόμενο.
παρ. 5
5. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της συνταξιοδο− τικής νομοθεσίας, ο δικηγόρος που με οποιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε λόγο διαγράφηκε από τα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου, δικαιούται στην απόληψη της σύνταξης και των άλλων παροχών από τον οφειλέτη ασφαλιστικό φορέα. Η απόληψη αρχίζει από την ημέρα που θα υποβάλει στον οικείο ασφαλι− στικό φορέα του βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου, στον οποίο ανήκει, ότι διαγράφηκε από τα μητρώα του συλλόγου.
παρ. 6
6. Η Επιτροπή Μητρώου οφείλει μόλις διαπιστώσει την πιο πάνω υπέρβαση του αθροίσματος των παροχών από τη μηνιαία σύνταξη, να ειδοποιήσει εγγράφως χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τον πρόεδρο του Δικηγορικού ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3515 Συλλόγου για την εφαρμογή του παρόντος και τη λήψη της σχετικής απόφασης περί διαγραφής.
παρ. 7
7. Κάθε άλλη διάταξη ουσιαστικού ή τυπικού νόμου, απόφασης αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντος άρ− θρου, καταργείται.
Άρθρο 48
Άρθρο 48 Παροχή υπηρεσιών προς δικηγόρους και Δικηγορικές Εταιρίες
παρ. 1
1. Δικηγόροι μπορούν να απασχολούνται από άλλους δικηγόρους ή από Δικηγορικές Εταιρίες για ορισμένη ή ορισμένες υποθέσεις ή αποκλειστικά. Η σχετική συμ− φωνία δεν θίγει την επιστημονική ανεξαρτησία τους κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους ακόμη και όταν ενεργούν συντονισμένα με άλλους δικηγόρους ή στην περίπτωση συνεργασίας με Δικηγορική Εταιρεία με τους εταίρους και λοιπούς συνεργάτες της εταιρείας.
παρ. 2
2. Όταν η συνεργασία του δικηγόρου με άλλον δικη− γόρο ή με Δικηγορική Εταιρεία είναι αποκλειστική, η σχετική συμφωνία είναι έγγραφη και πρέπει να κατα− τεθεί μέσα σε τρεις μήνες από την υπογραφή της στο Δικηγορικό Σύλλογο του δικηγόρου που απασχολείται ή στο Δικηγορικό Σύλλογο της έδρας της εταιρείας. Διαφορετικά η ρύθμιση της σχέσης δεν υπάγεται στο παρόν άρθρο.
παρ. 3
3. Η έγγραφη συμφωνία πρέπει να περιλαμβάνει του− λάχιστον: α) τη διάρκεια της συνεργασίας, β) τη συμφωνούμενη αμοιβή, γ) τον τρόπο καταβολής της αμοιβής, δ) τον τρόπο λύσης της συνεργασίας και την οφει− λόμενη αποζημίωση.
παρ. 4
4. Η εντολή χειρισμού υπόθεσης στο πλαίσιο της ρύθ− μισης της παραγράφου 1 λογίζεται ότι έχει δοθεί στον εντολέα δικηγόρο ή στην εντολέα Δικηγορική Εταιρεία.
ΤΜΗΜΑ Γ΄
ΤΜΗΜΑ Γ΄ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ
Άρθρο 49
Άρθρο 49 Ίδρυση Δικηγορικής Εταιρείας − Έδρα Υποκαταστήματα − Νομική προσωπικότητα Εταιρική επωνυμία
παρ. 1
1. Αστική Επαγγελματική Δικηγορική εταιρεία (στο εξής η «Δικηγορική Εταιρεία» ή η «Εταιρεία») επιτρέ− πεται να συσταθεί μόνο μεταξύ εν ενεργεία δικηγό− ρων (στο εξής οι «Εταίροι») με αποκλειστικό σκοπό την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών (οπουδήποτε, εντός ή εκτός Ελλάδος) και τη διανομή αποκλειστικά μεταξύ των Εταίρων (κατά τη μέθοδο, που θα συμφωνούν κατά την αδέσμευτη κρίση τους) των συνολικών κερδών, που θα προκύπτουν από τη δραστηριότητα της εταιρείας.
παρ. 2
2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του άρθρου 52 του Κώδικα, Εταίρος Δικηγορικής Εταιρείας απαγο− ρεύεται να συμμετέχει σε άλλη Δικηγορική Εταιρεία ή να ασκεί ατομική δικηγορία και γενικά να ενεργεί για δικό του λογαριασμό ή για λογαριασμό άλλου πράξεις αντίθετες με τα συμφέροντα της εταιρείας.
παρ. 3
3. Η έδρα της εταιρείας ορίζεται με το Καταστατι− κό στην περιφέρεια του Δικηγορικού Συλλόγου, στον οποίο είναι εγγεγραμμένος ένας από τους Εταίρους και καταχωρείται σε ειδικό βιβλίο (Μητρώο εταιρειών), που τηρείται για το σκοπό αυτόν από το Δικηγορικό Σύλλογο της έδρας της εταιρείας.
παρ. 4
4. Η Δικηγορική Εταιρεία δύναται να ιδρύει υποκατα− στήματα στην Ελλάδα σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα και στο εξωτερικό σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας της Ε.Ε. και της νομοθεσίας του εκάστοτε κράτους υποδοχής. Προϋπόθεση για τη σύννομη λειτουργία του υποκαταστήματος είναι ο διορι− σμός υπεύθυνου εκπροσώπου για το υποκατάστημα της Εταιρείας, ο οποίος δύναται να είναι είτε Εταίρος της Εταιρείας είτε συνεργάτης της δικηγόρος που συνδέε− ται με την Εταιρεία με σταθερή σχέση. Η απόφαση της Δικηγορικής Εταιρείας για ίδρυση υποκαταστήματος γνωστοποιείται εντός δέκα (10) ημερών στο Δικηγορικό Σύλλογο της έδρας της Εταιρείας και του Υποκαταστή− ματος και καταχωρείται στα βιβλία εταιρειών αυτών των Δικηγορικών Συλλόγων.
παρ. 5
5. Η Δικηγορική Εταιρεία δύναται να απασχολεί δι− κηγόρους μη Εταίρους και με σχέση αποκλειστικής παροχής υπηρεσιών κατά τα προβλεπόμενα στο άρ− θρο 48 του Κώδικα. Ασκούμενοι δικηγόροι μπορούν να ασκούνται σε Δικηγορικές Εταιρείες και να κάνουν πα− ραστάσεις στα δικαστήρια με οποιονδήποτε από τους Εταίρους ή τους συνεργάτες της Δικηγορικής Εταιρεί− ας. Κάθε Εταιρεία μπορεί να έχει τόσους ασκούμενους δικηγόρους όσους ατομικά έχουν δικαίωμα οι Εταίροι της, σύμφωνα με τον Κώδικα.
παρ. 6
6. Η Δικηγορική Εταιρεία αποκτά νομική προσωπι− κότητα από την εγγραφή της στο Μητρώο Εταιρειών του Δικηγορικού Συλλόγου της έδρας της ή από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 50.
παρ. 7
7. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό, σε περίπτωση θανάτου, δικαστικής συμπαράστασης, πα− ραίτησης ή παύσης από το λειτούργημα κάποιου από τους Εταίρους, εάν οι Εταίροι που απομένουν είναι του− λάχιστον δύο (2), η Εταιρεία συνεχίζεται μεταξύ τους.
παρ. 8
8. Η εταιρική επωνυμία, στην οποία περιέχεται ο τίτ− λος «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», περιλαμβάνει υποχρεωτικά κατά το στάδιο της ίδρυσής της τα ονοματεπώνυμα ή μόνο τα επώνυμα ενός ή περισσοτέρων Εταίρων. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο Καταστατικό, η επωνυμία της εταιρείας διατηρείται και μετά την αποχώρηση ή το θάνατο εκείνου του Εταίρου, το όνομα του οποίου περιλαμβάνεται στην επωνυμία. Σε περίπτωση που ο Εταίρος, το όνομα του οποίου περιλαμβάνεται στην εταιρική επωνυμία, τελεί σε αναστολή από τη δικηγορία, θα πρέπει καθ’ όλη τη διάρκεια της αναστολής, κάτω από την εταιρική επωνυμία να αναγράφεται ευκρινώς το όνομα του υπό αναστολή Εταίρου με τη σημείωση ότι τελεί σε αναστολή.
Άρθρο 50
Άρθρο 50 Καταστατικό Δικηγορικής Εταιρείας και διαδικασία έγκρισής του
παρ. 1
1. Για τη σύσταση της Δικηγορικής Εταιρείας απαιτεί− ται έγγραφο (Καταστατικό), το οποίο υπογράφεται από όλους τους ιδρυτές Εταίρους. Το Καταστατικό περιλαμ− βάνει τουλάχιστον: α) το σκοπό, την επωνυμία και την έδρα της Εταιρείας, β) τα ονόματα και τις διευθύνσεις των Εταίρων, γ) τους όρους της εισόδου, της αποχώρη− σης και της αποβολής των Εταίρων, δ) τον αριθμό των μεριδίων εκάστου εταίρου και τη μέθοδο διανομής των καθαρών κερδών, ε) τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εταίρων, στ) τον τρόπο διοίκησης της Εταιρείας, 3516 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) ζ) τον τρόπο εκπροσώπησης της Εταιρείας δικαστικώς
παρ. 2
2. Το Καταστατικό της Εταιρείας, καθώς και οι τροπο− ποιήσεις αυτού υποβάλλονται για έγκριση στο Δικηγο− ρικό Σύλλογο της έδρας της Εταιρείας. Αν το Καταστα− τικό δεν ορίζει διαφορετικά, για την τροποποίησή του απαιτείται απόφαση των Εταίρων που εκπροσωπούν τα 3/4 των εταιρικών μεριδίων.
παρ. 3
3. Η έγκριση του Καταστατικού και κάθε τροποποίησή του γίνεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου της έδρας της Εταιρείας, το οποίο ελέγχει αν οι διατάξεις του Καταστατικού συνάδουν με τις διατάξεις του νόμου.
παρ. 4
4. Αν παρέλθει άπρακτο διάστημα ενός (1) μηνός από την υποβολή του, προς έγκριση, Καταστατικού ή της τροποποίησής του, θεωρείται ότι η έγκριση έχει πα− ρασχεθεί.
παρ. 5
5. Η απόφαση που δεν εγκρίνει το Καταστατικό της Εταιρείας ή τις τροποποιήσεις του πρέπει να είναι επαρ− κώς αιτιολογημένη.
παρ. 6
6. Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικη− γορικού Συλλόγου, με την οποία εγκρίνεται ή τροποποι− είται το Καταστατικό ή λύεται η Εταιρεία εγγράφεται στα βιβλία εταιρειών του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου και δημοσιεύεται στο περιοδικό που εκδίδει ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος και σε περίπτωση που δεν εκ− δίδει τέτοιο, στο Νομικό Βήμα.
παρ. 7
7. Στο Δικηγορικό Σύλλογο της έδρας της Εταιρείας και στους Δικηγορικούς Συλλόγους, που υπάγονται τυ− χόν υποκαταστήματα της Εταιρείας, τηρείται φάκελος, τον οποίο η Εταιρεία υποχρεούται να ενημερώνει μέσα σε 15 ημέρες από κάθε μεταβολή που αφορά στην εκ− προσώπηση, διοίκηση ή διαχείρισή της, τη μεταβολή των μερίδων, την είσοδο ή αποχώρηση Εταίρων, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά στην ταυτότητα ή στην επωνυμία της Εταιρείας.
παρ. 8
8. Οι Εταιρείες υποχρεούνται να τηρούν βιβλίο πρακτι− κών των αποφάσεων της Συνέλευσης των εταίρων και των πράξεων των διαχειριστών, καθώς και τα φορολο− γικά βιβλία και στοιχεία που προβλέπονται από το νόμο.
Άρθρο 51
Άρθρο 51 Είσοδος, έξοδος και αποβολή εταίρου
παρ. 1
1. Η είσοδος νέων Εταίρων επιτρέπεται πάντοτε με απόφαση των Εταίρων με την απαρτία και πλειοψηφία που προβλέπεται στο Καταστατικό.
παρ. 2
2. Η αποχώρηση Εταίρου επιτρέπεται εφόσον προη− γηθεί έγγραφη, προ εξαμήνου, γνωστοποίησή του στην Εταιρεία. Το Καταστατικό μπορεί να ορίζει διαφορετική προθεσμία.
παρ. 3
3. Η αποβολή Εταίρου επιτρέπεται, μόνο για σπουδαίο λόγο, με απόφαση των Εταίρων και με την απαρτία και πλειοψηφία που προβλέπεται στο Καταστατικό. Σπουδαίος λόγος θεωρείται ιδίως η βαριά παράβαση καθηκόντων, η αδυναμία ή η πρόδηλη ανεπάρκεια για την εκτέλεσή τους, καθώς και κάθε βαρύ πειθαρχικό πα− ράπτωμα όπως αυτό προβλέπεται στο νόμο και στους Κώδικες Δεοντολογίας και μπορεί να πλήξει το κύρος και τη φήμη της Εταιρείας.
παρ. 4
4. Η είσοδος, η αποχώρηση, καθώς και η αποβολή εταίρου συνιστούν τροποποιήσεις του Καταστατικού και συνεπάγονται υποχρεωτικά την ανακατανομή των εταιρικών μεριδίων και των ποσοστών συμμετοχής στα κέρδη και στις ζημίες των Εταίρων κατόπιν απόφασης της Γενικής Συνέλευσης που συγκαλείται για το σκοπό αυτόν.
Άρθρο 52
Άρθρο 52 Εισφορές – Εταιρική Περιουσία – Εταιρικές Μερίδες
παρ. 1
1. Οι Εταίροι εισφέρουν υποχρεωτικά στην Εταιρεία την εργασία τους. Συμπληρωματικά επιτρέπεται απο− κλειστικά και μόνο για την εξυπηρέτηση των αναγκών της Εταιρείας η εισφορά σε χρήμα ή σε κινητά πράγ− ματα και η χρήση κινητών και ακινήτων πραγμάτων. Επιτρέπεται επίσης η κτήση κυριότητας ακινήτου από την Εταιρεία για την επαγγελματική της εγκατάσταση και μόνον. Η αποτίμηση των εισφορών, καθώς και οι τυχόν απολείψεις και επιστροφές οποιωνδήποτε ποσών στους Εταίρους, λόγω αποχώρησης ή για οποιονδήπο− τε άλλο λόγο, αποφασίζονται από τους Εταίρους της Δικηγορικής Εταιρείας.
παρ. 2
2. Οι εισφορές των Εταίρων και κάθε τι άλλο, που αποκτάται με οποιονδήποτε τρόπο στο όνομα ή για λογαριασμό της Εταιρείας, ανήκει στην Εταιρεία.
παρ. 3
3. Τα μερίδια κάθε Εταίρου ορίζονται ελεύθερα από τη Γενική Συνέλευση σε εκατοστιαία ποσοστά και δεν συνδέονται με την εισφορά του Εταίρου.
παρ. 4
4. Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης που λαμβά− νεται σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο Καταστατικό με την απαιτούμενη απαρτία και πλειοψηφία, τα μερίδια ανακατανέμονται είτε με την είσοδο ή αποχώρηση Εταί− ρου είτε με την αποβολή αυτού για σπουδαίο λόγο, είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Αν δεν ορίζεται σχετικά στο Καταστατικό, απαιτείται απόφαση των Εταίρων που εκπροσωπούν τα 3/4 των μεριδίων. Η μεταβολή των μεριδίων για οποιονδήποτε λόγο συνιστά τροποποίηση του Καταστατικού.
παρ. 5
5. Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των Εταίρων μπορεί να προβλεφθεί ότι αμοιβές από συμμετοχή σε Διοικητικά Συμβούλια ή από έμμισθη εντολή μπορούν να εισπραχθούν από τον Εταίρο απευθείας εφόσον η είσπραξη αυτή δεν γίνεται από την Εταιρεία αλλά ατο− μικά από τον Εταίρο.
Άρθρο 53
Άρθρο 53 Διοίκηση, Διαχείριση και εκπροσώπηση της Εταιρείας
παρ. 1
1. Ανώτατο όργανο της εταιρείας είναι η Γενική Συ− νέλευση των Εταίρων.
παρ. 2
2. Οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης λαμβάνονται με την απαρτία και πλειοψηφία που προβλέπεται για κάθε θέμα στο Καταστατικό της Εταιρείας. Για την ύπαρξη απαρτίας απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον δύο (2) Εταίρων. Για τη λήψη της απόφασης απαιτείται πλειοψηφία τουλάχιστον πάνω από το μισό του συνόλου των μεριδίων.
παρ. 3
3. Οι Εταίροι καλούνται εγγράφως από τον διαχει− ριστή της Εταιρείας ή από το 1/3 του αριθμού των Εταίρων με πρόσκληση στην οποία αναγράφονται τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, τρεις (3) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα της συνεδρίασης. Διαφορετικά η απόφαση είναι άκυρη. Στην προθεσμία ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3517 αυτή δεν υπολογίζονται η ημέρα της κοινοποίησης και της συνεδρίασης. Στην περίπτωση που δεν τηρηθούν οι πιο πάνω προϋ− ποθέσεις και προθεσμία και παρίστανται όλοι οι Εταίροι, χωρίς να προβάλλεται αντίρρηση είτε για τη σύγκληση και συζήτηση είτε για τη λήψη απόφασης, η Γενική Συ− νέλευση συνεδριάζει και λαμβάνει έγκυρα απόφαση επί των θεμάτων που συζητήθηκαν.
παρ. 4
4. Η Εταιρεία διοικείται από έναν ή περισσότερους διαχειριστές. Διαχειριστής ή διαχειριστές πρέπει να είναι Εταίρος ή Εταίροι. Οι διαχειριστές ορίζονται από το Καταστατικό ή εκλέγονται, ή επιλέγονται, ανακαλού− νται ή παύονται από τη Γενική Συνέλευση των Εταίρων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Καταστατικό.
παρ. 5
5. Οι διαχειριστές διοικούν, διαχειρίζονται και εκπρο− σωπούν την Εταιρεία δικαστικά και εξώδικα από κοινού ή μεμονωμένα, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο Κα− ταστατικό και στην απόφαση εκλογής ή επιλογής τους.
παρ. 6
6. Οι διαχειριστές δεν δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή για τη διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση της Εταιρείας, εκτός αν στο Καταστατικό και στην απόφαση εκλογής ή επιλογής τους ορίζεται διαφορετικά.
παρ. 7
7. Δικαιοπραξίες ή ενέργειες που επιχείρησε ο δια− χειριστής, στο πλαίσιο των νομίμων, καταστατικών και συμβατικών αρμοδιοτήτων του, δεσμεύουν την Εταιρεία.
παρ. 8
8. Ο διαχειριστής ευθύνεται απέναντι στην Εταιρεία και τους άλλους Εταίρους για κάθε ζημία που προκάλε− σε με τις ενέργειες ή παραλείψεις του σε αυτούς από δική του υπαιτιότητα. Περισσότεροι του ενός διαχειρι− στές ευθύνονται αλληλέγγυα και σε ολόκληρο.
παρ. 9
9. Ο διαχειριστής έχει υποχρέωση στο τέλος εκάστου διαχειριστικού έτους και το αργότερο εντός τριμήνου να λογοδοτήσει γραπτά στους λοιπούς Εταίρους.
παρ. 10
10. Η Εταιρεία οφείλει να αποκαταστήσει κάθε ζημία που ο διαχειριστής της ανυπαίτια υπέστη, κατά την άσκηση της διοίκησης και τη διαχείριση της Εταιρείας.
παρ. 11
11. Ο διαχειριστής μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε με απόφαση των Εταίρων που λαμβάνεται με απλή πλει− οψηφία των μεριδίων. Εάν ο διαχειριστής έχει διοριστεί απευθείας από το Καταστατικό και για ορισμένο χρόνο, η αντικατάστασή του ή ο διορισμός και άλλου ή άλ− λων διαχειριστών επιτρέπεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Σπουδαίος λόγος θεωρείται ιδίως η βαριά παράβαση ή η αδυναμία ή η ανεπάρκεια στο πλαίσιο εκτέλεσης των καθηκόντων του. Η ανάκληση για σπουδαίο λόγο απαιτεί πλειοψηφία τουλάχιστον των 4/5 του συνολικού αριθμού των μεριδίων.
Άρθρο 54
Άρθρο 54 Δικαιώματα − Διανομή εσόδων − Ευθύνη των Εταίρων Διαφορές μεταξύ των Εταίρων − Σχέσεις με εντολείς
παρ. 1
1. Κάθε Εταίρος έχει δικαίωμα να πληροφορείται αυ− τοπροσώπως για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων, να εξετάζει τα βιβλία και τα έγγραφα σχετικά με τη διαχείριση. Αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη.
παρ. 2
2. Η ετήσια διανομή καθαρών εσόδων γίνεται μέσα σε τρεις (3) μήνες από το κλείσιμο της διαχειριστικής περιόδου, όπως ορίζεται στο Καταστατικό.
παρ. 3
3. Οι Εταίροι μετέχουν στα κέρδη και τις ζημίες της Εταιρείας με βάση τα ποσοστά των μεριδίων τους. Το Καταστατικό δύναται να προβλέπει διαφορετική μέθοδο διανομής των κερδών, καθώς και την καταβολή εκτά− κτων αμοιβών για τους Εταίρους, που θα επιδεικνύουν ιδιαίτερη δραστηριότητα, ζήλο, απόδοση και συνεργα− σία. Κατά τα ποσά αυτά μειώνονται ανάλογα τα έσοδα των λοιπών Εταίρων.
παρ. 4
4. Ο Εταίρος που δεν είναι διαχειριστής, ευθύνεται έναντι των λοιπών Εταίρων και της Εταιρείας μόνο για την επιμέλεια που επιδεικνύει στις δικές του υποθέσεις, όπως αυτή οριοθετείται, ερμηνεύεται και εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 746 του Αστικού Κώδικα.
παρ. 5
5. Η Εταιρεία ευθύνεται έναντι τρίτων, κατά τις δι− ατάξεις για την ευθύνη των δικηγόρων, για πράξεις ή παραλείψεις των Εταίρων ή συνεργατών δικηγόρων, εφόσον αυτές έγιναν κατά τη διαχείριση ή την αντι− προσώπευση της Εταιρείας. Ο υπαίτιος για την πράξη ή παράλειψη Εταίρος ευθύνεται σε ολόκληρο.
παρ. 6
6. Η Εταιρεία έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του υπαι− τίου Εταίρου κατά το ποσό που η Εταιρεία θα ικα− νοποιήσει τον τρίτο. Στην περίπτωση που η Εταιρεία έχει ασφαλιστεί για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, δικαίωμα αναγωγής κατά του υπαιτίου εταίρου έχει η Εταιρεία μόνο για το ποσό που δεν καλύφθηκε από την ασφαλιστική Εταιρεία και την ασφαλιστική αποζημίωση.
