Ο νόμος για τη Δικονομία και τον προσυμβατικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου
Τι λέει το έγγραφο
Ποιους αφορά
- Οι κανόνες του νόμου αφορούν τους διαδίκους στις δίκες ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
- Ο προσυμβατικός έλεγχος αφορά, μεταξύ άλλων, το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Τι ρυθμίζει
- Ο νόμος συγκεντρώνει σε ενιαίο κείμενο τους κανόνες για την εκδίκαση των διαφορών που υπάγονται στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
- Ο νόμος θεσπίζει κανόνες για τον υποχρεωτικό έλεγχο νομιμότητας ορισμένων δημόσιων συμβάσεων πριν από την υπογραφή τους.
Βασικές διατάξεις
- Το Ελεγκτικό Συνέδριο αποτελεί αυτοτελή δικαιοδοτικό κλάδο.
- Η δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου ασκείται από την Ολομέλεια και τα Τμήματά του.
- Η διαδικασία στο ακροατήριο στηρίζεται σε έγγραφη προδικασία.
- Τα ένδικα βοηθήματα ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου ή σε δημόσια ή δημοτική αρχή.
- Η έφεση ασκείται μέσα σε προθεσμία 60 ημερών.
- Η αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά οριστικών αποφάσεων των Τμημάτων.
- Οι διοικητικές αρχές οφείλουν να συμμορφώνονται με τις αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
- Αν δεν διενεργηθεί ο προβλεπόμενος προσυμβατικός έλεγχος, η σύμβαση που συνάπτεται είναι άκυρη.
- Ο προσυμβατικός έλεγχος ολοκληρώνεται μέσα σε 30 ημέρες από τη διαβίβαση του φακέλου στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
Πλαίσιο
- Ο νόμος προβλέπει την των άρθρων 1 έως 123 του 1225/1981 από την του Πρώτου Τμήματός του.
Τροποποιεί / αναφέρεται σε
Το επίσημο κείμενο
Τεχνικά τμήματα του ΦΕΚ (1)
masthead
ΕΦΗΜΕΡΙ∆Α ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ∆ΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 29 Ιουνίου 2020 ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 127 (Το παρόν ΦΕΚ επανεκτυπώθηκε λόγω λάθους)
preamble
ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 4700 Ενιαίο κείμενο Δικονομίας για το Ελεγκτικό Συ- νέδριο, ολοκληρωμένο νομοθετικό πλαίσιο για τον προσυμβατικό έλεγχο, τροποποιήσεις στον Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, δια- τάξεις για την αποτελεσματική απονομή της δι- καιοσύνης και άλλες διατάξεις. Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
other:1
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΠΡΩΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥ- ΝΕΔΡΙΟ ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ ΘΕΣΠΙΣΗ ΕΝΙΑΙΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΔΙΚΟ- ΝΟΜΙΑΣ Άρθρο 1 Ενιαίο κείμενο Δικονομίας ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Άρθρο 2 Έκταση δικαιοδοσίας Άρθρο 3 Αρμοδιότητα δικαστικών σχηματισμών Άρθρο 4 Παρεμπίπτοντα ζητήματα Άρθρο 5 Δέσμευση από αποφάσεις άλλων δικαστη-
συνέχεια 2/3
Άρθρο 177 Αναίρεση υπέρ του νόμου Άρθρο 178 Ειδική παρέμβαση ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27 ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ Άρθρο 179 Προσβαλλόμενες αποφάσεις Άρθρο 180 Αρμόδιο δικαστήριο Άρθρο 181 Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση Άρθρο 182 Νέα αίτηση Άρθρο 183 Λόγοι αναθεώρησης Άρθρο 184 Προθεσμία Άρθρο 185 Ανάλογη εφαρμογή διατάξεων Άρθρο 186 Συνέπειες αναθεώρησης ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28 ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
συνέχεια 3/3
ένδικων βοηθημάτων και μέσων Άρθρο 351 Μεταβατικές διατάξεις για τις προθεσμίες Άρθρο 352 Μεταβατικές διατάξεις για τις ενστάσεις του άρθρου 90 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συ- νέδριο ΤΜΗΜΑ ΕΚΤΟ ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 60 ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 353 Κατάργηση διατάξεων του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο Άρθρο 354 Κατάργηση διατάξεων για τις ενστάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 90 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο και άλλων διατάξεων
Άρθρο 1
Άρθρο 1 Ενιαίο κείμενο Δικονομίας Με τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στο παρόν Τμή- μα ενσωματώνονται σε ενιαίο κείμενο, τροποποιούνται και συμπληρώνονται οι ρυθμίσεις που ισχύουν για την εκδίκαση των διαφορών που υπάγονται στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου. ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Άρθρο 2
Άρθρο 2 Έκταση δικαιοδοσίας Το Ελεγκτικό Συνέδριο αποτελεί πλήρη και αυτοτελή δικαιοδοτικό κλάδο. Στη δικαιοδοσία του υπάγονται οι διαφορές που ανατίθενται σε αυτό με βάση τις κείμενες διατάξεις.
Άρθρο 3
Άρθρο 3 Αρμοδιότητα δικαστικών σχηματισμών
παρ. 1
1. Η δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου ασκείται από την Ολομέλεια και τα Τμήματά του. Σε όποια διάταξη του παρόντος Tμήματος γίνεται αναφορά χωρίς άλλο προσδιορισμό σε «Δικαστήριο», νοείται ο σχηματισμός του Ελεγκτικού Συνεδρίου που διέπεται από τη διάταξη στην οποία γίνεται η αναφορά και όπου γίνεται αναφορά σε «Πρόεδρο του Δικαστηρίου», νοείται ο Πρόεδρος του σχηματισμού αυτού.
παρ. 2
2. Στην Ολομέλεια υπάγεται η εκδίκαση των αιτήσεων αναίρεσης που ασκούνται κατά των οριστικών αποφάσε- ων των Τμημάτων, καθώς και των προδικαστικών παρα- πομπών για επίλυση γενικότερης σημασίας ζητημάτων.