παρ. 7
7. Κάθε διαφορά που προκύπτει από την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του νόμου ή του Καταστατι− κού της Εταιρείας είτε μεταξύ των Εταίρων είτε μεταξύ αυτών και της Εταιρείας, επιλύεται από τη Διαιτησία του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου μετά από προσφυγή εκείνου ή εκείνων που έχουν έννομο συμφέρον, μέσα σε αποσβεστική προθεσμία τριών (3) μηνών από τη γέννηση της διαφοράς. Οι διαιτητές ορίζονται για τρία (3) χρόνια από το Διοικητικό Συμβούλιο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Συνεχίζουν πάντως την άσκηση των καθη− κόντων τους για όσες υποθέσεις έχουν αναλάβει κατά τη διάρκεια της θητείας τους.
Άρθρο 55
Άρθρο 55 Σχέσεις Εταιρείας προς τρίτους
παρ. 1
1. Οι έγγραφες εντολές των εντολέων−πελατών λο− γίζεται ότι παρέχονται προς την Εταιρεία ακόμα και αν αυτές απευθύνονται προς Εταίρο ή συνεργάτη της Εταιρείας.
παρ. 2
2. Η Εταιρεία δεν επιτρέπεται να δέχεται εντολές υπεράσπισης ή εκπροσώπησης από φυσικά ή νομικά πρόσωπα με αντικρουόμενα, μεταξύ τους, συμφέροντα.
παρ. 3
3. Οι αμοιβές για δικαστικές ή εξώδικες υπηρεσίες που παρέχονται από τους δικηγόρους της Εταιρείας και η μέθοδος υπολογισμού τους συμφωνούνται από τον διαχειριστή της Εταιρείας ή από πρόσωπα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από αυτόν.
Άρθρο 56
Άρθρο 56 Διάρκεια − Λύση και εκκαθάριση
παρ. 1
1. Η Εταιρεία μπορεί να έχει αόριστη διάρκεια ή η διάρκειά της να είναι ορισμένου χρόνου. Σε κάθε περί− πτωση δεν επιτρέπεται η αρχική διάρκεια να ορισθεί βραχύτερη των πέντε (5) ετών. Το Καταστατικό μπορεί να προβλέπει τον τρόπο μεταβολής της διάρκειας της Εταιρείας από ορισμένη σε αόριστη και από αόριστη σε ορισμένη, καθώς και την παράταση ή τη σύντμηση της διάρκειας της Εταιρείας.
παρ. 2
2. Εφόσον δεν παραταθεί η διάρκεια της Εταιρείας ή αποφασισθεί η πρόωρη λύση της, σύμφωνα με τις δια− τάξεις του Καταστατικού, η Εταιρεία λύεται και τίθεται υπό εκκαθάριση. Η λύση και εκκαθάριση διενεργείται 3518 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 779 έως και 783 του Αστικού Κώδικα, των διατάξεων του Καταστατικού και τη σχετική απόφαση των Εταίρων, με την οποία και ορίζεται ένας ή περισσότεροι εκκαθαριστές. Η Εταιρεία εξακολουθεί να έχει νομική προσωπικότητα μέχρι την περάτωση της εκκαθάρισης και για τις ανάγκες αυτής.
παρ. 3
3. Εκκρεμείς υποθέσεις εντολέων−πελατών παραδί− δονται στους εκκαθαριστές, οι οποίοι αποφασίζουν για την ανάθεση του περαιτέρω χειρισμού τους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ ΑΜΟΙΒΕΣ ΚΑΙ ΘΕΣΜΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ
Άρθρο 57
Άρθρο 57 Δικαίωμα σε αμοιβή − Ανάλογη προκαταβολή
παρ. 1
1. Ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει αμοιβή από τον εντολέα του για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδι− κη, καθώς και για κάθε δαπάνη δικαστηριακή ή άλλη που κατέβαλε για την εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε.
παρ. 2
2. Δικαιούται επίσης να εισπράξει από τον εντολέα του προκαταβολή έναντι της αμοιβής ή των δαπανών του, κατά την έναρξη ή την πρόοδο της εργασίας. Η εργασία του δικηγόρου προς τον εντολέα του ολοκληρώνεται μόνο με την πραγματική είσπραξη της αμοιβής του.
Άρθρο 58
Άρθρο 58 Αμοιβή δικηγόρου
παρ. 1
1. Η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται ελεύθερα με έγ− γραφη συμφωνία με τον εντολέα του ή τον αντιπρό− σωπό του.
παρ. 2
2. Η συμφωνία αυτή περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξα− γωγή της δίκης είτε μέρος ή ειδικότερες πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσης νομικές εργασίες, δικαστικές ή εξώδικες.
παρ. 3
3. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα επόμενα άρθρα του Κώδικα, με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και, σε περίπτωση που το αντικείμενο της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα και δεν ορίζονται στις διατάξεις του Κώδικα, με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού.
παρ. 4
4. Με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρ− τημα Ι του Κώδικα: α) Διενεργείται από τα δικαστήρια η επιδίκαση δικα− στικών εξόδων, καθώς και η εκκαθάριση πινάκων δικη− γορικών αμοιβών, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 84 του Κώδικα, εφόσον δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία για την αμοιβή κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και η αμοιβή του δικηγόρου δεν υπολογίζεται επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης κατά το άρθρο 63 του Κώδικα, οπότε στις περιπτώσεις αυτές ισχύουν όσα ορίζονται ειδικότερα στις σχετικές διατάξεις. β) Προσδιορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου κατά την
παρ. 5
5. Οι αμοιβές μπορούν να αυξηθούν και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, ανάλογα με την επιστημονική ερ− γασία, την αξία και το είδος της υπόθεσης, του χρόνου που απαιτήθηκε, τις εκτός έδρας μεταβάσεις, τη σπου− δαιότητα της διαφοράς, των ειδικότερων περιστάσεων και κάθε είδους δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών. Αντί− θετα, σε περίπτωση που το αίτημα της αγωγής κριθεί ως υπέρογκο, αλλά δεν μπορούσε να έχει αξιολογηθεί από τον δικηγόρο ελλείψει πραγματικών στοιχείων, ο δικαστής ή το δικαστήριο και αυτεπάγγελτα μπορεί να προσδιορίσει την νόμιμη αμοιβή με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή, είτε κατά την εκτίμησή του είτε λόγω περιορισμού του αιτήματος της αγωγής κατά συμμόρφωση του δικηγόρου προς έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του.
Άρθρο 59
Άρθρο 59 Χρονοχρέωση − Αμοιβή ανάλογη με το χρόνο απασχόλησης
παρ. 1
1. Για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια ο δικηγό− ρος δύναται να συμφωνεί με τον εντολέα του και να λαμβάνει αμοιβή προσδιοριζόμενη ανάλογα με την ωρι− αία απασχόλησή του, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα. Αντίστοιχα προσδιοριζόμενη ωριαία αμοιβή δικαιούται ο δικηγόρος να λαμβάνει και για κάθε συνάντηση ή τηλεφωνική επικοινωνία με τον εντολέα του ή με τρίτο πρόσωπο, καθώς και για κάθε άλλη ενέργεια που σχετίζεται με την εκτέλεση της εντο− λής που του ανατέθηκε.
παρ. 2
2. Ο δικηγόρος είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιεί με κάθε πρόσφορο τρόπο στον πελάτη του την ωριαία αμοιβή του.
παρ. 3
3. Σε περίπτωση έλλειψης έγγραφης συμφωνίας, η αμοιβή του δικηγόρου, για δικαστικές ή εξώδικες εργα− σίες, πράξεις ή απασχολήσεις, δύναται να προσδιορί− ζεται με βάση την ωριαία απασχόληση του δικηγόρου, όπως αυτή αναφέρεται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα.
Άρθρο 60
Άρθρο 60 Εργολαβικό δίκης
παρ. 1
1. Επιτρέπεται η κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας, η οποία εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασί− ας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, όπως επίσης και συμφωνία, με την οποία εκχωρείται ή μεταβιβάζεται μέρος του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας, ως αμοιβή (εργολαβικό δίκης). Αυτή η συμφωνία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης. Σε περίπτωση που συμπράττουν πέραν του ενός δικηγόροι, το ως άνω ποσοστό δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30%. Σε συμφωνία, που εξαρτά την αμοιβή από το αποτέλε− σμα της δίκης, η αμοιβή εισπράττεται είτε από το ίδιο
παρ. 2
2. Η συμφωνία βάσει της οποίας εξαρτάται η αμοιβή του δικηγόρου από την έκβαση της δίκης και η οποία αναφέρεται σε υποθέσεις από ζημίες αυτοκινήτων, απαλλοτριώσεις ή σε μισθούς, ημερομίσθια, πρόσθε− τες αμοιβές για υπερωρίες, εργασία νυκτερινή ή σε Κυριακές ή εορτές, δώρα, αντίτιμο για άδεια ή επίδο− μα αδείας, αποζημίωση για καταγγελία της σύμβασης εργασίας και γενικά σε απαιτήσεις που ανάγονται σε εργασιακή σύμβαση υπαλλήλων, εργατών ή υπηρετών ή σε αποδοχές γενικά μονίμων δημοσίων υπαλλήλων ή υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. σε όποια δικαιοδοσία κι αν υπά− γονται καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται στο
παρ. 3
3. Η αναγγελία της εκχώρησης του τμήματος της απαίτησης για την κάλυψη της αμοιβής του δικηγόρου γίνεται με κοινοποίηση του σχετικού συμφωνητικού στον οφειλέτη, οποτεδήποτε πριν από την πληρωμή της απαίτησης. Όταν οφειλέτης είναι το Ελληνικό Δη− μόσιο, η αναγγελία γίνεται με υποβολή του εκχωρητικού εγγράφου στον οικείο Υπουργό και στην αρμόδια για την εκκαθάριση της δαπάνης Υπηρεσία Δημοσιονομι− κού Ελέγχου, χωρίς να τηρούνται οι διατυπώσεις του άρθρου 95 του ν. 2362/1995 (Α΄ 247), ως ισχύει. Για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και ασφαλιστικούς οργανισμούς το πιο πάνω έγγραφο γνωστοποιείται
παρ. 4
4. Η παραπάνω συμφωνία, που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, ισχύει μόνο όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξάγει τη δίκη μέχρι τε− λεσιδικίας, χωρίς να λάβει κάποια αμοιβή σε περίπτωση αποτυχίας, ο ίδιος ή ο συμπληρεξούσιος ή υποκατάστα− τός του. Τυχόν συμφωνία των μερών για την καταβολή εξόδων δεν ανατρέπει την ισχύ του εργολαβικού δίκης.
παρ. 5
5. Σε περίπτωση αμφιβολίας, για το αν η υπόθεση έχει θετική έκβαση σύμφωνα με τα παραπάνω, αποφαίνεται, μετά από αίτηση του εντολέα ή του δικηγόρου, το Συμ− βούλιο του Συλλόγου στον οποίο ανήκει ο δικηγόρος.
Άρθρο 61
Άρθρο 61 Προκαταβολή εισφορών − κρατήσεων
παρ. 1
1. Ο δικηγόρος για την άσκηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή ενδίκων μέσων και για την παράστασή του ενώπιον των δικαστηρίων και των δικαστικών συμ− βουλίων, ενώπιον δικαστών με την ιδιότητά τους ως ανακριτών ή εισηγητών ή εντεταλμένων δικαστών και γενικά για την παροχή υπηρεσιών, που σχετίζονται με την έναρξη και τη διεξαγωγή της δίκης, το στάδιο της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς ή της εξωδικαστικής διαμεσολάβησης ή δικαστικής μεσολάβη− σης ή της διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, στις οποί− ες συμπεριλαμβάνονται και οι διαδικασίες παροχής προ− σωρινής δικαστικής προστασίας ή έκδοσης δικαστικής
παρ. 2
2. Οι εισφορές αυτές είναι πάγια ποσά για κάθε δια− δικαστική πράξη ή παράσταση δικηγόρου, όπως καθο− ρίζονται στο Παράρτημα ΙΙΙ. Τα ποσά αυτά αναπροσαρ− μόζονται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, μετά από γνώμη της Ολο− μέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος. Η απόφαση αυτή μπορεί να εκδίδεται και χωρίς τη γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από τότε που θα ζητηθεί αυτή με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης.
παρ. 3
3. Από την υποχρέωση της προκαταβολής, που ορί− ζεται και υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, απαλλάσσονται οι δικηγόροι, όταν εκπροσωπούν: α) διαδίκους που αναγνωρίζονται ότι δικαιούνται του ευ− εργετήματος πενίας, σύμφωνα με τα άρθρα 194 έως 204 του Κ.Πολ.Δ., ή δικαιούχους νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν. 3226/2004 (Α΄ 24), β) διαδίκους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 82 παράγραφος 2 και της περίπτωσης θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 95 του Κώδικα, γ) το Ελληνικό Δημόσιο σε στενή έννοια. Η συνδρομή των περιπτώσεων β΄ και γ΄ αποδεικνύεται με υπεύθυνη δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου.
παρ. 4
4. Ο δικηγόρος για την κατάθεση κάθε είδους ενδί− κων βοηθημάτων ή ενδίκων μέσων, καθώς και για την παράστασή του ενώπιον των δικαστηρίων, δικαστών και για κάθε στάδιο της δίκης οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσης προκαταβολής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, να καταθέτει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η σχετική διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη. 3520 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) Σε περίπτωση αναβολής της συζήτησης ή ματαίωσης της δίκης, η προκαταβολή αναζητείται από τον δικηγόρο που προέβη σε αυτήν, άλλως η προκαταβολή ισχύει για τη νέα συζήτηση.
παρ. 5
5. Δικηγόρος που παραβιάζει την υποχρέωση προκα− ταβολής της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, υποχρε− ούται να καταβάλει το ποσό που όφειλε να προκατα− βάλει και τιμωρείται με πρόστιμο ύψους χιλίων (1.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, σε περίπτωση δε υποτροπής και με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από το δικηγορικό λειτούργημα από δεκαπέ− ντε (15) ημέρες μέχρι έξι (6) μήνες. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από πρόταση της Ολο− μέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, τα παραπάνω όρια του ύψους του προστίμου μπορούν να αναπροσαρμόζονται. Το ποσό προστίμου
παρ. 6
6. Οι προϊστάμενοι των γραμματειών όλων των δικα− στηρίων υποχρεούνται, επί ποινή πειθαρχικού ελέγχου, να αποστέλλουν στο τέλος κάθε μήνα στους οικείους Δικηγορικούς Συλλόγους ονομαστικές καταστάσεις των δικηγόρων που παρέστησαν, χωρίς να προσκομίσουν το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του παρόντος γραμ− μάτιο προκαταβολής, μνημονεύοντας ταυτόχρονα τα στοιχεία του διαδίκου για τον οποίο παρέστησαν, τη δικονομική του θέση, την ημερομηνία δικασίμου, το δι− καστήριο και το είδος της διαδικασίας.
Άρθρο 62
Άρθρο 62 Διανεμητικοί λογαριασμοί
παρ. 1
1. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μετά από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, που σχηματίζεται με πλειοψηφία των 2/3 των μελών του και επικυρώνεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Συλλόγου, συστήνονται ειδικοί διανεμητικοί λογαριασμοί. Στους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθήνας και Θεσσαλονίκης, απαιτείται μόνο ο σχηματισμός ειδικής πλειοψηφίας των 3/5 του όλου αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.
παρ. 2
2. Οι πόροι των λογαριασμών προέρχονται από την υποχρεωτική καταβολή εισφορών των δικηγόρων για τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειές τους (ενδεικτικά για παραστάσεις στα δικαστήρια, συμβόλαια, απαλλο− τριώσεις, συνδικίες κ.λπ.). Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ρυθμίζονται τα ποσά των εισφορών ανά διαδικαστική πράξη ή ενέργεια, ο τρόπος συγκέντρωσης των καταβαλλόμενων ποσών από το Δικηγορικό Σύλλογο, τα κριτήρια συμμετοχής των δικηγόρων στους διανεμη− τικούς λογαριασμούς και η διανομή τους στα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία του λογαριασμού.
παρ. 3
3. Από την υποχρέωση καταβολής των πιο πάνω ει− σφορών προς το Δικηγορικό Σύλλογο, απαλλάσσονται οι δικηγόροι οι οποίοι εκπροσωπούν συμβαλλόμενους που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 82 και της περίπτωσης θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 95 του Κώδικα.
παρ. 4
4. Οι πιο πάνω αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης
Άρθρο 63
Άρθρο 63 Καθορισμός αμοιβής με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης
παρ. 1
1. Η αμοιβή, σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμ− φωνίας, καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης ως εξής: i. Η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής όπως παρακάτω: α) 2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρ− χεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ. β) 1,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ. γ) 1% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρ−
παρ. 2
2. Εάν το αντικείμενο της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα η αμοιβή υπολογίζεται με βάση το Παράρτημα Ι του Κώδικα. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, μετά από γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, οι αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα, επανακαθορίζονται ανά τριετία. Το προεδρικό διάταγμα μπορεί να εκδίδεται και χωρίς την προβλεπόμενη στο προηγούμενο εδάφιο γνώμη, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο μηνών από τότε που αυτή θα ζητηθεί με έγγραφο του Υπουργού
Άρθρο 64
Άρθρο 64 Αμοιβή στη σώρευση αγωγών
παρ. 1
1. Εάν περισσότερες αγωγές ενωθούν στο ίδιο δι− κόγραφο, οφείλεται ιδιαίτερη αμοιβή για κάθε αγωγή που σωρεύεται με βάση την αξία του αντικειμένου της.
παρ. 2
2. Η διάταξη της παραγράφου 1 εφαρμόζεται και στην περίπτωση κατά την οποία το δικόγραφο της αίτησης στρέφεται κατά περισσοτέρων ιδιοκτητών απαλλοτρι− ουμένων ακινήτων.
Άρθρο 65
Άρθρο 65 Αμοιβή για ανταγωγή, παρέμβαση, ανακοπή Με την αγωγή εξομοιώνεται η ανταγωγή και η κύρια παρέμβαση, είτε ασκούνται με χωριστό δικόγραφο είτε με τις προτάσεις, καθώς και οι ανακοπές πλην αυτών του άρθρου 66 του Κώδικα.
Άρθρο 66
Άρθρο 66 Αμοιβή για ανακοίνωση δίκης και για ανακοπή Για τη σύνταξη ανακοίνωσης δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση, ανακοπής κατά επιταγής, τριτανακο− πής, ανακοπής κατά δήλωσης σε κατάσχεση, ανακο− πής κατά συντηρητικού μέτρου, παρατηρήσεων ενώπιον του συμβολαιογράφου ως προς τη σύνταξη του πίνακα, ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, η αμοιβή ορίζεται στο μισό της αμοιβής όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 65 του Κώδικα.
Άρθρο 67
Άρθρο 67 Αμοιβή για παρεμπίπτουσα αγωγή που αφορά σε τόκους κ.λπ. Για τη σύνταξη παρεμπιπτουσών αγωγών, που αφο− ρούν σε ανατοκισμό τόκων, σε πρόσθετη αποζημίωση ή σε καρπούς και τόκους συμπληρωματικούς ή μετα− γενεστέρους, η αμοιβή ορίζεται σύμφωνα με την παρά− γραφο 1 του άρθρου 63 του Κώδικα.
Άρθρο 68
Άρθρο 68 Αμοιβή για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση
παρ. 1
1. Για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζή− τηση της υπόθεσης, η αμοιβή του δικηγόρου του ενα− γόμενου είναι ίση με την αμοιβή της παραγράφου 1 του άρθρου 63 του Κώδικα και του δικηγόρου του ενάγοντος ορίζεται στο μισό της αμοιβής αυτής.
παρ. 2
2. Για τη σύνταξη προτάσεων σε κάθε επόμενη συζή− τηση της υπόθεσης ενώπιον των ίδιων δικαστηρίων, η αμοιβή των δικηγόρων όλων των διαδίκων είναι ίση με την αμοιβή του δικηγόρου του ενάγοντος που ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο.
παρ. 3
3. Για τη σύνταξη προτάσεων σε παρεμπίπτουσες αγωγές, όταν αυτές συνεκδικάζονται με την κύρια αγω− γή, ο δικηγόρος δεν έχει δικαίωμα αμοιβής.
Άρθρο 69
Άρθρο 69 Αμοιβή για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου
παρ. 1
1. Για τη σύνταξη προτάσεων στην πρώτη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η αμοιβή των δικηγόρων όλων των διαδίκων είναι διπλάσια από την αμοιβή που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 68 του Κώδικα. Για καθεμία από τις επόμενες συζητήσεις η αμοιβή των δικηγόρων και των δύο διαδίκων είναι διπλάσια από την αμοιβή που ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 68 του Κώδικα.
παρ. 2
2. Ως πρώτη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου θεωρείται η πρώτη συζήτηση για καθεμία έφεση που ασκήθηκε στην ίδια υπόθεση.
παρ. 3
3. Για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του εφετείου που δικάζει ως δικαστήριο πρώτου βαθμού, η αμοιβή καθορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68 του Κώδικα με βάση το αντικείμενο της διαφοράς.
Άρθρο 70
Άρθρο 70 Αμοιβή για τη σύνταξη αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής, για αγωγή λογοδοσίας και αίτηση διαιτησίας
παρ. 1
1. Για τη σύνταξη αίτησης ασφαλιστικών μέτρων η αμοιβή καθορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 63 του Κώ− δικα: (α) με βάση το δεκαπλάσιο της ετήσιας προσόδου, εφόσον πρόκειται για προσοδοφόρα κτήματα, (β) με βάση την αξία της νομής ή και οιονεί νομής, που απο− τελεί το αντικείμενο της αίτησης εφόσον πρόκειται για μη προσοδοφόρα κτήματα ή για αξία δικαιωμάτων που δεν μπορεί να προσδιοριστεί.
παρ. 2
2. Η αξία της νομής ορίζεται με βάση την αξία του κτήματος, όπως προσδιορίζεται στην αίτηση και επικου− ρικά με βάση την αντικειμενική του αξία. Εάν η οιονεί νομή δουλείας είναι αντικείμενο της αίτησης, η αξία της δουλείας ορίζεται με την υπερτίμηση, την οποία αυτή προσδίδει στο δεσπόζον κτήμα, εκτός εάν το πο− σόν, κατά το οποίο μειώνεται η αξία του δουλεύοντος κτήματος, είναι μεγαλύτερο, οπότε ορίζεται κατά το μεγαλύτερο ποσό.
παρ. 3
3. Για τη σύνταξη κυρίας ή παρεμπίπτουσας αγωγής λογοδοσίας, η αμοιβή προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 63 του Κώδικα με βάση το εικαζόμενο έλλειμμα.
παρ. 4
4. Για τη σύνταξη πρόσκλησης για υποβολή της δια− φοράς σε διαιτησία ή αίτησης περί διαιτησίας, η αμοιβή προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 63 του Κώδικα με βάση το ποσό του αντικειμένου της διαφοράς.
παρ. 5
5. Με τον ίδιο τρόπο προσδιορίζεται η αμοιβή για τη σύνταξη αίτησης ή προσφυγής για ερμηνεία συμβάσεων ή λύση διαφορών μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των αναδόχων δημοσίων έργων ή παραχωρησιούχων.
παρ. 6
6. Για τη σύνταξη υπομνημάτων ή προτάσεων, την πα− ράσταση και γενικά για τη διεξαγωγή της διαδικασίας, τις ενέργειες του δικηγόρου ενώπιον διαιτητικού οργά− νου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που αφορούν τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων.
Άρθρο 71
Άρθρο 71 Αμοιβή για συμβιβασμό κατά τη διάρκεια δίκης ή μέσω εξωδικαστικής ή δικαστικής επίλυσης της διαφοράς (εξωδικαστική διαμεσολάβηση−δικαστική μεσολάβηση) Η αμοιβή που συμφωνήθηκε γραπτά και η αμοιβή που ορίζεται από τις πιο πάνω διατάξεις σε περίπτωση έλ− λειψης γραπτής συμφωνίας οφείλεται και εάν η υπό− θεση επιλυθεί συμβιβαστικά (δικαστικά ή εξωδικαστικά με οποιονδήποτε τρόπο). Η διάταξη αυτή δεν ισχύει σε περίπτωση που ο δικηγόρος απασχολείται με έμμισθη εντολή ή του καταβάλλεται πάγια περιοδική αμοιβή, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί γραπτά το αντίθετο. 3522 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)
Άρθρο 72
Άρθρο 72 Αμοιβή για σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση
παρ. 1
1. Για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση τίτλων εκτελεστών η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται στο σύ− νολο της δικαστικής δαπάνης, όπως αυτή επιδικάστηκε από το δικαστήριο.
παρ. 2
2. Από περισσότερους συνοφειλέτες ή συγκατόχους πράγματος που επιτάσσονται με χωριστή επιταγή ή με την ίδια, που κοινοποιείται στον καθέναν από αυτούς, οφείλεται μία αμοιβή.
Άρθρο 73
Άρθρο 73 Αμοιβή για έλεγχο τίτλων
παρ. 1
1. Για τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου και στη σύνταξη της σχετικής έκθεσης του αγοραστή ή του πωλητή, καθώς και για έρευνα στα βιβλία μεταγραφών, υποθηκών ή κατασχέσεων, η αμοιβή του δικηγόρου κα− θορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία.
παρ. 2
2. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή ορίζεται ως εξής: α) αν αφορά στον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας και βα− ρών και στη σύνταξη της σχετικής έκθεσης για την υπογραφή συμβολαίου, ορίζεται στο μισό (1/2) αυτής που υπολογίζεται επί της αξίας του αντικειμένου της δικαιοπραξίας, κατά τα οριζόμενα στο επόμενο άρθρο του παρόντος και β) αν αφορά στην έρευνα στα βιβλία μεταγραφών, υποθηκών ή κατασχέσεων, για τη διακρίβωση ακινήτων ιδιοκτησίας τρίτου και των βαρών αυτής, για κάθε άλλο λόγο, ορίζεται σε ωριαία βάση, ανάλογα με το χρόνο παροχής εργασίας, όπως καθορίζεται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα.
Άρθρο 74
Άρθρο 74 Αμοιβή στις δικαιοπραξίες
παρ. 1
1. Για τη σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δη− μοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες (συμ− βόλαια) η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία.
παρ. 2
2. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία η αμοιβή του δικηγόρου θα υπολογίζεται ποσοστιαίως και ανάλογα με την αξία του αντικειμένου της δικαιο− πραξίας, όπως τα ποσοστά και οι αξίες αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙ του Κώδικα, το οποίο αποτελεί ανα− πόσπαστο μέρος του. Τα ποσοστά και οι αξίες του Παραρτήματος ΙΙ, με βάση τα οποία υπολογίζεται η αμοιβή του δικηγόρου σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης μετά από γνώμη της Ολο− μέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της
παρ. 3
3. Για δικαιοπραξία το αντικείμενο της οποίας δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική ποσότητα, η αξία προσδιορίζεται βάσει της πραγματικής αξίας του αντι− κειμένου της. Για δικαιοπραξία με περισσότερα αντι− κείμενα λαμβάνεται υπόψη η αξία των περισσοτέρων αντικειμένων.
παρ. 4
4. Στην περίπτωση παράστασης δικηγόρου σε συμ− βόλαιο γίνεται ειδική μνεία στο συμβόλαιο και επισυνά− πτεται σε αυτό σχέδιο για τη σύμβαση, υπογεγραμμένο από αυτόν, με θεωρημένη την υπογραφή από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο. Ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος εκδίδει τριπλότυπη απόδειξη για κάθε παράσταση δι− κηγόρου σε συμβόλαιο ενώπιον Συμβολαιογράφου, ένα από τα αντίτυπα της οποίας προσαρτάται από τον συμ− βολαιογράφο στο συμβόλαιο.
Άρθρο 75
Άρθρο 75 Αμοιβή εργασιών με περισσότερους εντολείς
παρ. 1
1. Εάν οι αναφερόμενες στα προηγούμενα άρθρα πρά− ξεις και εργασίες έγιναν κατόπιν εντολής περισσοτέρων του ενός εντολέων, σε περίπτωση μη ύπαρξης γραπτής συμφωνίας, η αμοιβή του δικηγόρου αυξάνεται κατά 5% για καθέναν των πέραν του ενός από αυτούς. Σε καμία περίπτωση η αμοιβή αυτή δεν μπορεί να υπερβεί το διπλάσιο.
παρ. 2
2. Σε περίπτωση περισσοτέρων εντολέων καθένας απ’ αυτούς είναι σε ολόκληρο υπόχρεος για την πληρωμή όλης της συμφωνημένης αμοιβής ή σε περίπτωση έλλει− ψης γραπτής συμφωνίας, της αμοιβής που προβλέπεται στις πιο πάνω διατάξεις.
Άρθρο 76
Άρθρο 76 Αμοιβή δικηγόρων από κοινό εντολέα Για εργασίες που ανατίθενται σε περισσότερους δικηγόρους, καθένας από αυτούς δικαιούται να λάβει από τον κοινό εντολέα ολόκληρη την αμοιβή κατά τις διατάξεις του Κώδικα.
Άρθρο 77
Άρθρο 77 Αμοιβή σε περίπτωση ανάκλησης εντολής Σε περίπτωση που υπάρχει γραπτή συμφωνία για αμοιβή και ανακληθεί η εντολή προς τον δικηγόρο, εάν η ανάκληση είναι αδικαιολόγητη, ο εντολέας υπο− χρεούται σε άμεση εκτέλεση όλων των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη συμφωνία. Εάν η ανάκληση είναι δικαιολογημένη, ο εντολέας υποχρεούται στην καταβολή των δαπανών και της αμοιβής του δικηγόρου για τις μέχρι την ανάκληση εργασίες του, με βάση τις διατάξεις του Κώδικα.
Άρθρο 78
Άρθρο 78 Αμοιβή σε περίπτωση μη εκτέλεσης εντολής Σε περίπτωση που υπάρχει συμφωνία για αμοιβή και ο δικηγόρος δεν εκτελέσει την εντολή που του ανατέθηκε, εάν η μη εκτέλεση είναι αδικαιολόγητη, δικαιούται μόνο την είσπραξη των δαπανών που πραγματοποίησε, όχι όμως και την αμοιβή που συμφωνήθηκε γραπτά ή την αμοιβή όπως ορίζεται από τις πιο πάνω διατάξεις. Εάν η μη εκτέλεση είναι δικαιολογημένη, δικαιούται να εισπρά− ξει τις δαπάνες που πραγματοποίησε και την ανάλογη αμοιβή προς τις υπηρεσίες που έχει προσφέρει.
Άρθρο 79
Άρθρο 79 Αμοιβή για εντολή που δεν περατώθηκε εξαιτίας ανωτέρας βίας Σε περίπτωση που υπάρχει συμφωνία για αμοιβή και δεν κατέστη εφικτή η περάτωση της ανατεθείσας εντο− λής στον δικηγόρο, λόγω θανάτου του ή για άλλον λόγο ανωτέρας βίας, δικαιούνται οι κληρονόμοι του στην πρώ− ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3523 τη περίπτωση και ο ίδιος στη δεύτερη να εισπράξουν τις δαπάνες που έχουν πραγματοποιηθεί, καθώς και την ανάλογη αμοιβή για τις υπηρεσίες που έχουν προσφερ− θεί, με βάση τη γραπτή ή προφορική συμφωνία.
Άρθρο 80
Άρθρο 80 Αμοιβή για σύνταξη εγγράφου από δικηγόρο Η υπογραφή εγγράφου από δικηγόρο παρέχει σε αυ− τόν το δικαίωμα είσπραξης πλήρους αμοιβής για τη σύνταξη του εγγράφου σύμφωνα με τον Κώδικα.
Άρθρο 81
Άρθρο 81 Αμοιβή δικηγόρου για αυτοπρόσωπη υπεράσπιση προσωπικών του υποθέσεων Ο δικηγόρος για την υπεράσπιση των προσωπικών του υποθέσεων, που διεξάγονται από τον ίδιο, δικαιούται να ζητήσει από τον αντίδικό του, πλήρη αμοιβή.
Άρθρο 82
Άρθρο 82 Παροχή υπηρεσιών δωρεάν ή με μειωμένη αμοιβή
παρ. 1
1. Δεν επιτρέπεται στον δικηγόρο να παρέχει τις υπη− ρεσίες του χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα.
παρ. 2
2. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η παροχή υπηρεσιών, χωρίς τον περιορισμό της παραγράφου 1, στο σύζυγο ή σε συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού, καθώς και σε δικηγόρο, ασκούμενο δικηγόρο, δικηγόρο σε αναστολή άσκησης των καθηκόντων του ή συνταξιούχο δικηγόρο, εφόσον πρόκειται για προσωπική τους υπόθεση. Τα πρόσωπα αυτά προκαταβάλλουν τα δικαστικά έξοδα.
παρ. 3
3. Η παράβαση των πιο πάνω διατάξεων του παρόντος άρθρου τιμωρείται πειθαρχικά, εάν κριθεί ότι αντίκειται στην αξιοπρέπεια του δικηγόρου.
Άρθρο 83
Άρθρο 83 Δεσμευτικότητα εκκαθάρισης εξόδων και δικηγορικής αμοιβής Η εκκαθάριση από τα δικαστήρια των εξόδων και της δικηγορικής αμοιβής, υπέρ του διάδικου που νίκησε, δεν είναι υποχρεωτική για τον δικηγόρο έναντι του εντολέα του και δεν επηρεάζει τη μεταξύ τους γραπτή συμφωνία ή την αμοιβή που ορίζεται στις πιο πάνω διατάξεις σε περίπτωση έλλειψης αυτής.
Άρθρο 84
Άρθρο 84 Δικαστική εκκαθάριση εξόδων και δικηγορικής αμοιβής
παρ. 1
1. Τα δικαστήρια κατά την επιδίκαση δικαστικών εξό− δων, καθώς και κατά την εκκαθάριση πινάκων δικηγο− ρικών αμοιβών, που διενεργείται στην περίπτωση έλλει− ψης γραπτής συμφωνίας για την αμοιβή του δικηγόρου ή του αντιπροσώπου του, εφαρμόζουν τις διατάξεις για τις αμοιβές του Κώδικα, εκτός εάν ειδικές διατάξεις προβλέπουν διαφορετικά. Λαμβάνουν υπόψη τον πίνακα των εξόδων που πραγματοποιήθηκαν και των αμοιβών που πρέπει να καταβληθούν και παρατίθεται υποχρεω− τικά από τους διαδίκους κάτω από τις προτάσεις τους. Ο δικηγόρος, σε γνώση του οποίου περιήλθε αυτή η παράβαση, υποβάλλει αίτηση στον οικείο Δικηγορικό
παρ. 2
2. Στις αποφάσεις που εκδίδονται κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων για αιτήσεις κάθε φύσης, επι− δικάζονται πάντοτε έξοδα και αμοιβή του δικηγόρου του διαδίκου που νίκησε. Στις αποφάσεις που εκδίδο− νται για αιτήσεις χορήγησης αναστολής ή αναβολής εκτέλεσης ή πλειστηριασμού με καθορισμό δόσεων, οι πρώτες δόσεις πρέπει υποχρεωτικά να ορίζονται για την εξόφληση των δικαστικών εξόδων, δικηγορικών αμοιβών και εξόδων εκτέλεσης.
Άρθρο 85
Άρθρο 85 Δικαίωμα επίσχεσης εγγράφων
παρ. 1
1. Ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα επίσχεσης των εγ− γράφων του εντολέα του, που βρίσκονται στα χέρια του, μέχρι την πλήρη εξόφληση των δαπανών και της αμοιβής του.
παρ. 2
2. Ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου έχει το δικαίωμα να άρει με πράξη του την επίσχεση και να υποχρεώσει τον δικηγόρο να παραδώσει αμέσως τα έγγραφα που βρίσκονται στα χέρια του, ύστερα από αίτηση του εντολέα του και εφόσον συντρέχει σπου− δαίος λόγος. Με την ίδια πράξη μπορεί να εξαρτήσει την άρση της επίσχεσης από την καταβολή χρηματικής εγγύησης από αυτόν που υπέβαλε την αίτηση στο Τα− μείο του Συλλόγου υπέρ του δικηγόρου.
παρ. 3
3. Οι γραμματείς των δικαστηρίων υποχρεούνται να παραδίδουν τα σχετικά της δικογραφίας, καθώς και απόγραφο της απόφασης, μόνο στον δικηγόρο που πα− ραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή στους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους του.
παρ. 4
4. Σε περίπτωση που ο δικηγόρος ή οι κληρονόμοι του αρνούνται να παραδώσουν τα παραπάνω έγγρα− φα, ο εντολέας ή οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοί του μπορούν να προσφύγουν με αίτησή τους στον Πρόε− δρο του Δικηγορικού Συλλόγου. Ο τελευταίος μπορεί με απόφασή του να υποχρεώσει τον δικηγόρο να τα παραδώσει, εφόσον έχουν ολοσχερώς εξοφληθεί τα έξοδα και δικαιώματα που ορίζονται στον Κώδικα. Σε περίπτωση που οι κληρονόμοι του δικηγόρου αρνούνται να παραδώσουν τα παραπάνω έγγραφα, ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου εκδίδει σχετική διαπιστωτική πράξη περί της αρνήσεως.
Άρθρο 86
Άρθρο 86 Δικαστική προστασία αμοιβών δικηγόρων Οι διαφορές ανάμεσα στον δικηγόρο ή καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους του και εντολέα του ή καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους του, σχετικά με τις δαπάνες και την αμοιβή του δικηγόρου, καθώς και οι απαιτήσεις από πάγια περιοδική αμοιβή και αποζημίωση, υπάγονται στην ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας και εκδικάζονται από το δικαστήριο της έδρας του δικηγόρου, ανεξάρτητα από το αντικεί− μενο και την ύπαρξη ή μη γραπτής συμφωνίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄ ΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΙ ΣΥΛΛΟΓΟΙ
ΤΜΗΜΑ Α΄
ΤΜΗΜΑ Α΄ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Άρθρο 87
Άρθρο 87 Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι Οι δικηγόροι που είναι διορισμένοι στην Περιφέρεια κάθε Πρωτοδικείου και ασκούν νόμιμα το λειτούργημά 3524 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) τους σε οποιοδήποτε Δικαστήριο αποτελούν το Δικη− γορικό Σύλλογο, στον οποίο είναι υποχρεωτικά μέλη.
Άρθρο 88
Άρθρο 88 Έδρα δικηγορικού Συλλόγου Κάθε Δικηγορικός Σύλλογος εδρεύει στην έδρα του οικείου Πρωτοδικείου και λαμβάνει από αυτήν την επω− νυμία του.
Άρθρο 89
Άρθρο 89 Διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια
παρ. 1
1. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι είναι νομικά πρόσωπα δη− μοσίου δικαίου, σωματειακής μορφής.
παρ. 2
2. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι δεν χρηματοδοτούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Έχουν δική τους περιου− σία, οικονομική, διοικητική και διαχειριστική αυτονομία και αυτοτέλεια και διοικούνται από αιρετά Διοικητικά Συμβούλια.
παρ. 3
3. Η διαχείριση και η αξιοποίηση της περιουσίας τους, η εποπτεία και ο έλεγχος των οικονομικών και διαχει− ριστικών πράξεων των Συλλόγων ανήκει αποκλειστικά στα Διοικητικά Συμβούλια και στις Γενικές Συνελεύσεις αυτών.
παρ. 4
4. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να ιδρύουν νομικά πρόσωπα με εταιρική ή μη μορφή για τη διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας τους.
Άρθρο 90
Άρθρο 90 Σκοποί και αρμοδιότητες Δικηγορικών Συλλόγων Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει: α) Η υπεράσπιση των αρχών και κανόνων του κράτους δικαίου σε μια δημοκρατική πολιτεία. β) Η διασφάλιση της λειτουργίας μίας ανεξάρτητης δικαιοσύνης, η οποία απονέμεται πάντοτε στο όνομα του ελληνικού λαού. γ) Η φροντίδα και μέριμνα για τη συνδρομή των προ− ϋποθέσεων για την αξιοπρεπή άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος. δ) Η μέριμνα για το σεβασμό και την τιμή που οφείλει
Άρθρο 91
Άρθρο 91 Όργανα των Δικηγορικών Συλλόγων Όργανα των Δικηγορικών Συλλόγων είναι: α) η Γενική Συνέλευση των μελών, β) ο Πρόεδρος, γ) το Διοικητικό Συμβούλιο, δ) οι Επιτροπές Μητρώου και ε) τα Πειθαρχικά Συμβούλια.
Άρθρο 92
Άρθρο 92 Αρμοδιότητες Γενικής Συνέλευσης
παρ. 1
1. Στις αρμοδιότητες της Γενικής Συνέλευσης υπά− γονται: α) Η εκλογή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και ο έλεγχος των πεπραγμένων του. β) Η ψήφιση του ετήσιου προϋπολογισμού εσόδων και εξόδων, ο έλεγχος της διαχείρισης των οικονομικών και της περιουσίας του Συλλόγου, καθώς και η έγκριση του απολογισμού και της ετήσιας εισφοράς των δικη− γόρων, όπως αυτή έχει καθορισθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο. γ) Η καθιέρωση ειδικών εισφορών και ο καθορισμός του σκοπού για τον οποίο θα διατεθούν. Για τη λήψη αυ−
παρ. 2
2. Ειδικά στους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών και Θεσσαλονίκης οι αρμοδιότητες των εδαφίων β΄ και γ΄ της πρώτης παραγράφου ανατίθενται στο Διοικητικό Συμβούλιο, εφόσον το τελευταίο αποφασίσει σχετικά με πλειοψηφία των 3/5 του όλου αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.
Άρθρο 93
Άρθρο 93 Αρμοδιότητες Προέδρου και εκπροσώπηση Δικηγορικού Συλλόγου
παρ. 1
1. Ο Πρόεδρος συγκαλεί και διευθύνει τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και εκπροσωπεί το σύλλογο ενώπιον κάθε δικαστικής ή άλλης αρχής και κάθε τρίτου νομικού ή φυσικού προσώπου.
παρ. 2
2. Σε περίπτωση κωλύματος του Προέδρου, αυτόν αναπληρώνει ο Αντιπρόεδρος. Σε περίπτωση κωλύματος του τελευταίου εφόσον δεν υπάρχει Β΄ Αντιπρόεδρος, τον αναπληρώνει το μέλος με τη μεγαλύτερη δικηγορική θητεία, εκτός εάν φέρει την ιδιότητα του Ταμία, οπότε στην περίπτωση αυτή αναπληρώνεται από το αμέσως επόμενο σε σειρά μέλος.
παρ. 3
3. Ο Πρόεδρος ασκεί τα δικαιώματα και τα καθήκοντα που ορίζει ο παρών Κώδικας, επιμελείται της εκτέλεσης ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3525 των αποφάσεων των οργάνων του Συλλόγου και διοικεί τις υπηρεσίες αυτού.
παρ. 4
4. Ο Πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου επικυρώνει το γνήσιο της υπογραφής του δικηγόρου, μέλους του οικείου δικηγορικού συλλόγου, εφόσον αυτό προβλέπε− ται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη.
Άρθρο 94
Άρθρο 94 Σύγκληση Διοικητικού Συμβουλίου
παρ. 1
1. Ο Πρόεδρος συγκαλεί το Διοικητικό Συμβούλιο και καταρτίζει την ημερήσια διάταξη.
παρ. 2
2. Μετά από αίτημα του 1/5 των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ο Πρόεδρος οφείλει να το συγκαλέσει μέσα σε προθεσμία πέντε ημερών.
παρ. 3
3. Το Διοικητικό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία όταν παρίστανται περισσότερα από τα μισά μέλη του, στα οποία περιλαμβάνεται και ο Πρόεδρος.
Άρθρο 95
Άρθρο 95 Αρμοδιότητες Διοικητικού Συμβουλίου
παρ. 1
1. Στο Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλό− γου ανήκει: α) Η προαγωγή και προώθηση των σκοπών του Δι− κηγορικού Συλλόγου και γενικότερα του δικηγορικού σώματος. β) Ο έλεγχος της δεοντολογικής άσκησης του δικη− γορικού λειτουργήματος. γ) Η διαπίστωση της ευδόκιμης άσκησης του λειτουρ− γήματος για την προαγωγή των μελών του σε ανώτερα και ανώτατα δικαστήρια. δ) Η διευθέτηση των διενέξεων μεταξύ των μελών του κατά την άσκηση του λειτουργήματος ή μεταξύ αυτών
παρ. 2
2. Οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι διαχειριστικές και οι− κονομικές, υπόκεινται στον έλεγχο νομιμότητας και σκοπιμότητας της Γενικής Συνέλευσης.
παρ. 3
3. Το Διοικητικό Συμβούλιο στο πλαίσιο των αρμο− διοτήτων του, συγκροτεί από τα μέλη του συλλόγου επιτροπές ή ομάδες εργασίας για τη μελέτη θεμάτων που αφορούν στην προώθηση των σκοπών του.
παρ. 4
4. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να συγκροτεί τρι− μελείς επιτροπές από μέλη του με θητεία άνω των 15 ετών για την επίλυση διενέξεων μεταξύ των μελών του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
παρ. 5
5. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να προσλαμβάνει μέλη του ή μη, με αμοιβή, ως υπαλλήλους του Συλλόγου, καθώς επίσης, και τον Διευθυντή των υπηρεσιών του. Ο διορισμός αυτός δεν συνιστά ασυμβίβαστο, κώλυμα ή λόγο αναστολής.