παρ. 3
3. Τα Τμήματα έχουν το τεκμήριο της αρμοδιότητας για την εκδίκαση κάθε αίτησης δικαστικής προστασίας που εισάγεται στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
παρ. 4
4. Η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των Τμημά- των ορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας, που δημοσι-
παρ. 5
5. Αν διαφορά εισήχθη σε αναρμόδιο Τμήμα, παρα- πέμπεται στο αρμόδιο. Η απόφαση περί παραπομπής μπορεί να ληφθεί σε συμβούλιο, αν δεν έχει χωρήσει συζήτηση της υπόθεσης. Η εκδίκασή της από το Τμήμα στο οποίο εισήχθη δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Άρθρο 4
Άρθρο 4 Παρεμπίπτοντα ζητήματα Κατά την εκδίκαση των διαφορών, εφόσον στον νόμο που διέπει τη σχέση δεν ορίζεται διαφορετικά, επιτρέ- πεται: (α) με την επιφύλαξη των διατάξεων περί δεδικασμέ- νου, να κριθούν παρεμπιπτόντως ζητήματα της δικαι- οδοσίας των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων, αν από τα ζητήματα αυτά εξαρτάται η επίλυση της ένδικης διαφοράς, ή (β) να ανασταλεί η πρόοδος της δίκης, εφόσον δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος για τα συμφέροντα των διαδί- κων, αν παρεμπίπτοντα ζητήματα πρόκειται να κριθούν με δύναμη δεδικασμένου σε δίκη που εκκρεμεί στο κατά δικαιοδοσία αρμόδιο δικαστήριο.
Άρθρο 5
Άρθρο 5 Δέσμευση από αποφάσεις άλλων δικαστηρίων
παρ. 1
1. Το Δικαστήριο δεσμεύεται από τις αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συ- ντάγματος ως προς το νομικό ζήτημα που επέλυσε με την απόφασή του, καθώς και από τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και των λοιπών διοικητι- κών δικαστηρίων, κατά το μέρος που αυτές αποτελούν δεδικασμένο, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι σχετικές δι- ατάξεις.
παρ. 2
2. Το Δικαστήριο δεσμεύεται από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες σύμφωνα με τις κείμε- νες διατάξεις ισχύουν έναντι όλων. Δεσμεύεται επίσης από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς τις διαπιστώσεις συγκε- κριμένων πραγματικών περιστατικών, στα οποία θεμε- λιώνεται η κρίση επί της ενοχής του κατηγορουμένου, από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα βουλεύματα που αποφαίνονται αμετάκλητα να μη γίνει η κατηγορία, εκτός αν η αθώωση ή η απαλλαγή στηρίχθηκε σε έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του νόμου στην ένδικη διαφορά ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
παρ. 3
3. Στις αποφάσεις των αλλοδαπών πολιτικών δικα- στηρίων, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 2 εφόσον συ- ντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 323 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
παρ. 4
4. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το δεδικασμέ- νο και αυτεπαγγέλτως εφόσον τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας.
Άρθρο 6
Άρθρο 6 Έλλειψη δικαιοδοσίας
παρ. 1
1. Αιτήσεις δικαστικής προστασίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και κα- τατίθενται στο Ελεγκτικό Συνέδριο απορρίπτονται ως απαράδεκτες.
παρ. 2
2. Οι διαφορές που ανήκουν στη δικαιοδοσία της διοικητικής δικαιοσύνης παραπέμπονται, με απόφα- ση οποιουδήποτε σχηματισμού επιληφθεί αυτών, στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο.
παρ. 3
3. Οι διαφορές που ανήκουν στην εξαιρετική δικαιο- δοσία του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος παραπέμπονται σε αυτό, εκτός αν το τιθέμενο νομικό ζήτημα έχει ήδη επιλυθεί με προηγού- μενη απόφασή του.
Άρθρο 7
Άρθρο 7 Εξέταση δικαιοδοσίας
παρ. 1
1. Το Δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως τη δι- καιοδοσία του.
παρ. 2
2. Απόφαση Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία απορρίπτεται αίτηση δικαστικής προστασίας ως υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστη- ρίων ή με την οποία παραπέμπεται υπόθεση στη διοικη- τική δικαιοσύνη κοινοποιείται αμελλητί από τον γραμ- ματέα του σχηματισμού που την εξέδωσε στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος μπορεί να την προσβάλει με αίτηση αναίρε- σης. Την απόφαση αυτή μπορεί να προσβάλουν και οι διάδικοι.
Άρθρο 8
Άρθρο 8 Απόρριψη ένδικου βοηθήματος από άλλα δικαστήρια
παρ. 1
1. Αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως από το δικαστήριο στο οποίο ασκήθηκε για έλλειψη δικαι- οδοσίας, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα στο Ελεγκτικό Συνέδριο, που προβλέπει ο νόμος, μπορεί να ασκηθεί ενώπιόν του εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο ή αφότου καταστεί τελε- σίδικη η επιδοθείσα πρωτόδικη απόφαση. Στην περίπτω- ση αυτή λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά τον χρόνο της άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε.
παρ. 2
2. Το δικαστικό ένσημο που έχει καταβληθεί για το ένδικο βοήθημα που απορρίφθηκε συνυπολογίζεται και για το ένδικο βοήθημα που ασκείται ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Άρθρο 9
Άρθρο 9 Ανάθεση διαδικαστικών πράξεων σε άλλες αρχές
παρ. 1
1. Το Δικαστήριο, αν διαδικαστική πράξη δεν είναι δυ- νατόν να διενεργηθεί στην έδρα του, μπορεί να ζητήσει τη διενέργειά της από πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο που εδρεύει στον τόπο όπου αυτή πρέπει να διενερ- γηθεί.
παρ. 2
2. Το Δικαστήριο δύναται να ζητήσει τη διενέργεια διαδικαστικής πράξης από ελληνική προξενική αρχή ή και από αλλοδαπή αρχή με τη μεσολάβηση των αρμόδι- ων υπουργών, εφόσον αυτό δεν παραβιάζει κανόνα του διεθνούς δικαίου. Στην περίπτωση αυτή, η πράξη είναι έγκυρη έστω και αν είναι σύμφωνη μόνο με τις διατάξεις του δικαίου της χώρας όπου διενεργήθηκε.
παρ. 3
3. Το Δικαστήριο δύναται για την άσκηση της δικαι- οδοσίας του να αναθέτει τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων που προβλέπονται στο παρόν Τμήμα σε διοι- κητικές αρχές.