παρ. 6
6. Για τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου τηρείται βιβλίο, όπου καταγράφονται περιληπτικά πρα− κτικά των συζητήσεων, αφού θεωρηθούν, εγκριθούν και υπογραφούν από τον Πρόεδρο και τον Γενικό Γραμμα− τέα. Στο βιβλίο επίσης, καταχωρίζονται οι αποφάσεις και οι γνώμες της μειοψηφίας. Τα πρακτικά συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου επιτρέπεται να τηρούνται και ηλεκτρονικά.
Άρθρο 96
Άρθρο 96 Κανονισμός οργάνωσης και λειτουργίας των Δικηγορικών Συλλόγων
παρ. 1
1. Το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε συλλόγου καταρτίζει οργανισμό για την οργάνωση και λειτουργία των υπη− ρεσιών του, καθώς και κανονισμό για τη λειτουργία του Διοικητικού Συμβουλίου και άλλων συλλογικών οργάνων. Μεριμνά για τον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης του και τη λειτουργία τράπεζας νομικών πληροφοριών.
παρ. 2
2. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αναθέτει σε μέλη του την ευθύνη λειτουργίας των υπηρεσιών του.
παρ. 3
3. Τα Διοικητικά Συμβούλια κατά τον προσδιορισμό των ετήσιων εισφορών των δικηγόρων λαμβάνουν υπό− ψη την ανάγκη εμπλουτισμού των σχετικών βιβλιοθηκών με το σύνολο των νομικών περιοδικών, συγγραμμάτων και βιβλίων που εκδίδονται στην Ελλάδα, καθώς και των πιο βασικών νομικών περιοδικών ευρωπαϊκού ενδιαφέ− ροντος. Επίσης, λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη αντιμετώ− πισης των δαπανών για την έκδοση και κυκλοφορία του νομικού περιοδικού κάθε Συλλόγου και ηλεκτρονικής αρχειοθέτησης νομοθεσίας και νομολογίας γενικού ή περιφερειακού ή ειδικού περιεχομένου. Για την έγκυρη λήψη απόφασης για το αμέσως προηγούμενο εδάφιο απαιτείται απλή πλειοψηφία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.
παρ. 4
4. Οι δικηγόροι που συγγράφουν βιβλία ή εκδίδουν ανάτυπα ή συμμετέχουν στη συγγραφή ή έκδοση συλ− λογικών έργων οφείλουν να αποστέλλουν δωρεάν δύο τουλάχιστον αντίτυπα στους οικείους Δικηγορικούς Συλλόγους.
Άρθρο 97
Άρθρο 97 Αριθμός μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και θητεία
παρ. 1
1. Το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε συλλόγου αποτελείται από τον Πρόεδρο και: α) δύο (2) μέλη, όταν ο σύλλογος έχει λιγότερα από είκοσι πέντε (25) μέλη, β) τέσσερα (4) μέλη, όταν έχει από είκοσι πέντε (25) μέχρι εκατό (100) μέλη, γ) οκτώ (8) μέλη, όταν έχει από εκατόν ένα (101) μέχρι τριακόσια (300) μέλη, 3526 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) δ) δέκα (10) μέλη, όταν έχει από τριακόσια ένα (301) μέχρι πεντακόσια (500) μέλη, ε) δεκατέσσερα (14) μέλη, όταν έχει πεντακόσια ένα
παρ. 2
2. Όταν ο Σύλλογος εδρεύει σε πόλη που είναι και έδρα εφετείου, τότε το Διοικητικό Συμβούλιό του απο− τελείται από τον Πρόεδρό του και τουλάχιστον τέσσερα (4) μέλη.
παρ. 3
3. Ο αριθμός των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου καθορίζεται σύμφωνα με τον αριθμό των μελών που έχουν εγγραφεί στο Σύλλογο μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου του έτους των αρχαιρεσιών.
παρ. 4
4. Η θητεία του Προέδρου και των μελών του Διοικη− τικού Συμβουλίου είναι τετραετής.
παρ. 5
5. Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί να εκλεγεί για δύο συνεχόμενες θητείες και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου για τρεις.
ΤΜΗΜΑ Β΄
ΤΜΗΜΑ Β΄ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ
Άρθρο 98
Άρθρο 98 Σύγκληση Γενικής Συνέλευσης
παρ. 1
1. Η Γενική Συνέλευση των μελών του Δικηγορικού Συλ− λόγου συγκαλείται σε τακτική μεν συνεδρίαση όποτε προβλέπεται στον Κώδικα, σε έκτακτη δε: α) όταν το κρίνει αναγκαίο το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου ή β) όταν το ζητήσουν γραπτώς το 1/10 των μελών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών ή το 1/5 των μελών των λοιπών Δικηγορικών Συλλόγων. Στην τελευταία περί− πτωση με την ίδια γραπτή αίτηση πρέπει να ορίζονται απαραιτήτως τα θέματα, για τα οποία ζητείται η σύ− γκληση της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, καθώς και εισηγητής και αναπληρωτής του. Το Διοικητικό Συμ− βούλιο του Συλλόγου είναι υποχρεωμένο σε προθεσμία
παρ. 2
2. Τα μέλη του Συλλόγου καλούνται να συμμετάσχουν στη Γενική Συνέλευση με γενική πρόσκληση, που δημο− σιεύεται σε 2 τουλάχιστον τοπικές εφημερίδες, προκει− μένου περί των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών, Θεσσα− λονίκης και Πειραιά, ενώ για τους λοιπούς Δικηγορικούς Συλλόγους η πρόσκληση τοιχοκολλάται στα γραφεία του Συλλόγου, καθώς και σε προβεβλημένες θέσεις των δικαστηρίων πέντε (5) ημέρες πριν από τη σύγκληση. Σε περίπτωση που δεν εκδίδονται τοπικές εφημερίδες η σύγκληση είναι έγκυρη, εφόσον η πρόσκληση γνω− στοποιηθεί κατά τους. Στην πρόσκληση, η οποία υπογράφεται από τον
παρ. 3
3. Τουλάχιστον 24 ώρες πριν από τη σύγκληση της συνέλευσης, ο Πρόεδρος του Συλλόγου καλεί το Διοικη− τικό Συμβούλιο σε συνεδρίαση, προκειμένου να συζητη− θούν τα θέματα της ημερήσιας διάταξης και να διαμορ− φωθεί η εισήγηση του συμβουλίου προς τη συνέλευση.
παρ. 4
4. Τα θέματα της ημερησίας διάταξης της γενικής συνέλευσης ορίζονται: α) Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. β) Με την αίτηση των μελών, αν αυτά ζητήσουν τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης.
Άρθρο 99
Άρθρο 99 Απαρτία Γενικής Συνέλευσης
παρ. 1
1. Οι δικηγόροι που προσέρχονται στο χώρο της συνέ− λευσης υπογράφουν σε ειδικούς καταλόγους, οι οποίοι τηρούνται από υπαλλήλους του Συλλόγου για τη διαπί− στωση της απαρτίας. Σε κάθε δικηγόρο, που εγγράφεται στους καταλόγους, παραδίδεται ένα λευκό χαρτί με τη σφραγίδα του Συλλόγου, στο οποίο αναγράφεται ο αριθμός του μητρώου του.
παρ. 2
2. Για την ύπαρξη απαρτίας απαιτείται η παρουσία, προκειμένου για το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών 2.000 μελών, για το Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης 1.400 και για καθέναν από τους λοιπούς Δικηγορικούς Συλ− λόγους το 1/4 των εγγεγραμμένων στο μητρώο μελών του. Η διαπίστωση της ύπαρξης ή μη απαρτίας γίνεται από τον Πρόεδρο, όταν συμπληρωθεί μισή ώρα από εκείνη που είχε οριστεί για την έναρξη της συνέλευσης.
παρ. 3
3. Εάν δεν διαπιστωθεί η ύπαρξη απαρτίας, καλείται νέα επαναληπτική συνέλευση εντός οκτώ (8) ημερών, η σύγκληση της οποίας γίνεται όπως και στην πρώτη, αλλά με σύντμηση των προθεσμιών δημοσίευσης στο ήμισυ. Σε κάθε περίπτωση, στην πρόσκληση για τη νέα Γενική Συνέλευση πρέπει να αναγράφονται τα στοιχεία της πρώτης πρόσκλησης, με την προσθήκη ότι πρόκειται για επαναληπτική.
παρ. 4
4. Για την ύπαρξη απαρτίας στην επαναληπτική συνέ− λευση αρκεί η παρουσία του ημίσεος των μελών που ανα− φέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Εάν διαπιστωθεί και πάλι η μη ύπαρξη της απαιτούμενης απαρ− τίας, δεν συγκαλείται τρίτη κατά σειρά συνέλευση, αλλά ματαιώνεται, οπότε για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης της συνέλευσης αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο.
παρ. 5
5. Η έλλειψη απαρτίας διαπιστώνεται με ευθύνη του Πρόεδρου ή με την υποβολή σχετικής αιτήσεως από μέλος της συνέλευσης και ελέγχεται ανά πάσα στιγμή. Ένσταση έλλειψης απαρτίας μπορεί να προβληθεί, εφό− σον υποβληθεί από το 1/10 τουλάχιστον των μελών, τα οποία κάθε φορά απαιτούνται για το σχηματισμό της απαρτίας, μόνο όταν πρόκειται να ληφθεί απόφαση.
παρ. 6
6. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί με απόφασή του να καλέσει να παρασταθούν στη συνέλευση και άλλα πρό− σωπα, τα οποία κάθονται σε διακριτή θέση στο χώρο δι− εξαγωγής της. Τα πρόσωπα αυτά έχουν δικαίωμα χαιρετι− σμού, εφόσον αυτό επιτρέψει ο Πρόεδρος της Συνέλευσης.
Άρθρο 100
Άρθρο 100 Διεξαγωγή Γενικής Συνέλευσης
παρ. 1
1. Πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης είναι ο Πρόεδρος του συλλόγου, ο οποίος αναπληρώνεται από τους νό− μιμους αναπληρωτές του. Στους συλλόγους άνω των 1.000 μελών καθήκοντα Προέδρου ασκεί ο Αντιπρόε− δρος, όπου δε υπάρχουν περισσότεροι του ενός αντι− πρόεδροι ο πρώτος, σε περίπτωση δε κωλύματος ο β΄ Αντιπρόεδρος ελλείψει δε αυτού ο Γενικός Γραμματέας. Ο Πρόεδρος κηρύσσει την έναρξη και τη λήξη της Συ− νέλευσης, τηρεί την τάξη, δίνει το λόγο σε όσα μέλη επιθυμούν να ομιλήσουν, συνιστά στους ομιλητές να ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3527 αναφέρονται στα θέματα της ημερήσιας διάταξης και να
παρ. 2
2. Ο κατάλογος των ομιλητών συντάσσεται με ευθύνη και επιμέλεια του Προέδρου της συνέλευσης. Το μέλος που επιθυμεί να συμμετάσχει στη συζήτηση αναγράφει το όνομά του σε χαρτί και το παραδίδει σε εντεταλ− μένο υπάλληλο του Συλλόγου, και ο τελευταίος στον Πρόεδρο της συνέλευσης, ο οποίος το τοποθετεί σε κληρωτίδα. Ο κατάλογος των ομιλητών της συνέλευσης καταρτίζεται κατά τη σειρά κλήρωσής τους. Θέματα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη, δεν επιτρέπεται να συζητηθούν στη συνέλευση.
παρ. 3
3. Ο Πρόεδρος του Συλλόγου εισηγείται τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, ενημερώνει τα μέλη και δια− τυπώνει προτάσεις.
παρ. 4
4. Κάθε μέλος του Συλλόγου δικαιούται να ομιλεί για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Ο Πρόεδρος της συνέλευσης ενημερώνει τον ομιλητή για το πέρας του χρόνου της ομιλίας του και τον καλεί να ολοκληρώσει τις σκέψεις του. Αν αυτός συνεχίζει, ο Πρόεδρος του αφαιρεί το λόγο.
παρ. 5
5. Τα μέλη της συνέλευσης δεν μπορούν να λάβουν το λόγο, αν δεν ζητήσουν την άδεια από τον Πρόεδρο και είναι υποχρεωμένα να συμπεριφέρονται με τρόπο που συνάδει στην αξιοπρέπεια του δικηγορικού λει− τουργήματος.
παρ. 6
6. Αν στη διάρκεια της συνέλευσης μέλη επιδείξουν ιδιαιτέρως ανάρμοστη συμπεριφορά, είτε με φραστικές διατυπώσεις είτε με άλλες πράξεις ή ενέργειές τους, καλούνται από τον Πρόεδρο της συνέλευσης να δώ− σουν τις αναγκαίες εξηγήσεις και να ανακαλέσουν. Εάν αρνηθούν ανακαλούνται από τον Πρόεδρο στην τάξη.
παρ. 7
7. Εάν κατά τη συζήτηση προκληθούν εντάσεις και επεισόδια, που παρεμποδίζουν την ήρεμη διεξαγωγή της συζήτησης και βλάπτουν το κύρος του Δικηγορικού Συλ− λόγου, ο Πρόεδρος δικαιούται να διακόψει τη συνέλευση για λίγη ώρα. Αν η κατάσταση παραμένει έκρυθμη και μετά τη διακοπή, ο Πρόεδρος διακόπτει τη συνέλευση για άλλη ημέρα εντός τριών ημερών από τη διακοπή. Στην περίπτωση αυτή ανακοινώνεται ο χρόνος και ο τόπος συνέχισης των εργασιών της συνέλευσης, η σειρά δε των ομιλητών δεν αλλάζει.
παρ. 8
8. Ζήτημα επί προσωπικού θεωρείται η υβριστική ή ονειδιστική γενικά εκδήλωση εναντίον μέλους της συ− νέλευσης, που προσβάλλει την προσωπικότητά του ή η απόδοση σε ομιλητή όλως διαφορετικής γνώμης από εκείνη που εξέφρασε. Όποιος επικαλείται προσωπικό ζήτημα σε βάρος του, ζητεί από τον Πρόεδρο την άδεια να ομιλήσει. Ο Πρόεδρος έχει την ευχέρεια να μην δώσει το λόγο, αν κρίνει ότι δεν υπάρχει προσωπικό ζήτημα. Σε περίπτωση που το μέλος επιμένει, ο Πρόεδρος του δίνει το λόγο μόνο για να αναπτύξει σε ένα (1) λεπτό της ώρας σε τι συνίσταται το προσωπικό ζήτημα. Η ανά− πτυξη του προσωπικού ζητήματος και η παροχή διευ−
παρ. 9
9. Αν πριν από τη λήξη του προκαθορισμένου χρόνου της Γενικής Συνέλευσης δεν έχει εξαντληθεί ο κατά− λογος των ομιλητών, ο Πρόεδρος δικαιούται είτε να μειώσει το χρόνο ομιλίας είτε ανάλογα με τις συνθήκες να επιλέξει την κλήρωση μεταξύ όσων απομένουν να ομιλήσουν.
Άρθρο 101
Άρθρο 101 Ψηφοφορία στη Γενική Συνέλευση
παρ. 1
1. Όταν τελειώσει η συζήτηση στα θέματα της ημερή− σιας διάταξης, ο Πρόεδρος θέτει σε ψηφοφορία, κατά σειρά τις προτάσεις που έχουν διατυπωθεί από τους ομιλητές. Στη διάρκεια της ψηφοφορίας δεν επιτρέπεται παρέμβαση, εκτός αν αφορά διαδικαστικό ζήτημα, το οποίο εξαντλείται σε χρόνο όχι μεγαλύτερο από πέντε (5) λεπτά. Η ψηφοφορία είναι φανερή και διεξάγεται: i) με ανά− ταση του χεριού ή ii) με ονομαστική κλήση, αν: α) το ζητήσουν τουλάχιστον το 1/3 των μελών της Γενικής Συνέλευσης ή β) το κρίνει αναγκαίο ο Πρόεδρος και ειδικότερα στην περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο υπάρχει αδυ− ναμία να διαπιστωθεί με ακρίβεια το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας.
παρ. 2
2. Σε περίπτωση διαφωνίας ως προς το αποτέλεσμα, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται για μια ακόμη φορά. Αν υπάρξει και πάλι διαφωνία ή έντονη αμφισβήτηση του αποτελέσματος με αίτηση του 1/20 των παρισταμένων, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται με ονομαστική κλήση. Για θέματα εμπιστοσύνης προς τον Πρόεδρο του Συλλόγου, το Διοικητικό Συμβούλιο, τα μέλη αυτού, για έγκριση λο− γοδοσίας και αποχής, η Γενική Συνέλευση αποφασίζει με μυστική ψηφοφορία. Η μυστική ψηφοφορία διεξάγεται με ψηφοδέλτια και μάλιστα ένα ψηφοδέλτιο για κάθε θέμα.
παρ. 3
3. Η ψηφοφορία μπορεί να γίνει και με ηλεκτρονικά μέσα, μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου.
Άρθρο 102
Άρθρο 102 Αποφάσεις
παρ. 1
1. Οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης του Συλλόγου λαμβάνονται με πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας η πρόταση θεωρείται ότι απορ− ρίφθηκε. Εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν επαρκέσει ο χρόνος για τη λήψη απόφασης, η συζήτηση συνεχίζεται άλλη ημέρα, που ορίζεται από τον Πρόεδρο, μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την επομένη εκείνης που διακόπηκε η συνέλευση. Τα Πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης τηρούνται χωρίς να απαιτείται η επικύρωσή τους.
παρ. 2
2. Η παράβαση των πιο πάνω διατάξεων συνιστά πει− θαρχικό παράπτωμα.
ΤΜΗΜΑ Γ΄
ΤΜΗΜΑ Γ΄ ΑΡΧΑΙΡΕΣΙΕΣ
Άρθρο 103
Άρθρο 103 Εκλογικό δικαίωμα
παρ. 1
1. Εκλογικό δικαίωμα ασκούν οι δικηγόροι που έχουν εγγραφεί στο μητρώο του συλλόγου τους, μέχρι τις 3528 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 30 Σεπτεμβρίου του έτους διεξαγωγής των εκλογών. Σε περίπτωση ματαίωσης ή ακύρωσης των εκλογών ή κένωσης ή μη κάλυψης για οποιονδήποτε λόγο της θέσης του Προέδρου, ασκούν το δικαίωμα όσοι έχουν εγγραφεί στο μητρώο του οικείου Συλλόγου τουλάχι− στον 10 ημέρες πριν από την ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών.
παρ. 2
2. Δικηγόροι που τελούν σε προσωρινή παύση κατά το χρόνο διεξαγωγής των αρχαιρεσιών δεν έχουν δι− καίωμα εκλογής.
παρ. 3
3. Το Διοικητικό Συμβούλιο του συλλόγου καταρτί− ζει, μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου του τελευταίου έτους της θητείας του, κατάλογο των δικηγόρων που έχουν δικαίωμα να εκλέγουν. Ο κατάλογος αυτός αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων και στην ιστοσελίδα του Συλλόγου για δέκα ημέρες. Ο κατάλογος μπορεί να διορθωθεί με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ύστερα από έγγραφη αίτηση ενός εκλογέα μέσα σε προθεσμία 5 ημερών από την τελευταία ημέρα ανάρ− τησης του καταλόγου. Ο κατάλογος ισχύει για κάθε επαναληπτική εκλογή που τυχόν διεξαχθεί μέσα στους επόμενους 18 μήνες από την έναρξη της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου.
παρ. 4
4. Η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος είναι υποχρε− ωτική και αποτελεί θεμελιώδες καθήκον του δικηγόρου.
Άρθρο 104
Άρθρο 104 Εκλογιμότητα
παρ. 1
1. Δικαίωμα να εκλεγούν ως Πρόεδρος ή μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου έχουν όλα τα μέλη του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου: α) που είναι ταμειακά εντάξει, β) των οποίων δεν έχει ανασταλεί ή διακοπεί η άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος.
παρ. 2
2. Ειδικά για την εκλογή του Προέδρου απαιτείται να έχει συμπληρώσει αυτός δεκαετή τουλάχιστον δικηγο− ρική θητεία.
παρ. 3
3. Εάν σε Δικηγορικό Σύλλογο υπάρχει απροθυμία υποβολής υποψηφιοτήτων με αποτέλεσμα να μαται− ωθούν οι αρχαιρεσίες για δύο συνεχείς φορές, η διοί− κηση αυτού ασκείται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου της έδρας του οικείου εφετείου.
Άρθρο 105
Άρθρο 105 Περιορισμοί στην υποβολή υποψηφιότητας Δεν έχουν δικαίωμα να υποβάλουν υποψηφιότητα για να εκλεγούν ως Πρόεδροι ή μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου: α) οι βουλευτές και ευρωβουλευτές, β) αυτοί που τελούν σε αναστολή του δικηγορικού λειτουργήματος, γ) όσοι έχουν τιμωρηθεί πειθαρχικά με προσωρινή παύση μέχρι ένα μήνα, πριν παρέλθει τριετία από την τελεσιδικία της απόφασης. Αν η ποινή της παύσης είναι μεγαλύτερη τότε η απαγόρευση ισχύει για μια πεντα− ετία από την τελεσιδικία της απόφασης.
Άρθρο 106
Άρθρο 106 Έναρξη και λήξη θητείας Προέδρου και Διοικητικού Συμβουλίου Η θητεία του Προέδρου και του Διοικητικού Συμβου− λίου αρχίζει την 1η Ιανουαρίου του επομένου από αυτό της διενέργειας των αρχαιρεσιών έτους, ανεξάρτητα από την υποβολή ή όχι ένστασης κατά του κύρους τους και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του τέταρτου έτους.
Άρθρο 107
Άρθρο 107 Ημερομηνία και τόπος διεξαγωγής εκλογών
παρ. 1
1. Οι εκλογές για την ανάδειξη του Προέδρου και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου διεξάγονται την τελευταία Κυριακή ή και Δευτέρα, στην περίπτωση της επόμενης παραγράφου, του Νοεμβρίου του έτους των εκλογών στην έδρα του Δικηγορικού Συλλόγου, εκτός αν άλλως αποφασίσει το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού.
παρ. 2
2. Σε Δικηγορικούς Συλλόγους, που έχουν περισσότε− ρα από δύο χιλιάδες μέλη, η ψηφοφορία παρατείνεται και την επόμενη εργάσιμη ημέρα. Στην περίπτωση αυτή με ευθύνη του Προέδρου του συλλόγου διασφαλίζεται η φύλαξη των ψηφοδόχων και του λοιπού εκλογικού υλικού.
Άρθρο 108
Άρθρο 108 Χρόνος ψηφοφορίας
παρ. 1
1. Η ψηφοφορία διεξάγεται από τις 7 το πρωί μέχρι τις 7 το απόγευμα, εκτός αν βεβαιωθεί ότι ψήφισαν όλοι οι εγγεγραμμένοι στον κατάλογο των εκλογέων, οπότε η ψηφοφορία περατώνεται με την άσκηση του δικαιώματος και του τελευταίου εκλογέα.
παρ. 2
2. Η εφορευτική επιτροπή μπορεί με απόφασή της να παρατείνει την ψηφοφορία και μετά τις 7 το απόγευμα για δύο ακόμη ώρες κατ’ ανώτατο όριο, αν διαπιστώσει προσέλευση εκλογέων που επιθυμούν να ψηφίσουν.
Άρθρο 109
Άρθρο 109 Υποβολή υποψηφιοτήτων Μεμονωμένοι υποψήφιοι και συνδυασμοί
παρ. 1
1. Για να ανακηρυχθεί δικηγόρος ως υποψήφιος πρό− εδρος ή σύμβουλος πρέπει: (α) να μην συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού του με βάση το άρθρο 104 του Κώδικα, (β) να υποβάλλει και να πρωτοκολλήσει σχετική αί− τηση στον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου μέχρι την 31η Οκτωβρίου του τελευταίου έτους της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου.
παρ. 2
2. Στους Δικηγορικούς Συλλόγους τα μέλη των οποίων, στις 30 Σεπτεμβρίου του έτους των εκλογών, υπερβαί− νουν τα χίλια (1000), ο υποψήφιος πρόεδρος υποβάλλει υποψηφιότητα ως επικεφαλής συνδυασμού. Ο αριθμός των υποψήφιων συμβούλων κάθε συνδυασμού πρέπει να ανέρχεται τουλάχιστον στο ένα δεύτερο του αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και σε περίπτω− ση κλάσματος, αυτό αφαιρείται. Υποψήφιος σύμβουλος μπορεί να μετέχει μόνο σε ένα συνδυασμό. Η συμμετοχή γίνεται με έγγραφη δήλωση και υπογράφεται από τον υποψήφιο πρόεδρο και τους υποψήφιους συμβούλους αυτού κατ’ αλφαβητική σειρά. Η δήλωση κατατίθεται
Άρθρο 110
Άρθρο 110 Ενιαίο ψηφοδέλτιο υποψηφίων
παρ. 1
1. Σε όσους Δικηγορικούς Συλλόγους την 30ή Σε− πτεμβρίου του έτους των εκλογών τα μέλη τους δεν ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3529 υπερβαίνουν τα χίλια (1000), καταρτίζεται ενιαίο ψηφο− δέλτιο υποψήφιων συμβούλων. Το Διοικητικό Συμβού− λιο αποφασίζει εάν θα καταρτισθεί ενιαίο ψηφοδέλτιο υποψήφιων προέδρων ή ψηφοδέλτιο χωριστό για κάθε υποψήφιο πρόεδρο.
παρ. 2
2. Σε συλλόγους με μέλη πάνω από χίλια (1000) μπορεί να καταρτισθεί ενιαίο ψηφοδέλτιο, μετά από απόφαση της γενικής συνέλευσής τους, που διεξάγεται τουλά− χιστον έξι (6) μήνες πριν την ημερομηνία των εκλογών και η οποία πρέπει να έχει απαρτία πλέον του 50% των μελών και η απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία πλέον του 60% των παρόντων μελών.
παρ. 3
3. Η απόφαση της παραγράφου 2 μπορεί να ληφθεί και με τη διαδικασία του δημοψηφίσματος, σύμφωνα με το άρθρο 138 του Κώδικα μέσα στην ίδια πιο πάνω προθεσμία.
Άρθρο 111
Άρθρο 111 Προϋποθέσεις έγκυρης δήλωσης υποψηφίων Η αίτηση των υποψηφίων, καθώς και η δήλωση της κατάρτισης του συνδυασμού είναι απαράδεκτες, αν δεν συνοδεύονται με την απόδειξη καταβολής του τέλους διεξαγωγής αρχαιρεσιών. Το ποσό του τέλους ορίζεται πριν από κάθε εκλογή από το Διοικητικό Συμβούλιο για την κάλυψη των εξόδων των αρχαιρεσιών.
Άρθρο 112
Άρθρο 112 Ανακήρυξη υποψήφιων προέδρων και συμβούλων
παρ. 1
1. Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικη− γορικού Συλλόγου την 1η Νοεμβρίου του έτους διεξαγω− γής των εκλογών ανακηρύσσει, με έγγραφη ανακοίνωσή του που αναρτάται στους πίνακες ανακοινώσεων του συλλόγου και στην ιστοσελίδα του, τους υποψηφίους προέδρους και συμβούλους. Με την ίδια ανακοίνωση αιτιολογείται η τυχόν μη ανακήρυξη υποψήφιου ή συν− δυασμού.
παρ. 2
2. Σε περίπτωση κατά την οποία συνδυασμός δεν ανακηρυχθεί επειδή ένας ή περισσότεροι υποψήφιοι σύμβουλοι δεν συγκεντρώνουν τις νόμιμες προϋποθέ− σεις πρέπει να υποβληθεί νέα πλήρης δήλωση εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών από την πιο πάνω από− φαση του Προέδρου. Στην περίπτωση αυτή ο Πρόεδρος του Συλλόγου είναι υποχρεωμένος εντός τριών (3) ημε− ρών από την κατάθεση της νέας δήλωσης να εκδώσει σχετική νεώτερη απόφαση για την ανακήρυξη ή μη του συνδυασμού.
Άρθρο 113
Άρθρο 113 Κατάλογος υποψήφιων και δημοσιεύσεις Ο Σύλλογος με δαπάνες και μέριμνά του εκτυπώνει: α) Στην περίπτωση του άρθρου 109 του Κώδικα ψη− φοδέλτια των υποψήφιων Προέδρων και συνδυασμών με αλφαβητική σειρά των ονομάτων των υποψήφιων συμβούλων. β) Στην περίπτωση του άρθρου 110 του Κώδικα ψη− φοδέλτια υποψήφιων Προέδρων και συμβούλων με αλ− φαβητική σειρά των ονομάτων τους. Με βάση τα ψηφοδέλτια αυτά ο Σύλλογος καταρτί− ζει καταλόγους οι οποίοι αναρτώνται στους πίνακες ανακοινώσεων του συλλόγου στην ιστοσελίδα του και στο κατάστημα του Πρωτοδικείου οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη διεξαγωγή των αρχαιρεσιών.
Άρθρο 114
Άρθρο 114 Εφορευτική Επιτροπή των εκλογών Ψηφοφορία
παρ. 1
1. Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλ− λόγου, εφόσον δεν είναι ο ίδιος υποψήφιος πρόεδρος, αλλιώς το Διοικητικό Συμβούλιο διορίζει ως ψηφολέκτες για κάθε ψηφοδόχο δύο από τα μέλη του Συλλόγου που έχουν δικαίωμα ψήφου με ισάριθμα αναπληρωματικά, τα οποία πρέπει να παρίστανται σε όλη τη διάρκεια της εκλογής. Απαγορεύεται η παραμονή στην αίθουσα της ψηφοφορίας και κατά τη διενέργειά της, άλλου προ− σώπου πλην του προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου των συμβούλων, των ψηφολεκτών ή των αναπληρωτών τους και κάθε υποψήφιου ή αντιπροσώπου του ή αντι− προσώπου του συνδυασμού. Οι συνδυασμοί δικαιούνται
παρ. 2
2. Δεν επιτρέπεται δραστηριότητα προεκλογικού χα− ρακτήρα κατά την ημέρα της εκλογής ούτε η άσκηση κάθε μορφής πίεσης που εκδηλώνεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο κατά την ώρα της ψηφοφορίας σε βάρος των ψη− φοφόρων υπέρ οποιουδήποτε υποψηφίου. Η παράβαση της διάταξης αυτής συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.
παρ. 3
3. Η εκλογή διενεργείται ενώπιον Εφορευτικής Επι− τροπής, η οποία αποτελείται από τον Πρόεδρο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ή το νόμιμο αναπληρωτή του, εφόσον δεν είναι υποψήφιος, και από τους ψηφο− λέκτες, ή σε περίπτωση κωλύματος από τους νόμιμους αναπληρωτές τους, και αποφασίζει κατά πλειοψηφία για κάθε ζήτημα που ανακύπτει κατά την ψηφοφορία. Σε περίπτωση που ο Πρόεδρος του συλλόγου είναι υποψήφιος, Πρόεδρος της Εφορευτικής Επιτροπής ορί− ζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου μέλος του συλλόγου με δεκαπενταετή τουλάχιστον υπηρεσία. Η Εφορευτική Επιτροπή τηρεί το πρωτόκολλο ψηφο−
παρ. 4
4. Σε Δικηγορικούς Συλλόγους, στους οποίους υπάρ− χουν περισσότεροι από χίλιοι εγγεγραμμένοι στo μητρώο δικηγόροι η εκλογή μπορεί να ενεργείται σε τμήματα ύστερα από απόφαση του Διοικητικού Συμ− βουλίου του Συλλόγου σύμφωνα με όσα ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο. Ο Πρόεδρος του Συλλόγου μαζί με τους προέδρους των εφορευτικών επιτροπών αποτελούν την Κεντρική Εφορευτική Επιτροπή, η οποία 3530 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) εκδίδει τα τελικά αποτελέσματα και ανακηρύσσει τους επιτυχόντες.
Άρθρο 115
Άρθρο 115 Η διενέργεια της ψηφοφορίας και οι σταυροί προτιμήσεως
παρ. 1
1. Την ημέρα της ψηφοφορίας ο εκλογέας προσέρχε− ται στο εκλογικό τμήμα και μετά τη διαπίστωση των στοιχείων της ταυτότητάς του, παραλαμβάνει από την εφορευτική επιτροπή δύο φακέλους σφραγισμένους με τη σφραγίδα του Συλλόγου και σειρά ψηφοδελτίων των υποψήφιων Προέδρων και συμβούλων και αποσύρεται σε ιδιαίτερο χώρο, ώστε να εξασφαλίζεται το απόρρητο της ψηφοφορίας. Ο εκλογέας ψηφίζει τους υποψήφι− ους προέδρους και συμβούλους της προτίμησής του με σταυρό που σημειώνει δίπλα στο ονοματεπώνυμό τους. Εάν υπάρχει ξεχωριστό ψηφοδέλτιο για κάθε υποψήφιο πρόεδρο, δεν απαιτείται σταυροδότηση. Ο εκλογέας δικαιούται να σταυροδοτήσει υποψήφιους συμβούλους της προτίμησής του μέχρι τον προβλεπόμενο αριθμό των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.
παρ. 2
2. Σε περίπτωση που οι εκλογές διενεργούνται σύμφω− να με το άρθρο 110 του Κώδικα, ο εκλογέας δικαιούται να σταυροδοτήσει υποψήφιους συμβούλους της προτί− μησής του μέχρι το ήμισυ του προβλεπόμενου αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει στους Δικηγορικούς Συλλόγους που τα μέλη τους δεν υπερβαίνουν τα χίλια.
παρ. 3
3. Τα ψηφοδέλτια τοποθετούνται στους φακέλους που ρίπτονται ιδιόχειρα στις ψηφοδόχους από το μέλος που ψηφίζει.
παρ. 4
4. Στο σύστημα εκλογής με συνδυασμούς, ψηφοδέλτια που δεν φέρουν σταυρό προτίμησης για τους υποψήφι− ους συμβούλους είναι έγκυρα και υπολογίζονται υπέρ του συνδυασμού.
Άρθρο 116
Άρθρο 116 Άκυρα ψηφοδέλτια Άκυρα είναι τα ψηφοδέλτια που δεν πληρούν τους όρους του άρθρου 113 του Κώδικα, καθώς και τα ψη− φοδέλτια που έχουν ενδείξεις, οι οποίες παραβιάζουν εμφανώς τη μυστικότητα της ψηφοφορίας.
Άρθρο 117
Άρθρο 117 Εκλογή Προέδρου και μελών Διοικητικού Συμβουλίου
παρ. 1
1. Για την εκλογή του Προέδρου απαιτείται να λά− βει αυτός το 50% συν ένα των έγκυρων ψηφοδελτίων. Άλλως, την επόμενη Κυριακή ή και Δευτέρα στην πε− ρίπτωση του άρθρου 107 παράγραφος 2 του Κώδικα, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται και συμμετέχουν οι δύο πρώτοι υποψήφιοι πρόεδροι που συγκέντρωσαν το με− γαλύτερο αριθμό ψήφων, οπότε εκλέγεται ως πρόεδρος ο υποψήφιος που έλαβε τις περισσότερες ψήφους. Οι σύμβουλοι εκλέγονται από την ψηφοφορία της πρώτης Κυριακής ή και Δευτέρας στην περίπτωση του άρθρου 107 παράγραφος 2 του Κώδικα, και κατά τη σειρά των ψήφων που έλαβαν μέχρι τη συμπλήρωση του προβλε− πόμενου αριθμού μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.
παρ. 2
2. Στην περίπτωση του άρθρου 109 και 110 του Κώδικα, Πρόεδρος εκλέγεται εκείνος που μεταξύ των υποψήφιων προέδρων έλαβε το 50% συν ένα των εγκύρων ψηφοδελ− τίων. Διαφορετικά η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται την επόμενη Κυριακή ή και Δευτέρα στην περίπτωση του άρθρου 107 παράγραφος 2. Σε αυτήν συμμετέχουν οι δύο πρώτοι υποψήφιοι πρόεδροι που συγκέντρωσαν το με− γαλύτερο αριθμό ψήφων, οπότε εκλέγεται ως πρόεδρος ο υποψήφιος που θα λάβει τις περισσότερες ψήφους.
παρ. 3
3. Ο μη εκλεγείς στην επαναληπτική εκλογή υποψήφι− ος Πρόεδρος καταλαμβάνει τη θέση συμβούλου.
Άρθρο 118
Άρθρο 118 Σύστημα αναλογικής και συνδυασμοί
παρ. 1
1. Στους Δικηγορικούς Συλλόγους, στους οποίους οι αρχαιρεσίες διεξάγονται με το σύστημα των συνδυα− σμών, η εκλογή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου γίνεται με το σύστημα της απλής αναλογικής. Οι θέσεις των συμβούλων κατανέμονται μεταξύ των συνδυασμών ανάλογα με την εκλογική τους δύναμη. Το σύνολο των έγκυρων ψηφοδελτίων διαιρείται με τον αριθμό των θέσεων του Διοικητικού Συμβουλίου. Το πηλίκο αυτής της διαίρεσης, και σε περίπτωση κλάσματος ο πλησιέ− στερος προς το κλάσμα μεγαλύτερος ακέραιος αριθμός, αποτελεί το εκλογικό μέτρο. Αν το κλάσμα ισούται με το μισό της μονάδας, ως εκλογικό μέτρο θεωρείται
παρ. 2
2. Ο επικεφαλής του συνδυασμού εκλέγεται σύμβου− λος, εάν ο ίδιος, ως υποψήφιος πρόεδρος, έχει λάβει πο− σοστό ψήφων άνω του 6% των έγκυρων ψηφοδελτίων.
Άρθρο 119
Άρθρο 119 Κλήρωση σε περίπτωση ισοψηφίας Σε περίπτωση ισοψηφίας μεταξύ των υποψήφιων προ− έδρων ή υποψήφιων συμβούλων γίνεται κλήρωση από την Εφορευτική Επιτροπή.
Άρθρο 120
Άρθρο 120 Το αποτέλεσμα της εκλογής Το αποτέλεσμα της εκλογής κοινοποιείται από τον πρόεδρο της εφορευτικής επιτροπής προς τον πρόεδρο και τους συμβούλους που εκλέχθηκαν και γνωστοποι− είται στον Υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος δημοσιεύει τα ονόματα που εκλέχθηκαν σε Εφημερίδα της Κυβερ− νήσεως αφού παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση ενστάσεων κατά του κύρους των εκλογών ή όταν απορ− ριφθούν τυχόν ενστάσεις που έχουν υποβληθεί.
Άρθρο 121
Άρθρο 121 Ενστάσεις κατά του κύρους των εκλογών
παρ. 1
1. Κάθε μέλος του Συλλόγου έχει το δικαίωμα να υπο− βάλει ένσταση κατά του κύρους των εκλογών, εφόσον έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς το Σύλλογο μέχρι την ημέρα της υποβολής της ένστασής του. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3531
παρ. 2
2. Η ένσταση ασκείται εντός δέκα ημερών από τη διενέργεια των εκλογών ενώπιον του Τριμελούς Διοικη− τικού Εφετείου, στην περιοχή του οποίου υπάγεται ο Δι− κηγορικός Σύλλογος. Η ένσταση ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του αρμόδιου εφετείου και εκδικάζεται την ημέρα που ορίζει ο πρόεδρος με πράξη του. Μεταξύ κατάθεσης της ένστασης και συζήτησής της πρέπει να μεσολαβούν δεκαπέντε (15) ημέρες. Αντί− γραφο της ένστασης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδίδεται με φροντίδα του ενισταμένου στον Πρόεδρο του Συλλόγου τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δικάσιμο.
παρ. 3
3. Στη συζήτηση της ένστασης παρίσταται ο ενιστά− μενος και εκ μέρους του Συλλόγου, ο πρόεδρος ή αντι− πρόεδρος ή μέλος του διοικητικού συμβουλίου, εξουσι− οδοτούμενο εγγράφως από τον Πρόεδρο. Υπομνήματα κατατίθενται δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη συζήτηση, χωρίς να είναι υποχρεωτικά.
παρ. 4
4. Το διοικητικό Εφετείο εκδικάζει την ένσταση λαμ− βάνοντας υπόψη τα προσκομιζόμενα στοιχεία χωρίς να απαιτείται η έκδοση προδικαστικής απόφασης. Μάρ− τυρες μπορεί να εξετασθούν κατά τη συζήτηση της ένστασης.
παρ. 5
5. Η υποβολή ένστασης κατά το κύρος των αρχαιρε− σιών δεν αναστέλλουν το αποτέλεσμα αυτών.
Άρθρο 122
Άρθρο 122 Μη αποδοχή της εκλογής από τον πρόεδρο ή θάνατος ή παραίτησή του Μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 120 του Κώδικα, πρόεδρος, που δεν αποδέχεται την εκλογή του, πρέπει να το δηλώσει εγγράφως στον πρόεδρο του οικείου Συλλόγου ή τον αναπληρωτή του. Στην περίπτωση αυτή, όσο και στην περίπτωση που κενωθεί η θέση του προέδρου τα τρία (3) πρώτα έτη της θητείας του, διενεργούνται εκλογές με ανάλογη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Σε περίπτωση που κενωθεί η θέση του προέδρου κατά
Άρθρο 123
Άρθρο 123 Μη αποδοχή της εκλογής του από σύμβουλο, θάνατός του ή παραίτησή του Αν σύμβουλος δεν αποδέχεται την εκλογή του, ή σε περίπτωση που κενωθεί θέση συμβούλου από οποιαδή− ποτε αιτία, αυτήν καταλαμβάνει ο πρώτος αναπληρω− ματικός σύμβουλους, όπως έχουν καταταγεί σύμφωνα με τα άρθρα 117 και 118 του Κώδικα.
Άρθρο 124
Άρθρο 124 Μη διενέργεια εκλογών ή ακύρωσής τους
παρ. 1
1. Αν δεν διεξαχθούν οι εκλογές για οποιονδήποτε λόγο ή ακυρωθούν ή κενωθεί η θέση του πρόεδρου, ο κατάλογος των εκλογέων του άρθρου 103 του Κώ− δικα συντάσσεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη ματαίωση των εκλογών ή την ακύρωσή τους ή την κένωση της θέσης του προέδρου. Η προθεσμία για την υποβολή υποψηφιοτήτων ορίζεται εικοσαήμερη από την επέλευση των γεγονότων αυτών, οι δε αρχαιρε− σίες ενεργούνται την πρώτη Κυριακή ή και Δευτέρα στην περίπτωση του άρθρου 107 παράγραφος 2 μετά την παρέλευση δεκαπέντε ημερών από την ανακήρυξη των υποψηφίων. Οι διατάξεις των άρθρων 103 έως 127 του Κώδικα εφαρμόζονται ανάλογα.
παρ. 2
2. Η θητεία του Προέδρου και των μελών του Διοι− κητικού Συμβουλίου που εκλέγονται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, ανεξάρτητα από το χρόνο διενέργειας των εκλογών, δεν παρατείνεται αλλά λήγει την ίδια ημέρα που θα έληγε η θητεία του Προέδρου και του συμβουλίου, ως εάν είχαν εκλεγεί στις πρώτες αρχαιρεσίες του τετάρτου έτους που θα έληγε η θητεία.
Άρθρο 125
Άρθρο 125 Αποβολή της ιδιότητας του προέδρου ή του συμβούλου Έκπτωση από το αξίωμα
παρ. 1
1. Αποβάλλει την ιδιότητα του προέδρου αυτοδίκαια εκείνος που: α) για οποιονδήποτε λόγο αποβάλει την ιδιότητα του δικηγόρου, ή β) τιμωρήθηκε τελεσίδικα με πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης.
παρ. 2
2. Στις περιπτώσεις της αυτοδίκαιης απώλειας της ιδιότητας του προέδρου ή του συμβούλου γνωστοποι− είται, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση από το Διοικητικό Συμβούλιο του συλλόγου, στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ενεργού− νται όσα ορίζονται στο άρθρο 122 του Κώδικα.
παρ. 3
3. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του οι− κείου Δικηγορικού Συλλόγου δύναται να κηρυχθεί έκ− πτωτος από το αξίωμα του προέδρου ή του συμβούλου εκείνος που: α) αποδέχθηκε θέση ή αξίωμα που συνεπάγεται, σύμ− φωνα με το άρθρο 31 του Κώδικα, ολική αναστολή του λειτουργήματος του δικηγόρου και β) αδικαιολόγητα απουσιάζει από οκτώ (8) συνεχείς ή δεκαέξι (16) μη συνεχείς συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου.
παρ. 4
4. Αν με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του οι− κείου Δικηγορικού Συλλόγου ο πρόεδρος ή ο σύμβουλος που αποδέχθηκε θέση ή αξίωμα που συνεπάγεται ολική αναστολή του λειτουργήματος, κριθεί ότι θα πρέπει να διατηρήσει τη θέση ή το αξίωμα, τότε αυτός τελεί σε αναστολή της άσκησης του αξιώματος, ως προέδρου ή συμβούλου.
Άρθρο 126
Άρθρο 126 Παραίτηση από το αξίωμα Ο πρόεδρος ή ο σύμβουλος δικαιούνται να παραι− τηθούν από το αξίωμα. Η παραίτηση υποβάλλεται εγ− γράφως στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου. Η απόφαση της αποδοχής της παραίτησης διαβιβάζεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Άρθρο 127
Άρθρο 127 Η άμισθη παροχή υπηρεσιών του Διοικητικού Συμβουλίου και η συγκρότησή του σε σώμα Καθορισμός Αρμοδιοτήτων
παρ. 1
1. Οι υπηρεσίες του προέδρου και των συμβούλων είναι άμισθες. 3532 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)
παρ. 2
2. Ο πρόεδρος που εκλέχθηκε, ή αν αυτός κωλύεται ή αμελεί, ο αρχαιότερος στη δικηγορική υπηρεσία σύμ− βουλος καλεί εντός οκτώ (8) ημερών από την ανάληψη των καθηκόντων του το συμβούλιο για να εκλέξει αντι− πρόεδρο, γενικό γραμματέα και ταμία.