Άρθρο 10
Άρθρο 10 Διαπίστωση παράνομων ενεργειών διοικητικών οργάνων
παρ. 1
1. Αν από τη διεξαγωγή της δίκης προκύψει ότι συ- ντρέχει περίπτωση πειθαρχικής δίωξης διοικητικού ορ- γάνου, επειδή αυτό εν γνώσει του έχει εκδώσει πράξη ή έχει προβεί σε υλική ενέργεια προδήλως παράνομη, ή εν γνώσει του και κατά πρόδηλη παράβαση του νόμου έχει παραλείψει οφειλόμενη ενέργεια, το Δικαστήριο, με ειδική απόφασή του που εκδίδεται σε συμβούλιο, παραπέμπει το ζήτημα στην αρμόδια αρχή για την εκτί- μηση της συμπεριφοράς του οργάνου προς άσκηση της πειθαρχικής δίωξης.
παρ. 2
2. Η παρ. 1 εφαρμόζεται και όταν συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής δίωξης των εκπροσώπων του Δημοσίου ή οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου για παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 20.
παρ. 3
3. Αν προκύψουν σοβαρές υπόνοιες για παράνομη ενέργεια ή παράλειψη διοικητικού οργάνου, η οποία μπορεί να επισύρει κατά νόμο τον προσωπικό καταλο- γισμό του, ο φάκελος αποστέλλεται με πρωτοβουλία του εισηγητή δικαστή με αντίγραφο της απόφασης από την οποία προκύπτει η σχετική ενέργεια, παράλειψη ή πλημ- μέλεια, με ειδική επισήμανση αυτής στο οικείο διαβιβα- στικό έγγραφο, στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
Άρθρο 11
Άρθρο 11 Αρχή της ισότητας των διαδίκων
παρ. 1
1. Ενώπιον του Δικαστηρίου οι διάδικοι είναι ίσοι.
παρ. 2
2. Οι διάδικοι δικαιούνται να παρίστανται και να ακού- γονται κατά τη διενέργεια των διαδικαστικών πράξεων.
Άρθρο 12
Άρθρο 12 Μέριμνα για την πρόοδο της δίκης Το Δικαστήριο μεριμνά αυτεπαγγέλτως για την πρό- οδο εν γένει της δίκης διατάσσοντας τη διαδικαστική πράξη που απαιτείται από τον νόμο για τη διακρίβωση της αλήθειας και την ταχύτερη περάτωση της δίκης.
Άρθρο 13
Άρθρο 13 Έλεγχος διαδικαστικών προϋποθέσεων Το Δικαστήριο ελέγχει και αυτεπαγγέλτως τη συνδρο- μή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης.
Άρθρο 14
Άρθρο 14 Συνέπειες ερημοδικίας Το Δικαστήριο εξετάζει και κρίνει τις υποθέσεις που ει- σάγονται ενώπιόν του και όταν απουσιάζουν οι διάδικοι, χωρίς να τεκμαίρεται ομολογία από την απουσία τους.
Άρθρο 15
Άρθρο 15 Ερμηνεία δικονομικών κανόνων Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με βάση τις αρχές της δίκαιης δίκης τα ερμηνευτικά ζητήματα που ανακύπτουν από την εφαρμογή των δικονομικών κανόνων έτσι ώστε, λαμβάνοντας υπόψη κάθε φορά τη σοβαρότητα του δι- ακυβεύματος, να αποφαίνεται σε πνεύμα δίκαιης ισορ- ροπίας.
Άρθρο 16
Άρθρο 16 Αρχή της υποχρεωτικής έγγραφης προδικασίας Η διαδικασία στο ακροατήριο στηρίζεται στην έγγρα- φη προδικασία. Καμία κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση για δικαστική προστασία δεν μπορεί να εισαχθεί στο Δικαστήριο χωρίς να τηρηθεί προδικασία, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Η αίτηση που έχει εισαχθεί χωρίς προδικασία απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως.
Άρθρο 17
Άρθρο 17 Χρήση ηλεκτρονικών μέσων για διεξαγωγή δικών
παρ. 1
1. Οι δικαστικές αποφάσεις και πράξεις, οι εκθέσεις, τα δικόγραφα και κάθε άλλο έγγραφο που απευθύνεται στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή εκδίδεται απ’ αυτό επιτρέπε- ται να κατατίθενται, να επιδίδονται και να διακινούνται με χρήση Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ), σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
παρ. 2
2. Είναι δυνατόν, επίσης, με χρήση ΤΠΕ να: (α) εξετάζονται, κατ’ αίτηση των διαδίκων ή αυτεπαγ- γέλτως, μάρτυρες, πραγματογνώμονες και διάδικοι χωρίς αυτοί να παρίστανται στην αίθουσα συνεδρίασης του Δικαστηρίου, (β) τηρούνται τα βιβλία που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις για τη διεκπεραίωση των εργασιών του και (γ) καταβάλλονται παράβολα, δικαστικά ένσημα και οποιαδήποτε τέλη υπέρ του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δη- μοσίου δικαίου.
Άρθρο 18
Άρθρο 18 Δημοσιότητα
παρ. 1
1. Το Δικαστήριο συνεδριάζει δημόσια στο ακροατή- ριο, η δε διαδικασία ενώπιόν του διεξάγεται προφορικά.
παρ. 2
2. Το Δικαστήριο δεν συνεδριάζει δημόσια αν κρίνει με απόφασή του ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 93 του Συντάγματος.
παρ. 3
3. Η προδικασία και η διαδικασία εκτός ακροατηρίου δεν είναι δημόσιες.
παρ. 4
4. Στις διαδικασίες ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στις οποίες τίθενται ζητήματα που αφορούν σε ευαίσθη- τα προσωπικά δεδομένα, εφαρμόζεται το άρθρο 40 του ν. 3659/2008 (A’ 77).
Άρθρο 19
Άρθρο 19 Μυστικότητα διασκέψεων και καθήκον εχεμύθειας
παρ. 1
1. Οι διασκέψεις του Δικαστηρίου προς έκδοση απο- φάσεων επί των υποθέσεων που συζητήθηκαν είναι μυστικές.
παρ. 2
2. Όσοι συμμετέχουν σε αυτές τηρούν απαρέγκλιτα το καθήκον της εχεμύθειας για ό,τι διαμείφθηκε.
Άρθρο 20
Άρθρο 20 Καλόπιστη διεξαγωγή δίκης
παρ. 1
1. Οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι, οι εκπρόσωποι και οι δικαστικοί πληρεξούσιοι οφείλουν να ενεργούν σύμφωνα με τους κανόνες της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, να τηρούν το καθήκον της αλήθειας και να αποφεύγουν ενέργειες που προδήλως παρελκύουν τη δίκη.
παρ. 2
2. Αν παραβιασθεί η υποχρέωση της παρ. 1, το Δι- καστήριο με την οριστική του απόφαση επιβάλλει στο πρόσωπο που κρίνει υπεύθυνο για την παραβία- ση χρηματικό πρόστιμο έως χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ. Πριν από την επιβολή του, ο Πρόεδρος του Δι- καστηρίου, ύστερα από απόφαση του Δικαστηρίου που καταχωρίζεται στα πρακτικά της διάσκεψης, καλεί με πράξη του το φερόμενο ως υπεύθυνο πρόσωπο να εκθέσει εγγράφως τις απόψεις του στο Δικαστήριο μέσα σε εύλογη προθεσμία. Με την πράξη του Προ- έδρου κοινοποιείται και απόσπασμα των πρακτικών της διάσκεψης. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΑΜΕΡΟΛΗΨΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Άρθρο 21
Άρθρο 21 Λόγοι αποκλεισμού και απαλλαγής
παρ. 1
1. Ο δικαστικός λειτουργός αποκλείεται από την άσκη- ση του λειτουργήματός του σε δίκη όταν: (α) από την έκβαση της δίκης έχει άμεσο ή έμμεσο προσωπικό συμφέρον ή όταν σε αυτήν διάδικος είναι σύζυγος ή εξομοιούμενος κατά τον νόμο με σύζυγο, μνη- στήρας ή πρόσωπο με το οποίο συνδέεται με συγγένεια αίματος ή αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό ή πρόσωπο με το οποίο συνδέεται με υιοθεσία ή αναδοχή, (β) η δίκη αφορά σε υπόθεση στην οποία έχει αναμει- χθεί με την ιδιότητα του πληρεξουσίου, αντιπροσώπου, εκπροσώπου, διαιτητή, μάρτυρα, πραγματογνώμονα, πειθαρχικού δικαστή ή μέλους πειθαρχικού συμβουλίου ή όταν έχει γνωμοδοτήσει για αυτήν, (γ) η δίκη αφορά σε διοικητική πράξη ή δικαστική από- φαση στην έκδοση των οποίων είχε συμπράξει.
παρ. 2
2. Ο λόγος αποκλεισμού δικαστικού λειτουργού που αναφέρεται στην περ. γ’ της παρ. 1 δεν ισχύει για την εκδίκαση από τον δικαστικό λειτουργό: (α) αίτησης ανα- θεώρησης, εκτός αν προβάλλεται ο λόγος της παρ. 2 του άρθρου 183, (β) αίτησης διόρθωσης ή ερμηνείας, (γ) ανα- κοπής ερημοδικίας, (δ) αίτησης δίκαιης ικανοποίησης.
παρ. 3
3. Η γραμματεία του Δικαστηρίου οφείλει να ερευνά και να ενημερώνει τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου και τον δικαστικό λειτουργό για τον λόγο αποκλεισμού του που αναφέρεται στην περ. γ’ της παρ. 1.
παρ. 4
4. Ο δικαστικός λειτουργός που πιστεύει ότι συντρέ- χουν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας που επιβάλλουν την αποχή του από συγκεκριμένη δίκη έχει δικαίωμα να ζη- τήσει απαλλαγή από τη συμμετοχή του στη δίκη αυτή.
Άρθρο 22
Άρθρο 22 Διαδικασία αποκλεισμού και απαλλαγής
παρ. 1
1. Ο δικαστικός λειτουργός μόλις αντιληφθεί τον λόγο αποκλεισμού του οφείλει να το δηλώσει στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου. Αν ο λόγος αποκλεισμού συντρέχει στο πρόσωπο του Προέδρου, ο λόγος αποκλεισμού δη- λώνεται στον αμέσως επόμενο από αυτόν αρχαιότερο δικαστικό λειτουργό.
παρ. 2
2. Το Δικαστήριο συνεδριάζει σε συμβούλιο που απο- τελείται από τους τρεις αρχαιότερους δικαστές του και, αφού ακούσει τη γνώμη του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αποφασίζει αν συντρέχει λόγος αποκλεισμού ή αν εκείνος που υπέβαλε την αίτηση απαλλαγής δικαιούται να απαλλαγεί από την άσκηση των καθηκόντων του. Η απόφαση καταχωρίζεται σε ειδικό πρωτόκολλο.
Άρθρο 23
Άρθρο 23 Αίτηση εξαίρεσης Αίτηση εξαίρεσης δικαστικού λειτουργού μπορεί να υποβληθεί από διάδικο για δικαστικό λειτουργό, ως προς τον οποίο συντρέχει λόγος αποκλεισμού ή στο πρόσω- πο του οποίου συντρέχουν συγκεκριμένοι λόγοι που δικαιολογούν την πρόκληση αμφιβολίας ως προς την αμερόληπτη άσκηση των καθηκόντων του.
Άρθρο 24
Άρθρο 24 Εξέταση αίτησης εξαίρεσης
παρ. 1
1. Η αίτηση εξαίρεσης υποβάλλεται εγγράφως στη γραμματεία του Δικαστηρίου ή προφορικώς στο ακρο- ατήριο έως το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης.
παρ. 2
2. Αν ζητείται η εξαίρεση ολόκληρου του Δικαστηρίου, η αίτηση κατατίθεται οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συ- ζήτηση. Στην περίπτωση αυτή δεν δύναται να ζητηθεί η εξαίρεση τόσων μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ώστε με τον αριθμό που απομένει να μην είναι δυνατή η συγκρότησή τους.