παρ. 3
3. Αν υπάρξει απαρτία, το συμβούλιο εκλέγει με μυστι− κή ψηφοφορία και με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του Διοικητικού Συμβούλιου: α) τον αντιπρό− εδρο, β) τον γενικό γραμματέα και γ) τον ταμία. Σε πε− ρίπτωση μη επίτευξης της παραπάνω απόλυτης πλειο− ψηφίας η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται εντός τριημέρου και το Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίζει με πλειοψηφία των παρόντων μελών. Αν το συμβούλιο αποτελείται από δεκαπέντε μέλη με τον Πρόεδρο ή και περισσότερα, εκλέγονται δύο αντιπρόεδροι, ενώ αν αποτελείται από ολιγότερα μέλη εκλέγεται ένας αντιπρόεδρος.
παρ. 4
4. Ο αντιπρόεδρος, ο γενικός γραμματέας και ο ταμίας εκλέγονται για ολόκληρη την τετραετία.
ΤΜΗΜΑ Δ΄
ΤΜΗΜΑ Δ΄ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΜΗΤΡΩΟΥ
Άρθρο 128
Άρθρο 128 Σύσταση και οργάνωση επιτροπών
παρ. 1
1. Σε κάθε Δικηγορικό Σύλλογο συνιστώνται από μία πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια Επιτροπή Μητρώου. Στους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών και Θεσσαλο− νίκης μπορούν να συσταθούν περισσότερες Επιτροπές Μητρώου σε κάθε βαθμό. Τα μέλη των επιτροπών ορί− ζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων ανά διετία και το αργότερο μέχρι τη 15η Φεβρουαρίου, με διετή θητεία, η οποία αρχίζει την 1η Μαρτίου και λήγει την τελευταία ημέρα του Φεβρουα− ρίου του δεύτερου έτους.
παρ. 2
2. Οι Επιτροπές Μητρώου αποτελούνται από πέντε (5) τακτικά και πέντε (5) αναπληρωματικά μέλη δικηγό− ρους, που δεν είναι μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων με δεκαετή τουλάχιστον θητεία και δεκαπενταετή, αν πρόκειται για τις Επιτροπές Μητρώου δευτέρου βαθμού και στις οποίες προεδρεύει ο αρχαιότερος κατά το διορισμό δικηγόρος. Όσοι Δικηγορικοί Σύλλογοι έχουν αριθμό μελών μικρότερο των τριακοσίων (300) οι πρω− τοβάθμιες και δευτεροβάθμιες επιτροπές μητρώου είναι τριμελείς και οι δικηγόροι των πρωτοβάθμιων επιτρο− πών πρέπει να έχουν πενταετή τουλάχιστον θητεία και των δευτεροβάθμιων τουλάχιστον δεκαετή θητεία.
παρ. 3
3. Χρέη γραμματέα ασκεί ο νεώτερος δικηγόρος.
Άρθρο 129
Άρθρο 129 Έργο Επιτροπών Μητρώου
παρ. 1
1. Οι Επιτροπές έχουν ως έργο τον έλεγχο των μη− τρώων και των δηλώσεων που υποβάλλονται ετησίως. Αποφαίνονται για τη μη υποβολή, ή το αναληθές περιε− χόμενο αυτών και ή το εκπρόθεσμο και διαγράφουν από το μητρώο όσους δικηγόρους δεν υπέβαλαν ή υπέβαλαν ανειλικρινείς ή εκπρόθεσμες δηλώσεις.
παρ. 2
2. Οι Επιτροπές βρίσκονται σε απαρτία και συνεδρι− άζουν, εφόσον παρίστανται πέντε τουλάχιστον μέλη και οι αποφάσεις λαμβάνονται με πλειοψηφία των πα− ρόντων.
παρ. 3
3. Στις Επιτροπές διαβιβάζονται όλοι οι φάκελοι των εγγεγραμμένων στο μητρώο του συλλόγου μαζί με τις υποβληθείσες δηλώσεις μέχρι τη 10η Μαρτίου κάθε έτους και σε περίπτωση που η δήλωση κριθεί ειλικρι− νής, ενημερώνεται ο ατομικός φάκελος και σημειώνεται η χρονολογία λήψης της απόφασης και οι υπογραφές του προέδρου και του γραμματέα. Για την περίπτωση διαγραφής δικηγόρου λόγω εκπρόθεσμης υποβολής δήλωσης, η Επιτροπή οφείλει να καλέσει αυτόν πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση με κλήση που υπογράφεται από τον Πρόεδρο. Η απόφαση για τη διαγραφή συντάσσεται εγγράφως, υπογράφεται από
παρ. 4
4. Κατά της απόφασης της πρωτοβάθμιας Επιτροπής επιτρέπεται η άσκηση έφεσης εντός μηνός από την κοι− νοποίηση της απόφασης με κατάθεση στη Γραμματεία του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Η έφεση καταχω− ρίζεται σε ιδιαίτερο βιβλίο και διαβιβάζεται με το σχε− τικό φάκελο στη δευτεροβάθμια Επιτροπή, η απόφαση της οποίας συντάσσεται εγγράφως και πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη. Η δευτεροβάθμια Επιτροπή με κλήση που υπογράφεται από τον Πρόεδρο υποχρεούται να καλέσει τον εκκαλούντα και επιδίδεται στον εκκα− λούντα πέντε (5) ημέρες πριν από τη συνεδρίασή της.
παρ. 5
5. Οι Επιτροπές μητρώου, πρώτου και δεύτερου βαθ− μού, δύναται για κάθε υπόθεση να διορίζουν από τα μέλη τους εισηγητές, ασκούν δε όλες τις κατά τα άρθρα εξουσίες του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Οι ψηφοφορίες, αν ζητηθεί από κάποιο μέλος, διεξάγονται μυστικά και η απόφαση πρέπει να εκδίδεται εντός ευλόγου χρόνου.
παρ. 6
6. Η διαδικασία ενώπιον των Επιτροπών διεξάγεται ατελώς και οι σχετικές δαπάνες βαρύνουν τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο. Οι δε αποφάσεις και οι κλήσεις κοινοποιούνται με βάση τις αντίστοιχες διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας. Αιτήσεις εξαίρεσης μελών των Επι− τροπών υποβάλλονται στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου. Επίσης το Διοικητικό Συμβούλιο δικαιούται να αντικαθιστά το μέλος των Επιτροπών που απουσιάζει αδικαιολόγητα για τρεις (3) συνεχείς συνεδριάσεις και μπορεί να διατάξει και την πειθαρχική του δίωξη.
παρ. 7
7. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου κάθε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή, καθώς και κάθε νομικό πρόσωπο υποχρεούνται να παρέχουν στους Δικηγορικούς Συλλόγους οποιαδήποτε πληροφο− ρία ή βεβαίωση σχετική με την υπηρεσιακή κατάσταση των δικηγόρων ή ασκουμένων που υπηρετούν σε αυτούς.
ΤΜΗΜΑ Ε΄
ΤΜΗΜΑ Ε΄ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ
Άρθρο 130
Άρθρο 130 Διαμεσολάβηση
παρ. 1
1. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι της χώρας υποστηρίζουν ενεργά και διαρκώς το θεσμό της διαμεσολάβησης. Προς το σκοπό αυτό, προβαίνουν σε κάθε ενδεδειγμένη και σκόπιμη ενέργεια για την προβολή και διάδοση του θεσμού της διαμεσολάβησης ως εναλλακτικής μορφής επίλυσης διαφορών, τόσο προς τους δικηγόρους, όσο και προς το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.
παρ. 2
2. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι οργανώνουν και λειτουρ− γούν ειδικά πιστοποιημένα κέντρα εκπαίδευσης διαμε− σολαβητών. Εκτός από τα ως άνω κέντρα οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να ιδρύουν υπηρεσίες ή κέντρα δια− ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3533 μεσολάβησης στα οποία εκτός των άλλων είναι δυνατή η διενέργεια διαμεσολαβήσεων, καθώς και η διεξαγωγή παντός τύπου εκδηλώσεων προβολής και προώθησης της διαμεσολάβησης.
Άρθρο 131
Άρθρο 131 Μόνιμη διαιτησία στους δικηγορικούς συλλόγους
παρ. 1
1. Στους Δικηγορικούς Συλλόγους της χώρας μπορούν, μετά τη γνωμοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου κάθε συλλόγου, να οργανώνονται μόνιμες διαιτησίες. Ομοί− ως, μόνιμη διαιτησία μπορεί να οργανωθεί σε επίπεδο εφετείου, μετά τη γνωμοδότηση των διοικητικών συμ− βουλίων των οικείων δικηγορικών συλλόγων.
παρ. 2
2. Με προεδρικά διατάγματα, τα οποία εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, κα− θορίζονται οι λεπτομέρειες οργάνωσης της διαιτησίας σε κάθε δικηγορικό σύλλογο.
παρ. 3
3. Με τα προεδρικά διατάγματα της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να προβλέπεται και παρέκκλιση από τις ισχύουσες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δι− κονομίας, με τις ακόλουθες προσαρμογές, όπως: α) Στις περιπτώσεις των άρθρων 878, 880 παρ. 2 και 884 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αποφαίνεται, αντί του ειρηνοδικείου, ο πρόεδρος ή το Διοικητικό Συμ− βούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου ή επιτροπή αποτελούμενη από συμβούλους αυτού. β) Η υποχρέωση επιλογής των διαιτητών και του επιδι− αιτητή από κατάλογο διαιτητών που συντάσσεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα από τον οικείο δικηγορικό
Άρθρο 132
Άρθρο 132 Αντικείμενο και διαδικασία διαιτησίας στους δικηγορικούς συλλόγους
παρ. 1
1. Στη διαιτησία κάθε δικηγορικού συλλόγου μπορούν να υπαχθούν όλες οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία, σύμφωνα με τις ισχύουσες γενικές διατάξεις.
παρ. 2
2. Στις διαιτησίες των Δικηγορικών Συλλόγων εφαρ− μόζονται οι διατάξεις των άρθρων 867 έως 900 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των διαταγμάτων που θα εκδοθούν.
ΤΜΗΜΑ ΣΤ΄
ΤΜΗΜΑ ΣΤ΄ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Άρθρο 133
Άρθρο 133 Η Ολομέλεια ως συντονιστικό όργανο
παρ. 1
1. Συντονιστικό όργανο των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας αποτελεί η «Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος».
παρ. 2
2. Η Ολομέλεια είναι το ανώτατο αντιπροσωπευτικό όργανο των δικηγόρων της χώρας.
παρ. 3
3. Η ανεξαρτησία και η αυτοτέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας, όπως το άρθρο 89 του Κώδι− κα ορίζει, δεν θίγονται από τη λειτουργία, τις προτά− σεις και αποφάσεις της Ολομέλειας των Προέδρων. Οι αποφάσεις της Ολομέλειας συνιστούν κατευθυντήριες γραμμές στη λήψη αποφάσεων από τα όργανα των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας και αξιοποιούνται για την αντιμετώπιση των προβλημάτων τους και την πραγμάτωση των σκοπών τους.
παρ. 4
4. Αυτοδικαίως, με την εκλογή τους τα μέλη της Ολομέλειας αποτελούν οι Πρόεδροι των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας. Ο Πρόεδρος του Συλλόγου σε περίπτωση κωλύματός του δύναται να ορίσει μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου για να τον αναπληρώσει.
παρ. 5
5. Η Ολομέλεια εδρεύει στην Αθήνα, όπου διατηρεί γραφεία και διοικητικό – υποστηρικτικό προσωπικό. Όσον αφορά στο προσωπικό της Ολομέλειας εφαρ− μόζονται αναλογικά οι διατάξεις του άρθρου 95 παρ. 5 του Κώδικα.
παρ. 6
6. Η Ολομέλεια διευθύνεται από τριμελές Προεδρείο, το οποίο αποτελείται από τους Προέδρους των Δικη− γορικών Συλλόγων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά. Πρόεδρος αυτής είναι ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ο οποίος και την εκπροσωπεί.
παρ. 7
7. Πόρος της Ολομέλειας είναι η ετήσια συνδρομή κάθε Δικηγορικού Συλλόγου, η οποία και καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας. Με κανονισμό, ο οποίος καταρτίζεται από επταμελή επιτροπή και εγκρίνεται από την Ολομέλεια με πλειοψηφία των μελών της, ρυθμίζο− νται θέματα λειτουργίας αυτής.
Άρθρο 134
Άρθρο 134 Έργο της Ολομέλειας
παρ. 1
1. Έργο της Ολομέλειας αποτελεί ο συντονισμός της δραστηριότητας των Δικηγορικών Συλλόγων και η εκ− προσώπηση του δικηγορικού σώματος συνολικά. Στο έργο της Ολομέλειας εμπίπτουν ιδίως: α) Η μελέτη των προβλημάτων που αφορούν την άσκη− ση του δικηγορικού λειτουργήματος και η προώθηση λύσεων. β) Η μέριμνα για ζητήματα που αφορούν την οργάνω− ση και λειτουργία του δικαστικού συστήματος. γ) Η μελέτη και επεξεργασία θεμάτων σχετικών με τη νομοθεσία και τη νομολογία. δ) Η εκπροσώπηση του δικηγορικού σώματος ενώπιον
παρ. 2
2. Η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλ− λόγων είναι νομικός αρωγός ή σύμβουλος της Ελληνικής Πολιτείας. 3534 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)
Άρθρο 135
Άρθρο 135 Συνεδριάσεις της Ολομέλειας
παρ. 1
1. Η Ολομέλεια συνεδριάζει μία (1) φορά τουλάχιστον κάθε τέσσερις (4) μήνες, μετά από έγγραφη πρόσκληση του Προέδρου ή και μετά από αίτηση δέκα (10) τουλά− χιστον μελών αυτής προς τον Πρόεδρο. Αυτός οφείλει εντός μηνός από την υποβολή της αίτησης να συγκα− λέσει αυτήν. Στην πρόσκληση του Προέδρου ή την αί− τηση των μελών πρέπει να αναφέρονται τα θέματα της ημερήσιας διάταξης.
παρ. 2
2. Αν ο Πρόεδρος δεν συγκαλέσει εντός μηνός την Ολομέλεια, αυτή συγκαλείται αυτοδικαίως το επόμενο Σάββατο μετά την παρέλευση πέντε (5) εργασίμων ημε− ρών από την πάροδο της πιο πάνω πενθήμερης προθε− σμίας στα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Το Προεδρείο για τη συγκεκριμένη και μόνο συνεδρίαση, εκλέγεται από την Ολομέλεια, η οποία ολοκληρώνει τις εργασίες της σε μία συνεδρίαση. Ρητά, απαγορεύεται η διακοπή των εργασιών της συγκεκριμένης Ολομέλειας για επόμενη συνεδρίαση.
παρ. 3
3. Η Ολομέλεια βρίσκεται σε απαρτία όταν είναι πα− ρόντα τουλάχιστον τα 3/5 των μελών της, αποφασίζει δε με ονομαστική ψηφοφορία και απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων.
Άρθρο 136
Άρθρο 136 Οργάνωση Πανελλήνιου Συνεδρίου Δικηγορικών Συλλόγων
παρ. 1
1. Η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλ− λόγων Ελλάδος οργανώνει τουλάχιστον κάθε τετραετία πανελλήνιο συνέδριο, το οποίο σκοπό έχει τη λήψη αποφάσεων σε θέματα που αναφέρονται στη δικαι− οσύνη, στη δικηγορία, στη νομοθεσία και νομολογία, καθώς και σε θέματα γενικότερου εθνικού και κοινω− νικού ενδιαφέροντος. Σύνεδροι είναι οι Πρόεδροι και τα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων των Δικηγορικών Συλλόγων, δικαίωμα όμως παρέμβασης έχουν και εκπρό− σωποι παρατάξεων που συμμετείχαν στις τελευταίες αρχαιρεσίες των κατά τόπους δικηγορικών συλλόγων.
παρ. 2
2. Με απόφαση της Ολομέλειας ορίζεται επταμελής οργανωτική επιτροπή, η οποία καταρτίζει τον κανονισμό του συνεδρίου, ορίζει το χρόνο και τόπο διοργάνωσης αυτού, την ημερήσια διάταξη, τους εισηγητές και τα μέλη των επιτροπών επεξεργασίας των θεμάτων, τον τρόπο παρέμβασης των εκπροσώπων παρατάξεων που συμμε− τείχαν στις τελευταίες αρχαιρεσίες των κατά τόπους δικηγορικών συλλόγων και κάθε άλλη λεπτομέρεια για τη διεξαγωγή του συνεδρίου. Εισηγητές και μέλη των επι− τροπών μπορούν να ορισθούν και μη μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων των Δικηγορικών Συλλόγων. Ο κανονισμός αυτός εγκρίνεται από την Ολομέλεια και η εφαρμογή του ανατίθεται στην πιο πάνω επταμελή επιτροπή.
Άρθρο 137
Άρθρο 137 Συντονιστική Επιτροπή
παρ. 1
1. Η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλό− γων συγκροτεί, στην πρώτη συνεδρίασή της, Συντονιστική Επιτροπή, η οποία αποτελείται από τους Προέδρους των Δικηγορικών Συλλόγων Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Πειραιά και από δέκα Προέδρους Δικηγορικών Συλλόγων της πε− ριφέρειας, οι οποίοι εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία.
παρ. 2
2. Η Συντονιστική Επιτροπή εδρεύει στην Αθήνα, εξυ− πηρετείται από το διοικητικό προσωπικό της Ολομέ− λειας και έχει Πρόεδρο τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθήνας, ο οποίος συγκαλεί τις συνεδριάσεις αυτής, τουλάχιστον μία (1) φορά το μήνα. Οι Πρόεδροι των Δικηγορικών Συλλόγων Θεσσαλονίκης και Πειραιά αποτελούν τα άλλα δύο μέλη του Προεδρείου της.
παρ. 3
3. Η Συντονιστική Επιτροπή συγκαλείται επίσης, με αίτηση επτά τουλάχιστον μελών της. Αν ο Πρόεδρος δεν συγκαλέσει τη Συντονιστική Επιτροπή εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κατάθεση της αίτησης, συγκαλείται αυτοδικαίως το επόμενο Σάββατο μετά την παρέλευση πέντε (5) εργασίμων ημερών από την πάροδο της πιο πάνω δεύτερης πενθήμερης προθε− σμίας στα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και το Προεδρείο, αυτή εκλέγεται από τη Συντονιστική Επιτροπή, η οποία ολοκληρώνει τις εργασίες της σε μία συνεδρίαση.
παρ. 4
4. Η Συντονιστική Επιτροπή βρίσκεται σε απαρτία όταν παρίστανται στις συνεδριάσεις της τουλάχιστον επτά από τα μέλη της και αποφασίζει με πλειοψηφία των 3/5 των παρόντων μελών.
παρ. 5
5. Έργο της Συντονιστικής Επιτροπής είναι πέραν των όσων προβλέπονται στον Κώδικα και η αντιμετώπιση επειγόντων ζητημάτων και αυτών που αναθέτει σε αυ− τήν η Ολομέλεια.
παρ. 6
6. Οι διατάξεις για τη λειτουργία της Ολομέλειας των Προέδρων ισχύουν αναλογικά και για τη Συντονιστική Επιτροπή αυτής.
Άρθρο 138
Άρθρο 138 Δημοψηφίσματα
παρ. 1
1. Για θέματα ιδιαίτερης και κρίσιμης σημασίας για το δικηγορικό λειτούργημα ή τη λειτουργία της δικαιοσύ− νης, με απόφαση των 2/3 των μελών της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων δύναται να προκηρυχθεί η διεξαγωγή πανελλαδικού δημοψηφίσμα− τος δικηγόρων με μυστική ψηφοφορία.
παρ. 2
2. Η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας καλεί όλα τα μέλη των Δικηγορικών Συλλόγων να συμμετάσχουν στην ψηφοφορία με γενική πρόσκληση, που δημοσιεύ− εται σε δύο (2) τουλάχιστον εφημερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας και αναρτάται σε προβεβλημένα σημεία των δικαστηρίων, οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη ψηφοφορία ή και στην ιστοσελίδα της Ολομέ− λειας και των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας. Στην πρόσκληση πρέπει να αναγράφονται ο χρόνος και ο τόπος της ψηφοφορίας, καθώς και τα θέματα για τα οποία θα διεξαχθεί αυτή. Η Συντονιστική Επιτροπή και οι Πρόεδροι των Δικηγορικών Συλλόγων έχουν την ευθύνη για την οργάνωση και τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας.
παρ. 3
3. Με απόφαση των 2/3 των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου κάθε Δικηγορικού Συλλόγου, δύναται να προκηρυχθεί η διεξαγωγή δημοψηφίσματος δικηγόρων μελών του Συλλόγου αυτού (για τοπικά θέματα), με μυστική ψηφοφορία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
ΤΜΗΜΑ Α΄
ΤΜΗΜΑ Α΄ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ − ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ
Άρθρο 139
Άρθρο 139 Γενικές αρχές
παρ. 1
1. Η πειθαρχική δίκη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από κάθε άλλη. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3535
παρ. 2
2. Οι πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται από τα Πει− θαρχικά Συμβούλια.
παρ. 3
3. Η ποινική διαδικασία δεν αναστέλλει την πειθαρ− χική. Ο πειθαρχικός δικαστής δύναται να διατάξει την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας, έως ότου πε− ρατωθεί η ποινική. Σε περίπτωση αθώωσης στην ποι− νική δίκη, η πειθαρχική διαδικασία επαναλαμβάνεται αν έχει τιμωρηθεί ο διωχθείς. Πάντως, οι διαπιστώσεις που εμπεριέχονται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο βούλευμα, για την ύπαρξη ή μη ορισμένων γεγονότων, γίνονται δεκτές και στην πειθαρχική δίκη.
παρ. 4
4. Κανένας δεν διώκεται για δεύτερη φορά για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, για το οποίο και επιβάλλεται μόνο μία πειθαρχική ποινή. Νέα πειθαρχική δίωξη για το ίδιο παράπτωμα είναι απαράδεκτη. Διαφορετική νο− μική υπαγωγή των ίδιων περιστατικών δεν καθιστά την πειθαρχική αγωγή νέα.
παρ. 5
5. Περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολού− θηση του ιδίου παραπτώματος θεωρούνται ως ενιαίο σύνολο, η βαρύτητα του οποίου λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό και την επιμέτρηση της ποινής.
παρ. 6
6. Η χάρη, η αποκατάσταση, καθώς και η με οποιον− δήποτε άλλο τρόπο άρση του ποινικώς κολάσιμου της πράξης ή η ολική ή μερική άρση των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, δεν αίρουν το πειθαρχικώς κολά− σιμο της πράξης.
παρ. 7
7. Αν από την τέλεση του πειθαρχικού παραπτώμα− τος έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ίσχυσαν περισσότεροι νόμοι, διατάξεις κωδίκων δεοντολογίας και εσωτερικοί κανονισμοί του οικείου δικηγορικού συλ− λόγου, αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και των Γενικών Συνελεύσεων του Συλλόγου και αποφάσεις της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας, εφαρμόζονται εκείνες οι διατάξεις που είναι ευμενέστερες, για τον διωκόμενο.