παρ. 3
3. Αν ο λόγος εξαίρεσης προταθεί πριν από τη συζήτη- ση της υπόθεσης, αποφαίνονται για αυτήν οι τρεις αρχαι- ότεροι δικαστές του Δικαστηρίου, χωρίς τη συμμετοχή του μέλους του οποίου ζητείται η εξαίρεση.
παρ. 4
4. Αν ο λόγος προταθεί κατά τη συζήτηση, το Δικα- στήριο αποφαίνεται για το βάσιμο αυτής αμέσως, απο- τελούμενο από τους τρεις αρχαιότερους δικαστές του Δικαστηρίου που είναι παρόντες στο κατάστημα του Δικαστηρίου κατά την ημέρα της συζήτησης χωρίς τη συμμετοχή του μέλους του οποίου ζητείται η εξαίρεση.
παρ. 5
5. Η προαπόδειξη είναι υποχρεωτική για τον αιτούντα.
Άρθρο 25
Άρθρο 25 Απόφαση για εξαίρεση
παρ. 1
1. Αν ο λόγος αποκλεισμού ή εξαίρεσης κριθεί βάσι- μος, απαγγέλλεται η ακυρότητα των πράξεων στις οποί- ες συμμετείχε ο δικαστής του οποίου αποφασίσθηκε η εξαίρεση.
παρ. 2
2. Αν ο λόγος αποκλεισμού ή εξαίρεσης κριθεί αβάσι- μος, η αίτηση απορρίπτεται. Αν ο λόγος εξαίρεσης κριθεί προφανώς αβάσιμος, μπορεί να επιβληθούν σε αυτόν που υπέβαλε την αίτηση εξαίρεσης οι κυρώσεις που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 20.
Άρθρο 26
Άρθρο 26 Αποκλεισμός δικαστικών υπαλλήλων Οι διατάξεις για τον αποκλεισμό και την εξαίρεση δικα- στικού λειτουργού εφαρμόζονται και για τους υπαλλή- λους της γραμματείας. Τις σχετικές αποφάσεις λαμβάνει ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΔΙΑΔΙΚΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΔΙΑΔΙΚΟΥ
Άρθρο 27
Άρθρο 27 Ικανότητα διαδίκου φυσικών και νομικών προσώπων
παρ. 1
1. Ικανότητα να είναι διάδικοι έχουν τα φυσικά και νο- μικά πρόσωπα.
παρ. 2
2. Διάδικος είναι και το κυοφορούμενο, εφόσον λογί- ζεται ως φυσικό πρόσωπο.
Άρθρο 28
Άρθρο 28 Διάδικοι χωρίς νομική προσωπικότητα Οι ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό χωρίς να είναι σωματεία, οι εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, καθώς και οι ομάδες περιουσίας έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι σε υποθέσεις σχετικές με τον σκοπό ή το αντικείμενο της δραστηριότητάς τους. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 ΔΙΚΑΝΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ
Άρθρο 29
Άρθρο 29 Δικανική ικανότητα φυσικών προσώπων
παρ. 1
1. Ικανότητα να αποφασίζει για τη διενέργεια διαδικα- στικών πράξεων έχει το φυσικό πρόσωπο με: (α) πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, ή (β) περιορισμένη δικαιοπρακτική ικανότητα για τις δι- αδικαστικές πράξεις που αφορούν στη ρύθμιση σχέσεων για τις οποίες θεωρείται ικανό.
παρ. 2
2. Ο αλλοδαπός έχει δικανική ικανότητα εφόσον είναι δικαιοπρακτικά ικανός είτε κατά το δίκαιο της ιθαγένειάς του είτε κατά το ελληνικό δίκαιο.
παρ. 3
3. Αν το πρόσωπο δεν έχει δικανική ικανότητα, για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων αποφασίζει ο νόμι- μος αντιπρόσωπός του.
παρ. 4
4. Κατ’ εξαίρεση, για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυ- νος επιτρέπεται και σε δικαιοπρακτικά μη ικανό πρό- σωπο να αποφασίζει για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ύστερα από άδεια του Προέδρου του Δικα- στηρίου, ενώπιον του οποίου πρόκειται να εισαχθεί ή εκκρεμεί η υπόθεση.
Άρθρο 30
Άρθρο 30 Δικανική ικανότητα νομικών προσώπων
παρ. 1
1. Το Δημόσιο εκπροσωπείται στη δίκη από τον Υπουρ- γό Οικονομικών. Στις δίκες επί ανακοπής εκτέλεσης, το Δημόσιο εκπροσωπείται από τον προϊστάμενο της δη- μόσιας υπηρεσίας που επισπεύδει την εκτέλεση.
παρ. 2
2. Τα νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαί- ου εκπροσωπούνται από τους νόμιμους εκπροσώπους τους.
παρ. 3
3. Η εκπροσώπηση των αλλοδαπών νομικών προσώ- πων, εφόσον ειδική διάταξη δεν ορίζει διαφορετικά, δι- έπεται από το δίκαιο της έδρας τους.
Άρθρο 31
Άρθρο 31 Εκπροσώπηση διαδίκων χωρίς νομική προσωπικότητα Οι ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν ορισμένο σκο- πό χωρίς να αποτελούν σωματείο, οι εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, καθώς και οι ομάδες πε- ριουσίας εκπροσωπούνται από τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους.
Άρθρο 32
Άρθρο 32 Γενική και ειδική εξουσιοδότηση για διεξαγωγή δίκης
παρ. 1
1. Αν για τη διεξαγωγή δίκης από τον νόμιμο αντιπρό- σωπο του ανίκανου διαδίκου ή τον νόμιμο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου απαιτείται προηγούμενη άδεια ή εξουσιοδότηση, η χωρίς περιορισμό παρασχεθείσα άδεια ή εξουσιοδότηση περιλαμβάνει όλες τις διαδικα- στικές πράξεις και ενέργειες μέχρι το αμετάκλητο της απόφασης.
παρ. 2
2. Ο συμβιβασμός, η αναγνώριση, η παραίτηση και η συμφωνία για διαιτησία είναι ανίσχυρες χωρίς ειδική άδεια ή εξουσιοδότηση για την ενέργειά τους.