παρ. 8
8. Παραίτηση ή μετάθεση του δικηγόρου πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας για την επιβολή της ποινής της οριστικής παύσης δεν παρακωλύει την εξέλιξή της ούτε την καταργεί.
Άρθρο 140
Άρθρο 140 Πειθαρχικά παραπτώματα
παρ. 1
1. Το πειθαρχικό παράπτωμα συντελείται με υπαίτια και καταλογιστή πράξη, ενέργεια ή παράλειψη του δι− κηγόρου, στο πλαίσιο του λειτουργήματός του ή και έξω από αυτό, εφόσον αυτή: α) αντίκειται προς τις υποχρεώσεις του που απορρέ− ουν από το Σύνταγμα και τους νόμους που συνδέονται άρρηκτα με την άσκηση του λειτουργήματός του και την απονομή της Δικαιοσύνης, β) αντίκειται προς τις υποχρεώσεις του που απορ− ρέουν από τις διατάξεις εσωτερικού και διεθνούς δι− καίου που αφορούν την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων,
παρ. 2
2. Πειθαρχικά παραπτώματα του δικηγόρου αποτε− λούν: α) Πράξεις που μαρτυρούν έλλειψη αφοσίωσης προς την Πατρίδα και το Δημοκρατικό Πολίτευμα της Χώρας. β) Η χρησιμοποίηση της ιδιότητας του δικηγόρου για την επιδίωξη παράνομων ιδιοτελών σκοπών. Η απαίτηση για τη λήψη νόμιμης αμοιβής δεν συνιστά τέτοιο σκοπό. γ) Η εν γένει αναξιοπρεπής ή απρεπής συμπεριφορά του. δ) Η παραβίαση του δικηγορικού απορρήτου.
παρ. 3
3. Κάθε κακούργημα που τελείται από δικηγόρο είναι και αυτοτελές πειθαρχικό παράπτωμα. Επίσης, κάθε πλημμέλημα που η διάπραξή του και η σχετική καταδίκη είναι ασυμβίβαστες με το δικηγορικό λειτούργημα είναι και αυτοτελές πειθαρχικό παράπτωμα.
παρ. 4
4. Δεν αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα για το δικηγόρο η άρνησή του να εφαρμόσει διατάξεις που τίθενται κατά κατάλυση του Συντάγματος ή είναι αντίθετες σε αυτό.
Άρθρο 141
Άρθρο 141 Παραγραφή
παρ. 1
1. Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται πέντε (5) έτη μετά την τέλεσή τους.
παρ. 2
2. Πειθαρχικό παράπτωμα, που αποτελεί συγχρόνως και ποινικό αδίκημα, δεν παραγράφεται πριν παρέλθει ο χρόνος που ορίζεται για την παραγραφή του τε− λευταίου. Όσο διαρκεί η ποινική διαδικασία και ένα (1) έτος μετά την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ή αμε− τάκλητου απαλλακτικού βουλεύματος, αναστέλλεται η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος. Ομοίως, αναστέλλεται η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώ− ματος για όσο χρόνο διαρκεί η ακυρωτική διαδικασία.
παρ. 3
3. O χρόνος της παραγραφής αναστέλλεται με την υποβολή της αναφοράς, ο χρόνος της αναστολής αυτής δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. Με απόφαση του Διοικη− τικού Συμβουλίου του οικείου συλλόγου καθορίζεται το ύψος του παραβόλου που απαιτείται για την υποβολή της ως άνω αναφοράς.
παρ. 4
4. Η παραγραφή πειθαρχικού παραπτώματος διακό− πτεται με την τέλεση άλλου πειθαρχικού παραπτώμα− τος που αποσκοπεί στη συγκάλυψη του πρώτου ή στη ματαίωση έγερσης πειθαρχικής δίωξης για αυτό.
ΤΜΗΜΑ Β΄
ΤΜΗΜΑ Β΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ
Άρθρο 142
Άρθρο 142 Πειθαρχικές ποινές
παρ. 1
1. Οι πειθαρχικές ποινές είναι: α) η σύσταση, β) η επίπληξη, γ) το πρόστιμο από 500 μέχρι 20.000 ευρώ. Το ανώτα− το και το κατώτατο όριο των προστίμων μπορεί να τρο− ποποιείται με πρόταση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας και απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, δ) προσωρινή παύση από το δικηγορικό λειτούργημα έως δύο (2) χρόνια και ε) οριστική παύση από το δικηγορικό λειτούργημα.
παρ. 2
2. Η ποινή της οριστικής παύσης επιβάλλεται μόνο σε ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις πειθαρχικών παρα− πτωμάτων, όταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες δια− πράχθηκαν και ο βαθμός υπαιτιότητας του διωκόμενου 3536 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) μαρτυρούν ότι αυτός δεν έχει συναίσθηση των βασικών υποχρεώσεών του ως δικηγόρου ή θίγουν σοβαρά το κύρος του δικηγορικού λειτουργήματος. Τέτοιες προϋ− ποθέσεις συντρέχουν: α) αν ο διωκόμενος καταδικάστηκε αμετάκλητα για κακούργημα, β) αν καταδικάσθηκε αμετάκλητα για οποιοδήποτε
παρ. 3
3. Τα μέτρα της επίπληξης και του προστίμου μπορούν να επιβληθούν και σωρευτικά.
παρ. 4
4. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 7 δεν εφαρ− μόζεται κατά την επιβολή της ποινής της οριστικής παύσης.
Άρθρο 143
Άρθρο 143 Συνέπειες παύσης − Απαγόρευση εκπροσώπησης
παρ. 1
1. Ο δικηγόρος, στον οποίο έχει επιβληθεί παύση από το δικηγορικό λειτούργημα, οριστική ή προσωρινή, για όσο χρόνο αυτή διαρκεί, δεν επιτρέπεται να ενεργεί ως πληρεξούσιος ή συνήγορος ή νομικός σύμβουλος αυτοπροσώπως ή μέσω αλληλογραφίας, ενώπιον δικα− στηρίων, υπηρεσιών, διαιτητικού δικαστηρίου ή άλλων προσώπων ή να διορίζει πληρεξουσίους ή μεταπληρε− ξουσίους.
παρ. 2
2. Το κύρος των νομικών πράξεων του δικηγόρου δεν θίγεται από την επιβληθείσα παύση, εκτός αν εκείνος που εκπροσωπείται τελούσε σε γνώση αυτής.
παρ. 3
3. Τα δικαστήρια οφείλουν να αποπέμπουν τον δικη− γόρο που παρίσταται ενώπιόν τους παρά την παύση που του έχει επιβληθεί.
Άρθρο 144
Άρθρο 144 Επιμέτρηση ποινής
παρ. 1
1. Κατά τον προσδιορισμό του είδους της ποινής και κατά την επιμέτρησή της το πειθαρχικό συμβούλιο λαμ− βάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του πειθαρχικού παραπτώματος και ιδίως τη βλάβη που προκάλεσε το αδίκημα, τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του αδικήματος, τις περιστά− σεις υπό τις οποίες διαπράχθηκε αυτό, την ένταση του δόλου ή το βαθμό αμέλειας του διωκομένου, β) την προσωπικότητα του δικηγόρου, την πείρα του, τις ατομικές, κοινωνικές περιστάσεις και την προηγού− μενη πορεία του, καθώς και τη διαγωγή του μετά την πράξη, τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία να επανορθώσει τις συνέπειες αυτής.
παρ. 2
2. Όταν συρρέουν περισσότερα πειθαρχικά αδικήματα και οι πειθαρχικές ποινές για καθένα από αυτά είναι του ίδιου είδους, επιβάλλεται μετά την επιμέτρησή τους συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από την πιο βαριά από τις συντρέχουσες ποινές και προσαυξάνεται. Εάν οι πειθαρχικές ποινές είναι του αυτού είδους, ή αν οι ποινές είναι ίσης διάρκειας η συνολική ποινή αποτελεί− ται από μία από αυτές, που προσαυξάνεται μέχρι το ανώτερο όριό της. Η επαύξηση της προσωρινής παύ− σης δεν μπορεί να είναι ανώτερη των έξι (6) μηνών. Η επαύξηση της πιο βαριάς ποινής για κάθε μια από τις συντρέχουσες ποινές γίνεται κατά την αιτιολογημένη κρίση του πειθαρχικού συμβουλίου.
παρ. 3
3. Σε περίπτωση που ο δικηγόρος έχει τιμωρηθεί με προσωρινή παύση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και τιμωρη− θεί μέσα σε πέντε (5) χρόνια από την τέλεση της πράξης για άλλο πειθαρχικό παράπτωμα που επισύρει ποινή προσωρινής παύσης, μπορεί να διαγραφεί οριστικά από το μητρώο του συλλόγου, με αίτηση του Πρόεδρου αυτού προς το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο.
παρ. 4
4. Όταν πρόκειται για παράπτωμα που οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια, το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να μην επιβάλει ποινή, εκτιμώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει τελεστεί, καθώς και την προσωπικότητα του διωκομένου δικηγόρου.
Άρθρο 145
Άρθρο 145 Δημοσιότητα
παρ. 1
1. Οι τελεσίδικες αποφάσεις που επιβάλλουν την πει− θαρχική ποινή της οριστικής παύσης δημοσιεύονται στο νομικό περιοδικό που εκδίδει σε τακτική βάση ο οικείος δικηγορικός σύλλογος και στην περίπτωση που δεν εκδίδεται ή έχει παύσει να εκδίδεται, στο νομικό περιοδικό που εκδίδεται στην ίδια εφετειακή περιφέ− ρεια, διαφορετικά στο Νομικό Βήμα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Επίσης, αναρτάται περίληψη στην ηλεκτρονική σελίδα του δικηγορικού συλλόγου, του οποίου είναι μέλος εκείνος στον οποίο έχει επιβληθεί η πειθαρχική ποινή.
παρ. 2
2. Σε περίπτωση προσωρινής ή οριστικής παύσης δι− κηγόρου που ανήκει σε δικηγορική Εταιρεία, αφαιρείται το όνομά του από την επωνυμία της Εταιρείας.
ΤΜΗΜΑ Γ΄
ΤΜΗΜΑ Γ΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ
Άρθρο 146
Άρθρο 146 Πειθαρχικά Συμβούλια
παρ. 1
1. Πειθαρχικά συμβούλια είναι: (α) τα πειθαρχικά συμ− βούλια στην έδρα κάθε πολιτικού εφετείου που δικάζουν πειθαρχικά αδικήματα σε πρώτο βαθμό και (β) το ανώτα− το πειθαρχικό συμβούλιο για τους δικηγόρους, με έδρα τον Άρειο Πάγο που δικάζει τα πειθαρχικά αδικήματα των δικηγόρων σε δεύτερο και τελευταίο βαθμό.
παρ. 2
2. Τα πειθαρχικά συμβούλια με απόφασή τους μπορούν να συνεδριάζουν και στην έδρα του Δικηγορικού Συλ− λόγου των πειθαρχικά εγκαλουμένων, εφόσον κρίνουν ότι με τον τρόπο αυτόν διευκολύνονται τα διάδικα μέρη.
Άρθρο 147
Άρθρο 147 Πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια
παρ. 1
1. Τα πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια είναι πεντα− μελή και συγκροτούνται ως ακολούθως: α) Εντός του μηνός Μαρτίου, μετά τη διεξαγωγή των αρχαιρεσιών των δικηγορικών συλλόγων, η συντονιστική επιτροπή των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων μετά από πρόταση ενός ή περισσοτέρων συλλόγων αποφασίζει τον αριθμό των πειθαρχικών συμβουλίων στην έδρα κάθε πολιτικού εφετείου και τον αναγκαίο αριθμό μελών, τακτικών και αναπληρωματικών, για τη συγκρότησή τους. Με πρόταση των διοικητικών συμβου− λίων των Δικηγορικών Συλλόγων της έδρας κάθε πολι− τικού εφετείου και κατά την αναλογία των μελών κάθε
παρ. 2
2. Υποψήφια μέλη των πειθαρχικών συμβουλίων δύ− νανται να είναι: α) Δικηγόροι, που έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον δεκαπενταετή δικηγορία. β) Επίτιμοι δικηγόροι, που έχουν διακριθεί εξαιρετικά κατά τη διάρκεια της ενεργούς δικηγορίας τόσο για τις επιστημονικές τους ικανότητες όσο και για την επαγ− γελματική τους συμπεριφορά.
παρ. 3
3. Δεν δύνανται να είναι μέλη των πειθαρχικών συμ− βουλίων όσοι τελούν σε αναστολή, όσοι είναι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του συλλόγου και όσοι έχουν καταδικασθεί αμετάκλητα σε οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, πλην της σύστασης και της επίπληξης.
παρ. 4
4. Καθήκοντα Προέδρου κάθε πειθαρχικού συμβου− λίου ασκεί το μέλος αυτού με τα περισσότερα χρόνια δικηγορίας.
παρ. 5
5. Η Συντονιστική Επιτροπή των Προέδρων των Δικη− γορικών Συλλόγων συντάσσει Κανονισμό Λειτουργίας των πειθαρχικών συμβουλίων, η οποία εγκρίνεται από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλ− λόγων και δημοσιεύεται στο Νομικό Βήμα. Στον Κανο− νισμό λειτουργίας μπορεί να προβλεφθεί η δημιουργία περισσότερων πειθαρχικών τμημάτων στην έδρα κάθε πολιτικού Εφετείου.
παρ. 6
6. Δικηγόροι που διορίσθηκαν μέλη πειθαρχικού συμ− βουλίου απέχουν υποχρεωτικά των καθηκόντων τους για όσο χρόνο υπάρχει εκκρεμής σε βάρος τους πει− θαρχική δίωξη.
Άρθρο 148
Άρθρο 148 Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο
παρ. 1
1. Οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων, με εξαίρεση εκείνες που επιβάλλουν τη σύσταση ή την επίπληξη, υπόκεινται στο ένδικο μέσο της έφεσης που εκδικάζεται από το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο.
παρ. 2
2. Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο, που εδρεύει στην Αθήνα και στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου εί− ναι πενταμελές και αποτελείται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, έναν αρεοπαγίτη και τρεις δικηγόρους. Τα αναπληρωματικά μέλη είναι συνολικά εννέα (9), δη− λαδή ένας αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, δύο (2) αρεοπαγίτες και έξι (6) δικηγόροι.
παρ. 3
3. Ο αντιπρόεδρος και οι τρεις (3) αρεοπαγίτες ορίζο− νται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μέσα στο μήνα Μάρτιο κάθε διετίας. Η θητεία τους είναι διετής και αρχίζει από την 1η Μαΐου.
παρ. 4
4. Οι δικηγόροι που είναι τακτικά και αναπληρωματικά μέλη επιλέγονται ύστερα από κλήρωση που διενεργείται το μήνα Μάρτιο κάθε διετίας από τη Συντονιστική Επι− τροπή των Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος από κατάλογο πενταπλασίου του αριθμού προς κλήρω− ση, ο οποίος συντάσσεται με απόφασή της. Η απόφασή τους αυτή επικυρώνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
παρ. 5
5. Υποψήφια μέλη του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβου− λίου δύνανται να είναι δικηγόροι που έχουν συμπληρώ− σει εικοσαετή τουλάχιστον δικηγορία, έχουν προαχθεί στον Άρειο Πάγο και δεν έχουν τα κωλύματα της πα− ραγράφου 3 του άρθρου 147 του Κώδικα.
παρ. 6
6. Γραμματέας του συμβουλίου είναι ο γραμματέας του Αρείου Πάγου ή ο νόμιμος αναπληρωτής του. Το σχετικό πρακτικό διαβιβάζεται χωρίς καθυστέρηση στον Υπουργό Δικαιοσύνης για την έκδοση της σχετικής απόφασης.
παρ. 7
7. Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο συνεδριάζει πά− ντοτε σε ολομέλεια των μελών του και οι αποφάσεις του λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία. Τον πρόεδρο του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου, όταν κωλύεται, τον αναπληρώνει ως αναπληρωματικό μέλος ο διορισμέ− νος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και σε περίπτωση κωλύματος και αυτού ο αρχαιότερος αρεοπαγίτης, από τους τρεις που εκλέγονται και τον τελευταίο ο αρχαι− ότερος αναπληρωματικός αρεοπαγίτης, τα δε λοιπά τακτικά μέλη του συμβουλίου αναπληρώνονται, σε περί− πτωση κωλύματος, από τα αναπληρωματικά μέλη κατά σειρά αρχαιότητάς τους.
παρ. 8
8. Στην περίπτωση μεγάλου αριθμού υποθέσεων ο πρόεδρος του ανωτάτου πειθαρχικού συμβουλίου δύ− ναται να αναθέτει υποθέσεις και στα αναπληρωματικά μέλη αυτού.
Άρθρο 149
Άρθρο 149 Συγκρότηση πειθαρχικών συμβουλίων
παρ. 1
1. Η θητεία των τακτικών και αναπληρωματικών με− λών των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων είναι τετραετής.
παρ. 2
2. Ο πρόεδρος και τα μέλη των διοικητικών συμβουλί− ων των Δικηγορικών Συλλόγων δεν υπάγονται στη δι− καιοδοσία των πειθαρχικών συμβουλίων, των πολιτικών Εφετείων που ανήκει ο σύλλογός τους αλλά σε άλλο όμορο Εφετείο. Ο καθορισμός του όμορου πολιτικού εφετείου γίνεται με απόφαση της συντονιστικής επι− τροπής των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων που δημοσιεύεται στον Κώδικα Νομικού Βήματος.
παρ. 3
3. Πράξεις που διενεργήθηκαν έγκυρα κατά τη διάρ− κεια θητείας των πειθαρχικών συμβουλίων παραμένουν ισχυρές και μετά τη λήξη της θητείας τους. Αποφάσεις που έχουν συζητηθεί ενώπιον των πειθαρχικών συμβου− λίων πριν από τη λήξη της θητείας τους μπορούν να εκδοθούν και να δημοσιευθούν μέσα σε ένα τετράμηνο από τη λήξη της θητείας. Σε κάθε άλλη περίπτωση επα− ναλαμβάνεται η συζήτηση της πειθαρχικής υπόθεσης ενώπιον των νέων πειθαρχικών συμβουλίων.
παρ. 4
4. Σε κάθε πειθαρχικό συμβούλιο λειτουργεί γραμμα− τεία αποτελούμενη από υπαλλήλους ή και δικηγόρους των αντίστοιχων Δικηγορικών Συλλόγων κατ’ άρθρο 95 παράγραφος 1 περίπτωση ιγ΄ και παράγραφος 5 του Κώδικα, που ενεργούν κάθε αναγκαία πράξη για τη διεκ− περαίωση των πειθαρχικών υποθέσεων, σύμφωνα με τις υποδείξεις του πειθαρχικού συμβουλίου και του εισηγητή. Οποιαδήποτε παράλειψη στον ορισμό γραμματέως δεν επηρεάζει τη νόμιμη συγκρότηση του οργάνου.
Άρθρο 150
Άρθρο 150 Εξαίρεση μελών πειθαρχικού συμβουλίου
παρ. 1
1. Οι διατάξεις για την εξαίρεση των δικαστών του Κώ− δικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρα 52 επ.) ισχύουν και για την εξαίρεση των μελών των πειθαρχικών συμβουλίων.
παρ. 2
2. Η αίτηση για την εξαίρεση επιδίδεται στον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου, ο οποίος την εισάγει στο 3538 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) πειθαρχικό συμβούλιο για να αποφανθεί. Η απόφαση που εκδίδεται είναι αμετάκλητη. Κάθε εγκαλούμενος έχει δικαίωμα υποβολής αίτησης εξαίρεσης μόνο μία φορά σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας.
παρ. 3
3. Αν η αίτηση εξαίρεσης γίνει δεκτή και δεν απομένει επαρκής αριθμός μελών για συγκρότηση του πειθαρχι− κού συμβουλίου η υπόθεση με την ίδια απόφαση παρα− πέμπεται σε άλλο πειθαρχικό συμβούλιο στην έδρα του ίδιου πολιτικού εφετείου, στην περίπτωση που λειτουρ− γούν περισσότερα από ένα τμήματα ή στο πειθαρχικό συμβούλιο όμορου εφετείου.
παρ. 4
4. Η αίτηση εξαίρεσης είναι απαράδεκτη όταν αυτή αφορά στην εξαίρεση όλων των μελών του πειθαρχικού συμβουλίου.
Άρθρο 151
Άρθρο 151 Τοπική αρμοδιότητα των πειθαρχικών συμβουλίων
παρ. 1
1. Αρμόδιο για την εκδίκαση των πειθαρχικών παρα− πτωμάτων είναι το πειθαρχικό συμβούλιο στην έδρα του πολιτικού εφετείου στην περιφέρεια του οποίου φέρεται ότι τελέστηκε το πειθαρχικό παράπτωμα.
παρ. 2
2. Σε περίπτωση τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώ− ματος σε περιφέρειες περισσότερων πολιτικών εφετεί− ων, αρμόδιο είναι το πειθαρχικό συμβούλιο, το οποίο έχει επιληφθεί της υπόθεσης το πρώτον.
ΤΜΗΜΑ Δ΄
ΤΜΗΜΑ Δ΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Άρθρο 152
Άρθρο 152 Προκαταρκτική πειθαρχική εξέταση
παρ. 1
1. Ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου ευθύς ως λάβει αναφορά με την οποία καταγγέλλονται πειθαρ− χικά επιλήψιμες πράξεις δικηγόρου ή λάβει με οποιον− δήποτε τρόπο γνώση από ανακοίνωση δικαστικής ή εν γένει δημόσιας αρχής σχετικά με την τέλεση τέτοιων πράξεων, παραγγέλλει τη διενέργεια προκαταρκτικής πειθαρχικής εξέτασης, αναθέτοντάς την σε μέλος του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Με την παραγγελία αυτή ο δικηγορικός σύλλογος καθίσταται διάδικος σε όλες τις δίκες που ανακύπτουν επί των πειθαρχικών αποφάσεων.
παρ. 2
2. Η προκαταρτική εξέταση είναι συνοπτική και κατά το δυνατόν σύντομη και σε κάθε περίπτωση δεν επι− τρέπεται να διαρκέσει πέραν των τριάντα (30) ημερών. Περατώνεται είτε με γραπτές ή προφορικές εξηγήσεις του προσώπου κατά του οποίου στρέφεται είτε με πρά− ξη με την οποία τίθεται η υπόθεση στο αρχείο.
παρ. 3
3. Το μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου που διε− νεργεί την προκαταρτική εξέταση μπορεί να εξετάζει μάρτυρες και να αναζητά κάθε άλλο πρόσφορο νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Κατά τη διεξαγωγή της προκαταρτι− κής εξέτασης φροντίζει έτσι ώστε να μην προσβάλλεται δυσανάλογα η τιμή και η υπόληψη του δικηγόρου, του οποίου η συμπεριφορά ερευνάται.
παρ. 4
4. Ανώνυμες καταγγελίες δεν λαμβάνονται υπόψη και αρχειοθετούνται αμέσως.
παρ. 5
5. Σε περίπτωση που η αναφορά δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία ή ανεπί− δεκτη οποιασδήποτε εκτίμησης, ο Πρόεδρος του δικη− γορικού συλλόγου την αρχειοθετεί με συνοπτική αιτι− ολογία και ανακοινώνει στον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου την πράξη αρχειοθέτησης.
παρ. 6
6. Δεν διενεργείται προκαταρκτική εξέταση για πρά− ξεις, για τις οποίες έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα ή πλημμέλημα.
παρ. 7
7. Ο αρμόδιος Εισαγγελέας έχει την υποχρέωση να ενημερώσει τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο σε περί− πτωση άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος δικηγόρου. Την ίδια υποχρέωση έχει και σε περίπτωση έκδοσης παραπεμπτικού ή απαλλακτικού βουλεύματος, τελεσί− δικης αθωωτικής ή καταδικαστικής απόφασης σε βάρος δικηγόρου, αποστέλλοντας πλήρη αντίγραφα, εντός δέκα (10) ημερών από την έκδοσή τους.
Άρθρο 153
Άρθρο 153 Άσκηση πειθαρχικής δίωξης
παρ. 1
1. Η πειθαρχική δίωξη ασκείται ενώπιον του αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου από τον Πρόεδρο του οικείου δικηγορικού συλλόγου μετά το πέρας της προκαταρ− κτικής εξέτασης και εφόσον προκύπτουν επαρκείς εν− δείξεις τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος.
παρ. 2
2. Το έγγραφο της πειθαρχικής δίωξης μαζί με το πόρισμα της προκαταρκτικής εξέτασης και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου αποστέλλονται αμέσως στον Πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου. Σε περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων τμημάτων στο πειθαρχικό συμ− βούλιο της έδρας του πολιτικού εφετείου, ο σχετικός φάκελος διαβιβάζεται στον Πρόεδρο του τμήματος που έχει τα περισσότερα χρόνια ενεργούς δικηγορίας. Ο τελευταίος διενεργεί κλήρωση ενώπιον των Προέδρων όλων των τμημάτων της ίδιας εφετειακής περιφέρειας για το ποιο τμήμα θα χρεωθεί την υπόθεση μεταξύ όλων των τμημάτων που έχουν συγκροτηθεί στην έδρα του πολιτικού εφετείου.
Άρθρο 154
Άρθρο 154 Διαδικασία ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων
παρ. 1
1. Ο Πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου ή του τμήματος του πειθαρχικού συμβουλίου που έχει τελικά χρεωθεί την υπόθεση ορίζει εισηγητή της υπόθεσης.
παρ. 2
2. Ο εισηγητής έχει όλες τις αρμοδιότητες και εξου− σίες κάθε γενικού προανακριτικού υπαλλήλου. Εξετάζει τους μάρτυρες, συλλέγει το λοιπό αποδεικτικό υλικό, συντάσσει το κατηγορητήριο και καλεί τον πειθαρχικά διωκόμενο να λάβει γνώση του κατηγορητηρίου και της δικογραφίας και να απολογηθεί προφορικά ή γραπτά μέσα σε εύλογο χρόνο. Σε περίπτωση που ο διωκόμενος υποβάλει γραπτό απολογητικό υπόμνημα ο εισηγητής δύναται να διατυπώσει οποιανδήποτε κατά την κρίση του διευκρινιστική ή άλλη ερώτηση.
παρ. 3
3. Σε περίπτωση έκδοσης από τον εισηγητή εντάλματος βιαίας προσαγωγής κατά των μαρτύρων που απειθούν, το ένταλμα διαβιβάζεται απ’ ευθείας στον αρμόδιο εισαγ− γελέα και κατά μαρτύρων στρατιωτικών στον αρμόδιο Υπουργό, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να το εκτελέσουν. Ο εισηγητής έχει επίσης, το δικαίωμα να ενεργήσει εκτός έδρας της περιφέρειας του Εφετείου πράξεις, σε κάθε περίπτωση, όμως, έχει την υποχρέωση να ανακοινώσει στον Πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου, του οποίου είναι μέλος, την προγραμματισμένη από αυτόν πράξη τουλάχιστον 24 ώρες πριν από τη διεξαγωγή της.
παρ. 4
4. Αν ο εισηγητής μετά τη συγκέντρωση του αποδει− κτικού υλικού κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που να στηρίζουν πειθαρχική κατηγορία, παραδίδει το φάκελο στον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου με την πρόταση να μην γίνει κατηγορία και να τεθεί η υπό− θεση στο αρχείο. Ο πρόεδρος εισάγει την υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει, αν θα γίνει ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3539 ή όχι η κατηγορία ή αν πρέπει να γίνει συμπληρωματική ανάκριση από τον εισηγητή. Αν το πειθαρχικό συμβού− λιο δεχθεί ότι πρέπει να γίνει κατηγορία, συντάσσεται από τον εισηγητή κατηγορητήριο και εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους.
παρ. 5
5. Μετά την ολοκλήρωση του έργου του εισηγητή, ολόκληρος ο φάκελος διαβιβάζεται στον Πρόεδρο του αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου για τον ορισμό της δικασίμου, μαζί με τον κατάλογο των μαρτύρων που πρέπει να κληθούν και το αποδεικτικό επίδοσης της πράξης αυτής στον πειθαρχικά διωκόμενο δικηγόρο.
παρ. 6
6. Ο εισηγητής της υπόθεσης δύναται να συμμετάσχει στη συνεδρίαση του συμβουλίου.
παρ. 7
7. Κατά την ακροαματική διαδικασία μπορούν να πα− ραστούν ο Πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου που άσκησε την πειθαρχική δίωξη ή το μέλος του Διοικητι− κού Συμβουλίου που τον αναπληρώνει ή αντικαθιστά. Ο ασκήσας την ποινική δίωξη Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου ή ο αντικαταστάτης του έχει το δικαίωμα να ζητήσει και να λάβει το λόγο από τον Πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου για να αναπτύξει την υπόθεση για την οποία άσκησε πειθαρχική δίωξη. Η μη παρά− σταση του Προέδρου του δικηγορικού Συλλόγου ή του αναπληρωτή του δεν αποτελεί λόγο αναβολής ούτε καθιστά άκυρη τη σύνθεση του πειθαρχικού συμβουλίου.
παρ. 8
8. Ο διωκόμενος δικηγόρος δύναται να παραστεί αυ− τοπροσώπως ή και με δικηγόρο. Ασκεί το δικαίωμα υπε− ράσπισής του, καλώντας και με δική του ευθύνη, χωρίς υποχρεωτική προδικασία, μάρτυρες για να καταθέσουν υπέρ του ή για την υπόθεσή του.
παρ. 9
9. Το πειθαρχικό συμβούλιο μέσα σε έξι (6) μήνες το αργότερο από την άσκηση της πειθαρχικής διώξε− ως, οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση. Ο χρόνος αυτός παρατείνεται αναλόγως, εάν έχει διαταχθεί η αναστολή της πειθαρχικής δίωξης. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση που έγινε δεκτή αίτηση εξαίρεσης και εξαιτίας της ανέφικτης συγκρότησης του πειθαρχικού συμβουλίου με νέα σύνθεση, παραπέμπεται η υπόθεση σε άλλο πειθαρχικό συμβούλιο.
παρ. 10
10. Αν το πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά και αξιό− ποινη πράξη, η αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση, καθώς και το απαλλακτικό βούλευμα δεν εμποδίζουν το πειθαρχικό συμβούλιο να εκδικάσει την υπόθεση στην ουσία της και να εκδώσει απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη του τη σχετική ποινική δικογραφία, την οποία οφείλει να αποστείλει σε αντίγραφα ο αρμόδιος εισαγγελέας, ύστερα από σχετική αίτηση του εισηγητή της υπόθεσης.
Άρθρο 155
Άρθρο 155 Πειθαρχικά παραπτώματα ενώπιον δικαστηρίων Πειθαρχικά παραπτώματα που διαπράττονται ενώπιον δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή ενώπιον εντε− ταλμένου δικαστή, ανακριτή ή εισηγητή βεβαιώνονται με έκθεση αυτού, η οποία διαβιβάζεται στον Πρόεδρο του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Σε κάθε περίπτωση οι δικαστικές αρχές έχουν υποχρέωση να ανακοινώνουν στον οικείο δικηγορικό σύλλογο κάθε πειθαρχικό παρά− πτωμα δικηγόρου το οποίο λαμβάνουν γνώση.
Άρθρο 156
Άρθρο 156 Έκδοση της πειθαρχικής απόφασης
παρ. 1
1. Αμέσως μετά την ολοκλήρωση της αποδεικτικής διαδικασίας και της απολογίας του πειθαρχικά διωκόμε− νου ακολουθεί η διάσκεψη των μελών του πειθαρχικού συμβουλίου για τη λήψη οριστικής απόφασης.
παρ. 2
2. Η απόφαση συντάσσεται εγγράφως εντός προθε− σμίας δέκα (10) ημερών από την εκδίκαση και πρέπει να είναι ειδικώς και επαρκώς αιτιολογημένη. Εγγράφως συντάσσονται, επίσης μέσα στην ίδια προθεσμία, και τα πρακτικά του πειθαρχικού συμβουλίου, τα οποία υπο− γράφονται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα και καταχωρούνται όπως και η απόφαση σε ειδικό βιβλίο με αύξοντα αριθμό.
παρ. 3
3. Αν ο εγκαλούμενος δικηγόρος δεν έχει δηλώσει το τελευταίο έτος στο δικηγορικό του σύλλογο την ακρι− βή διεύθυνση του γραφείου του ή της κατοικίας του ή είναι άγνωστης διαμονής, τότε οι κοινοποιήσεις της πειθαρχικής διαδικασίας γίνονται στον γενικό γραμμα− τέα του δικηγορικού συλλόγου που θεωρείται νόμιμος αντίκλητός του.
Άρθρο 157
Άρθρο 157 Έφεση
παρ. 1
1. Ο δικηγόρος στον οποίο επιβλήθηκε οποιαδήποτε ποινή, πλην της σύστασης ή επίπληξης, έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση σε προθεσμία εντός μηνός από την επίδοση της απόφασης. Η έφεση ασκείται με κατάθε− σή της στη γραμματεία του πειθαρχικού συμβουλίου, που εξέδωσε την απόφαση που προσβάλλεται. Για την άσκηση της έφεσης συντάσσεται έκθεση. Η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και η άσκησή της δεν έχουν ανασταλτική δύναμη, εκτός εάν στην απόφαση ορίζεται διαφορετικά.
παρ. 2
2. Μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κατάθεση της έφεσης, με επιμέλεια και ευθύνη του προέδρου του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου που εξέδωσε την απόφαση, ο φάκελος παραδίδεται στον πρόεδρο του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου.
παρ. 3
3. Ο πρόεδρος του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου ορίζει ημέρα για την εκδίκαση της έφεσης και καλεί με κλήση που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή, στον εκ− καλούντα δικηγόρο δέκα (10) ημέρες πριν από την ημέρα της συζήτησης. Ο εγκαλούμενος μπορεί αυτοπρόσωπα ή με πληρεξούσιο δικηγόρο να αναπτύξει έγγραφα ή προφορικά τις απόψεις του.
παρ. 4
4. Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί να δια− τάξει τη συμπλήρωση της ανάκρισης, οφείλει όμως να εκδώσει την απόφασή του σε προθεσμία το πολύ δύο (2) μηνών από την ημέρα της κατάθεσης της έφεσης.
παρ. 5
5. Με την επιφύλαξη του επόμενου άρθρου, η απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου είναι αμετά− κλητη. Η απόφαση διαβιβάζεται μαζί με τη δικογραφία στον πρόεδρο του δικηγορικού συλλόγου χωρίς καθυ− στέρηση, ο οποίος οφείλει να κοινοποιήσει αντίγραφο της απόφασης στο δικηγόρο που τιμωρήθηκε.
Άρθρο 158
Άρθρο 158 Έλεγχος των πειθαρχικών συμβουλίων
παρ. 1
1. Στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου διαβιβάζονται από τον γραμματέα του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου οι αποφάσεις αυτού, οι οποίες καταχωρί− ζονται σε ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του Εισαγγελέα.
παρ. 2
2. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου κατά οποιασδήποτε απόφασης του πρωτο− 3540 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) βαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου εντός τριών (3) μηνών από την καταχώρησή της στο βιβλίο της εισαγγελίας. Η προσφυγή ασκείται είτε για εσφαλμένη ή πλημμελή εφαρμογή του νόμου είτε για λόγους ουσιαστικής εκτί− μησης των πραγματικών περιστατικών.
Άρθρο 159
Άρθρο 159 Εκτέλεση πειθαρχικών αποφάσεων
παρ. 1
1. Οι τελεσίδικες αποφάσεις των πειθαρχικών συμ− βουλίων εκτελούνται με επιμέλεια του προέδρου του δικηγορικού συλλόγου, του οποίου μέλος αποτελεί ο τιμωρημένος δικηγόρος, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον Κώδικα.
παρ. 2
2. Η σύσταση, η επίπληξη και το πρόστιμο γνωστοποι− ούνται εγγράφως στον τιμωρηθέντα από τον πρόεδρο του συλλόγου. Ο Σύλλογος παρακρατεί ή συμψηφίζει τα πρόστιμα με τα ποσά των διανεμητικών λογαριασμών και των μερισμάτων που δικαιούται ο τιμωρηθείς ή ει− σπράττονται με τη διαδικασία είσπραξης των δημοσίων εσόδων και κατατίθενται στο ταμείο του συλλόγου. Αν δεν καταβληθεί το πρόστιμο είναι απαράδεκτη η υπο− βολή της ετήσιας δήλωσης. Οι αποφάσεις, με τις οποίες επιβάλλονται ποινές οριστικής παύσης ή προσωρινής τουλάχιστον ενός μηνός, δημοσιεύονται στο νομικό τύπο με δαπάνη του δικηγόρου που τιμωρήθηκε η οποία ει−
παρ. 3
3. Ο δικηγόρος που τιμωρήθηκε οφείλει μέσα σε προ− θεσμία πέντε (5) ημερών από τη γνωστοποίηση της τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης και εφόσον του επιβλήθηκε ποινή οριστικής ή προσωρινής παύσης να προσέλθει στα γραφεία του συλλόγου, στον οποίο ανή− κει και να παραδώσει το δελτίο της δικηγορικής του ταυτότητας. Από την επόμενη ημέρα της παράδοσης του δελτίου αρχίζει η έκτιση της ποινής. Αν δεν έχει εφοδιασθεί με δελτίο ταυτότητας, τότε καταθέτει σχε− τική υπεύθυνη δήλωση και από την επόμενη ημέρα της κατάθεσης της δήλωσης αυτής, αρχίζει η έκτιση της ποινής. Αν δεν κατατεθεί το δελτίο της ταυτότητάς του
παρ. 4
4. Αν η απόφαση για την οριστική παύση εξαφανισθεί από νεότερη δικαστική απόφαση, ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα να επαναδιορισθεί μετά από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του δικηγορικού συλλόγου που ήταν μέλος του πριν την καταδίκη του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄ ΑΓΩΓΗ ΚΑΚΟΔΙΚΙΑΣ
Άρθρο 160
Άρθρο 160 Υποχρέωση αποζημίωσης από δικηγόρο
παρ. 1
1. Ο δικηγόρος, ο οποίος με πράξη, ενέργεια ή παρά− λειψή του προκάλεσε ζημία στον εντολέα του παρά− νομα, από δόλο ή βαριά αμέλεια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
παρ. 2
2. Οι διατάξεις του δευτέρου και τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3094/2003 (Α΄ 10) εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους που προσφέ− ρουν τις υπηρεσίες τους στα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
Άρθρο 161
Άρθρο 161 Παραγραφή
παρ. 1
1. Οι αξιώσεις του προηγούμενου άρθρου παραγρά− φονται μετά τρία (3) έτη από την πράξη, ενέργεια ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων.
παρ. 2
2. Η παραγραφή των αξιώσεων του προηγούμενου άρθρου αναστέλλεται ή διακόπτεται για όσο χρόνο προ− βλέπεται στα άρθρα 255 επ. και 260 του Αστικού Κώδικα.
Άρθρο 162
Άρθρο 162 Αρμόδιο δικαστήριο Η αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου υπάγεται στο κατά τόπο αρμόδιο πολυμελές πρωτοδικείο που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση, τα ελ− ληνικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία για υποθέ− σεις αγωγών κακοδικίας κατά δικηγόρων που εδρεύουν στην Ελλάδα, εφαρμοστέο δε είναι το ελληνικό δίκαιο.
Άρθρο 163
Άρθρο 163 Περιεχόμενο αγωγής
παρ. 1
1. Το δικόγραφο της αγωγής: α) συντάσσεται σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στα άρθρα 118 και 216 εδάφιο 1 του Κώδικα Πολιτικής Δι− κονομίας, β) περιέχει όλους τους λόγους, στους οποίους ο ενά− γων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας και γ) αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους.
παρ. 2
2. Στην αγωγή επισυνάπτονται: α) τα αποδεικτικά έγγραφα που ο ενάγων επικαλείται για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, σε πρω− τότυπα η επικυρωμένα αντίγραφα, β) ειδικό πληρεξούσιο στον δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, η έλλειψη του οποίου την καθιστά απαρά− δεκτη.
Άρθρο 164
Άρθρο 164 Συνέπειες απόρριψης Αν η αγωγή κακοδικίας απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο δεν επιτρέπεται να ασκηθεί νέα αγωγή για την ίδια υπόθεση, για τους ίδιους ή άλλους λόγους, και ο ενάγων καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα ενώ μπορεί να καταδικαστεί και σε χρηματική ποινή κατά το άρθρο 205 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 165
Άρθρο 165 Μεταβατικές διατάξεις
παρ. 1
1. Οι διατάξεις για τις εξετάσεις των υποψήφιων δι− κηγόρων εφαρμόζονται στους υποψηφίους δικηγόρους που εγγράφονται στα σχετικά βιβλία ασκουμένων από 1.1.2014.
παρ. 2
2. Οι διατάξεις του Κώδικα ως προς τους πτυχιούχους ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της αλλοδαπής είναι ειδικές έναντι κάθε άλλης διάταξης. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3541
παρ. 3
3. Για τους δικηγόρους οι οποίοι παρέχουν τις υπηρε− σίες τους με σύμβαση έμμισθης εντολής κατά την έναρ− ξη ισχύος του παρόντος νόμου, η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 45 του Κώδικα ισχύει από 1.1.2015.
παρ. 4
4. Οι υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 1 του άρθρου 96Α και της παρ. 7 του άρθρου 161 του ν.δ. 3026/1954 (Α΄ 235), όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με τις παρα− γράφους 9 και 10 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011 (Α΄ 32), διατηρούνται σε ισχύ μέχρι την έκδοση των αντίστοιχων υπουργικών αποφάσεων, δυνάμει του άρθρου 62 του Κώδικα. Σε κάθε περίπτωση οι Δικηγορικοί Σύλλογοι οφείλουν σε προθεσμία δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της υπουργικής απόφασης του άρθρου 62 του Κώδικα να ολοκληρώσουν τις διαδικασίες που έχουν αρχίσει, ως προς τη σύσταση νέων διανεμητικών λογαριασμών και τη συνολική διαδοχή των παλαιών, διαφορετικά οι λογαριασμοί αυτοί τίθενται σε εκκαθάριση.
παρ. 5
5. Μέχρι τις 31.12.2013 διατηρείται σε ισχύ η διάταξη της περίπτωσης 8α της υποπαραγράφου 1 της παρ. ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄222).
παρ. 6
6. Οι επόμενες αρχαιρεσίες στους Δικηγορικούς Συλ− λόγους θα διεξαχθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα.
παρ. 7
7. Οι διατάξεις που θέτουν ανώτατο όριο στη θη− τεία των Προέδρων και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των οικείων Δικηγορικών Συλλόγων δεν εφαρμόζονται στις επόμενες αρχαιρεσίες. Η θητεία των Προέδρων και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των οικείων Δικηγορικών Συλλόγων που θα εκλεγούν στις αρχαιρεσίες του Φεβρουαρίου 2014 θα διαρκέσει έως τις 31.12.2017.
παρ. 8
8. Οι προπαρασκευαστικές πράξεις και ιδίως η συ− γκρότηση και λειτουργία των πειθαρχικών συμβουλί− ων και οργάνων, καθώς επίσης η σύνταξη, έγκριση και δημοσίευση Κανονισμού λειτουργίας των πειθαρχικών συμβουλίων πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι τις 31.12.2013.
παρ. 9
9. Η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 148 αρχίζει από 1.5.2014. Η συγκρότηση του πρώτου Ανώτατου Πει− θαρχικού Συμβουλίου πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως το Μάιο του 2014. Έως τότε εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν πριν την κύρωση του Κώδικα.
παρ. 10
10. Οι πειθαρχικές υποθέσεις που εκκρεμούν συνεχί− ζουν να ερευνώνται και εκδικάζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από την κύρωση του Κώδικα.
Άρθρο 166
Άρθρο 166 Τελικές διατάξεις
παρ. 1
1. Οι διατάξεις του Κώδικα είναι ειδικές έναντι κάθε άλλης διάταξης.
παρ. 2
2. Από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυ− βερνήσεως, καταργείται ο Κώδικας περί Δικηγόρων, όπως αυτός έχει κυρωθεί με το ν.δ. 3026/1954 (Α΄ 235).
παρ. 3
3. Ο νόμος αυτός, με την επιφύλαξη του άρθρου 165 του Κώδικα, ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφη− μερίδα της Κυβερνήσεως. 3542 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3543 3544 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3545 3546 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3547 3548 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3549 3550 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)
Υπογραφές & σημείωμα Εθνικού Τυπογραφείου (2)
signature
Αθήνα, 24 Σεπτεμβρίου 2013 Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΡΟΥΤΣΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους. Αθήνα, 25 Σεπτεμβρίου 2013 Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
back matter
ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ *01002082709130068* ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΟΥ 34 * ΑΘΗΝΑ 104 32 * ΤΗΛ. 210 52 79 000 * FAX 210 52 21 004
Τι τροποποιεί
Παραπέμπει σε ν. 4111/2013
Παραπέμπει σε ν. 4093/2012
Παραπέμπει σε ν. 3919/2011
Παραπέμπει σε ν. 3226/2004
Παραπέμπει σε ν. 3094/2003
Παραπέμπει σε ν. 2915/2001
Παραπέμπει σε ν. 2690/1999
Παραπέμπει σε ν. 2362/1995
Παραπέμπει σε ν. 1599/1986
Παραπέμπει σε ν. 612/1977
Αντικαθιστά 410/1974
Αντικαθιστά 484/1974
Παραπέμπει σε · Καταργεί 3026/1954