Άρθρο 33
Άρθρο 33 Νομιμοποίηση νόμιμων αντιπροσώπων και εκπροσώπων Τα στοιχεία νομιμοποίησης των νόμιμων αντιπροσώ- πων και εκπροσώπων των διαδίκων υποβάλλονται στο Δικαστήριο έως την πρώτη συζήτηση. Αν συντρέχουν ελλείψεις που μπορεί να συμπληρωθούν ως προς τη δικανική ικανότητα των διαδίκων και τη νόμιμη εκπρο- σώπησή τους ή ως προς την απαιτούμενη για τη διεξα- γωγή της δίκης άδεια ή εξουσιοδότηση, εφαρμόζεται το άρθρο 232. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 ΔΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ
Άρθρο 34
Άρθρο 34 Διενέργεια διαδικαστικών πράξεων
παρ. 1
1. Οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι εκπρό- σωποί τους διενεργούν τις διαδικαστικές πράξεις και παρίστανται κατά τη συζήτηση με δικαστικούς πληρε- ξουσίους.
παρ. 2
2. Κατ’ εξαίρεση, οι ιδιώτες διάδικοι ή οι νόμιμοι αντι- πρόσωποι και οι εκπρόσωποί τους μπορούν να διενερ- γούν διαδικαστικές πράξεις και να παρίστανται κατά τη συζήτηση χωρίς δικαστικό πληρεξούσιο κατά την εκδί- καση αγωγών για καθυστερούμενες συντάξεις, όταν το σύνολο του ποσού που είναι αντικείμενο της διαφοράς δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
παρ. 3
3. Στην περίπτωση της παρ. 2, ο Πρόεδρος του Δικα- στηρίου μπορεί, εκτιμώντας τις ιδιαίτερες περιστάσεις, να υποχρεώσει τον διάδικο να προσλάβει δικαστικό πληρεξούσιο.
Άρθρο 35
Άρθρο 35 Δικαστικοί πληρεξούσιοι του Δημοσίου και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου Οι διατάξεις που ισχύουν για τους δικαστικούς πληρε- ξουσίους του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυ- τοδιοίκησης και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου έχουν εφαρμογή και στις δίκες που διέπονται από τον παρόντα νόμο.
Άρθρο 36
Άρθρο 36 Δικαστικοί πληρεξούσιοι των λοιπών διαδίκων
παρ. 1
1. Δικαστικοί πληρεξούσιοι των λοιπών διαδίκων, πλην του Δημοσίου και όλων των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται δικηγόροι σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α’ 208). Κατ’ εξαίρεση, στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 34, δικαστικοί πληρεξούσιοί τους μπορεί να οριστούν και ο σύζυγος, η σύζυγος ή οι εξομοιούμενοι κατά τον νόμο με αυτούς, καθώς και το πρόσωπο που συνδέεται με τους διαδίκους αυτούς με συγγένεια αίματος ή αγχιστείας έως και του δευτέρου βαθμού ή ομόδικός τους.
παρ. 2
2. Ο διορισμός πληρεξουσίου γίνεται με έγγραφο ή με προφορική δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά.
παρ. 3
3. Το έγγραφο με το οποίο παρέχεται η πληρεξουσιό- τητα δύναται να είναι δημόσιο ή και ιδιωτικό. Η γνησιό- τητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται επί του ιδιωτικού εγγράφου από συμβολαιογράφο ή δη- μόσια ή δημοτική αρχή.
παρ. 4
4. Αν ο διάδικος δεν μπορεί να υπογράψει, το ιδιωτικό έγγραφο υπογράφεται από δύο (2) μάρτυρες και η γνη- σιότητα της υπογραφής τους βεβαιώνεται σύμφωνα με την παρ. 3.
παρ. 5
5. Αν η πράξη με την οποία παρέχεται η πληρεξουσι- ότητα έχει καταρτισθεί από αλλοδαπή αρχή, η πράξη αυτή διέπεται από το δίκαιο του τόπου κατάρτισής της.
παρ. 6
6. Τα πληρεξούσια έγγραφα κατατίθενται στο Δικα- στήριο.
Άρθρο 37
Άρθρο 37 Έκταση, διάρκεια και λήξη πληρεξουσιότητας
παρ. 1
1. Η χρονική διάρκεια και η έκταση της εξουσίας του δικαστικού πληρεξουσίου προσδιορίζονται με το πληρε- ξούσιο έγγραφο. Το γενικό πληρεξούσιο, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, παρέχει την εξουσία για τη διενέργεια δια- δικαστικών πράξεων, την άσκηση ένδικων βοηθημάτων και μέσων, καθώς και τον διορισμό άλλων δικαστικών πληρεξουσίων.
παρ. 2
2. Κατ` εξαίρεση, απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα: (α) για τον δικαστικό συμβιβασμό, (β) για την παραίτηση από ένδικο βοήθημα ή μέσο που έχει ασκηθεί, (γ) για την προσβολή εγγράφου ως πλαστού, (δ) όπου αλλού προβλέπεται τούτο ρητώς από ειδικές διατάξεις.
παρ. 3
3. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο γενικό πληρεξού- σιο, η δικαστική πληρεξουσιότητα λήγει με την πάροδο πενταετίας από τη χρονολογία κατάρτισης του σχετι- κού εγγράφου. Αν όμως η δίκη έχει αρχίσει πριν από τη λήξη της πενταετίας ή της προθεσμίας που έχει οριστεί, το γενικό πληρεξούσιο ισχύει έως και την επίδοση της οριστικής απόφασης.
παρ. 4
4. Ο πληρεξούσιος είναι υποχρεωτικά και αντίκλητος του εντολέα του στις κοινοποιήσεις που αφορούν στη δίκη στην οποία παρίσταται, περιλαμβανομένης και της οριστικής απόφασης.
Άρθρο 38
Άρθρο 38 Παύση δικαστικής πληρεξουσιότητας
παρ. 1
1. Η πληρεξουσιότητα παύει με: (α) την κατάργηση της δίκης ή την περάτωση της δια- δικαστικής πράξης για την οποία αυτή είχε δοθεί, (β) τον θάνατο του πληρεξουσίου ή την απώλεια της ικανότητάς του να ενεργεί ως πληρεξούσιος, (γ) την ανάκληση της πληρεξουσιότητας ή την παραί- τηση του πληρεξουσίου από αυτήν, (δ) την παραίτηση, την παύση, την αποβολή, ή άλλη ανάλογη κατάσταση, του πληρεξούσιου δικηγόρου από το δικηγορικό λειτούργημα.
παρ. 2
2. Η ανάκληση της πληρεξουσιότητας, καθώς και η παραίτηση του δικαστικού πληρεξουσίου από αυτήν, γίνονται είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά και ισχύει έναντι όλων, είτε με έγγραφη δήλωση, η οποία κοινοποιείται με δικα- στικό επιμελητή στον πληρεξούσιο ή στον εντολέα κατά περίπτωση, καθώς και σε όλους τους διαδίκους, και στη συνέχεια κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου μαζί με τα αποδεικτικά των κοινοποιήσεων, από τότε δε και ισχύει έναντι όλων.
παρ. 3
3. Ο δικαστικός πληρεξούσιος οφείλει, και μετά την κατά την παρ. 2 παραίτησή του, εφόσον δεν διορίστηκε άλλος, να προβαίνει, για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ημερών, στη διενέργεια των διαδικαστικών πράξεων που είναι απαραίτητες προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου για τα συμφέροντα του εντολέα του. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται για άλλες τριάντα (30) ημέρες αν ο επικείμε- νος κίνδυνος που είχε εμφανισθεί εντός της προθεσμίας δεν έχει εκλείψει.
παρ. 4
4. Η πληρεξουσιότητα δεν παύει με τον θάνατο ή τη μεταβολή της προσωπικής κατάστασης εκείνου που την έδωσε ή του νόμιμου αντιπροσώπου του, αλλά εξακο- λουθεί και παύει μόνον όταν διακοπεί η δίκη για έναν από τους λόγους αυτούς.
Άρθρο 39
Άρθρο 39 Νομιμοποίηση δικαστικών πληρεξουσίων
παρ. 1
1. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις μέ- χρι την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η πληρεξουσιότητα θεωρείται υπάρχουσα.
παρ. 2
2. Αν, έως την πρώτη συζήτηση, δεν έχουν υποβληθεί τα στοιχεία της νομιμοποίησης, εφαρμόζεται το άρθρο 229.
παρ. 3
3. Αν ο δικαστικός πληρεξούσιος τελικώς δεν νομιμο- ποιηθεί, κηρύσσονται άκυρες οι διαδικαστικές πράξεις που διενεργήθηκαν από αυτόν, καθώς και οι κλήσεις προς αυτόν για συζήτηση, το δε σχετικό ένδικο βοήθη- μα ή μέσο απορρίπτεται. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ
Άρθρο 40
Άρθρο 40 Κύρια παρέμβαση
παρ. 1
1. Αν τρίτος διεκδικεί ολικώς ή μερικώς το αντικείμενο της δίκης που εκκρεμεί στο Τμήμα ύστερα από άσκηση αγωγής, μπορεί να ασκήσει κύρια παρέμβαση.
παρ. 2
2. Η άσκηση κύριας παρέμβασης έχει τα έννομα απο- τελέσματα που έχει η άσκηση αγωγής.
Άρθρο 41
Άρθρο 41 Πρόσθετη παρέμβαση
παρ. 1
1. Σε δίκη που εκκρεμεί στο Τμήμα ύστερα από άσκη- ση έφεσης ή αγωγής, μπορεί να παρέμβει τρίτος προς υποστήριξη του διαδίκου υπέρ του οποίου έχει έννομο συμφέρον να αποβεί η δίκη.
παρ. 2
2. Ο παρεμβαίνων επιχειρεί όλες τις διαδικαστικές πρά- ξεις που προβλέπει ο νόμος εφόσον δεν αντιτίθενται στο συμφέρον και τις πράξεις του διαδίκου υπέρ του οποίου παρεμβαίνει, έχει δε δικαίωμα να ασκήσει όλα τα ένδικα μέσα.
Άρθρο 42
Άρθρο 42 Άσκηση παρέμβασης
παρ. 1
1. Στα πρόσωπα που νομιμοποιούνται να ασκήσουν παρέμβαση σύμφωνα με τα άρθρα 40 και 41 ανακοινώ- νεται η δίκη από οποιονδήποτε διάδικο, με κοινοποί- ηση του εισαγωγικού δικογράφου και γνωστοποίηση της δικασίμου, είκοσι (20) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από αυτήν.
παρ. 2
2. Η παρέμβαση ασκείται με ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 55 στη γραμματεία του Δικαστηρίου και με τη φροντίδα του παρεμβαίνοντος επιδίδεται με ποινή απαραδέκτου σε κυρωμένο αντίγραφο στους διαδίκους έξι (6) του- λάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η πα- ράλειψη της ανωτέρω επίδοσης καλύπτεται αν εκείνος προς τον οποίο αυτή έπρεπε να γίνει παρίσταται στο ακροατήριο και δεν αντιλέγει.
παρ. 3
3. Οι διατάξεις για την ομοδικία, τη συνάφεια και τον χωρισμό δικογράφων εφαρμόζονται αναλόγως και στην παρέμβαση.
παρ. 4
4. Αποφάσεις, πράξεις και δικόγραφα που προβλέπεται ότι επιδίδονται στους διαδίκους μετά την άσκηση της παρέμβασης επιδίδονται και στους παρεμβαίνοντες.
Άρθρο 43
Άρθρο 43 Παρέμβαση σε δίκη ενώπιον της Ολομέλειας Παρέμβαση σε δίκη ενώπιον της Ολομέλειας επιτρέπε- ται μόνο στις περιπτώσεις των άρθρων 161 (παραπομπή ζητήματος αντισυνταγματικότητας τυπικού νόμου), 162 (υποβολή προδικαστικού ερωτήματος), 163 (πρότυπη δίκη) και 178 (ειδική παρέμβαση).
Άρθρο 44
Άρθρο 44 Παρέμβαση σε δίκη επί ανακοπής εκτέλεσης Σε δίκη που εκκρεμεί στο Τμήμα ύστερα από άσκηση ανακοπής εκτέλεσης, η παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 149. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται η παρ. 2 του άρθρου 41 και οι παρ. 3 και 4 του άρθρου 42. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 ΟΜΟΔΙΚΙΑ
Άρθρο 45
Άρθρο 45 Αναγκαστική ομοδικία
παρ. 1
1. Περισσότεροι ομοδικούν αναγκαστικώς εφόσον: (α) η διαφορά από τη φύση της επιδέχεται μόνον ενιαία ρύθμιση, ή (β) η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σύμφωνα με τον νόμο σε όλους τους ομοδίκους, ή (γ) κατά τον νόμο, συγκεκριμένο ένδικο βοήθημα μό- νον από κοινού μπορεί να ασκηθεί από αυτούς ή κατ’ αυτών, ή (δ) λόγω των συνθηκών της συγκεκριμένης διαφοράς, δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις.
παρ. 2
2. Οι διαδικαστικές πράξεις κάθε αναγκαστικώς ομο- δίκου, εφόσον ο νόμος που διέπει τη σχέση δεν ορίζει διαφορετικά, δεσμεύουν και τους λοιπούς αναγκαστικώς ομοδίκους. Για το κύρος όμως των πράξεων συμβιβα- σμού, αναγνώρισης, παραίτησης και συμφωνίας για δι- αιτησία, απαιτείται ομοφωνία όλων των αναγκαστικώς ομοδίκων.
παρ. 3
3. Το Δικαστήριο εκτιμά ελευθέρως τους αντιφατικούς ισχυρισμούς των αναγκαστικώς ομοδίκων.
Άρθρο 46
Άρθρο 46 Προσεπίκληση αναγκαστικώς ομοδίκων
παρ. 1
1. Αν ορισμένοι ως προς τους οποίους συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναγκαστικής ομοδικίας δεν περι- λαμβάνονται στο κοινό δικόγραφο, προσεπικαλούνται στη δίκη, με κοινοποίηση του εισαγωγικού δικογράφου και γνωστοποίηση της δικασίμου από οποιονδήποτε ομόδικο, δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.
παρ. 2
2. Την προσεπίκληση αναγκαστικώς ομοδίκου έχει την εξουσία να διατάξει και αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο με απόφαση που ορίζει με επιμέλεια ποιου διαδίκου θα γίνει η προσεπίκληση και τον χρόνο κατά τον οποίο πρέπει αυτή να γίνει.
Άρθρο 47
Άρθρο 47 Συμμετοχή στη δίκη αναγκαστικώς ομοδίκων Ο προσεπικαλούμενος κατά το άρθρο 46 μετέχει στη δίκη με ειδικό δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στην αρμόδια γραμματεία του Δικαστηρίου και επιδίδεται σε κυρωμένο αντίγραφο, με τη φροντίδα του, στους άλλους διαδίκους έως την προτεραία της συζήτησης.
Άρθρο 48
Άρθρο 48 Συνέπειες μη συμμετοχής στη δίκη αναγκαστικώς ομοδίκων Αναγκαστικώς ομόδικος ο οποίος, αν και προσεπικλή- θηκε σύμφωνα με το άρθρο 46, δεν μετείχε στη δίκη, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται κατά τη διάρκειά της από κοινού από όλους τους λοιπούς αναγκαστικώς ομο- δίκους που μετέχουν σ’ αυτήν. Αν δεν είχε προσεπικληθεί και δεν είχε παρασταθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, έχει δικαίωμα να ασκήσει κατά της σχετικής απόφασης ανακοπή ερημοδικίας.
Άρθρο 49
Άρθρο 49 Άσκηση ένδικων μέσων σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας
παρ. 1
1. Αν ασκηθεί ένδικο μέσο από κάποιον ή κατά κάποιου από τους αναγκαστικώς ομοδίκους, εφαρμόζονται ανα- λόγως τα άρθρα 46 έως και 48. Οι ενώπιον του Τμήματος ομόδικοι μπορούν να ασκήσουν από κοινού ένδικο μέσο χωρίς να απαιτείται να προβάλλονται κοινοί λόγοι.
παρ. 2
2. Ειδικά η άσκηση αίτησης αναίρεσης από κάποιον από τους αναγκαστικώς ομοδίκους έχει αποτέλεσμα και για τους άλλους.
παρ. 3
3. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία στο Τμήμα, η αί- τηση αναίρεσης από τον αντίδικο πρέπει να απευθύνε- ται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Άρθρο 50
Άρθρο 50 Δυνητική ομοδικία
παρ. 1
1. Περισσότεροι μπορούν, με το ίδιο δικόγραφο, να ασκήσουν κοινή αίτηση δικαστικής προστασίας κατά της ίδιας πράξης ή παράλειψης, εφόσον οι λόγοι που προβάλλουν στηρίζονται σε όμοια κατά τα ουσιώδη στοιχεία νομική και πραγματική βάση, ή, αν πρόκειται περί αγωγής, εφόσον συνδέονται με κοινό δικαίωμα ή τα δικαιώματά τους στηρίζονται σε όμοια, κατά τα ουσιώδη στοιχεία, νομική και πραγματική βάση.
παρ. 2
2. Κατά περισσότερων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου μπορεί να ασκηθεί κοινή αίτηση δικαστικής προ- στασίας, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη του ενός έχει ενσωματωθεί στην πράξη ή την παράλειψη του άλλου ή κοινή αγωγή, εφόσον τα πρόσωπα αυτά συνδέονται με κοινή υποχρέωση ή οι υποχρεώσεις τους πηγάζουν από την ίδια νομική και πραγματική αιτία.
παρ. 3
3. Για απαιτήσεις από συντάξεις, έστω και αν βασίζο- νται σε παράνομες πράξεις, εφαρμόζονται οι παρ. 1 και 2 και όταν αντικείμενο της διαφοράς είναι ομοειδείς, έστω και μη ισόποσες, απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που στηρί- ζονται σε όμοια, κατά τα ουσιώδη στοιχεία, νομική βάση. Ομοδικία συντρέχει και όταν για τους αιτούντες δικαστι- κή προστασία έχει εκδοθεί μία πράξη με ξεχωριστά για τον καθένα κεφάλαια ή περισσότερες αυτοτελείς για τον καθένα πράξεις. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται η συνδρομή και των προϋποθέσεων της συνάφειας.
παρ. 4
4. Η δυνητική ομοδικία δεν επηρεάζει τις ουσιαστικές έννομες σχέσεις των ομοδίκων. Οι διαδικαστικές πράξεις του ενός δεν ωφελούν ούτε βλάπτουν τους άλλους.
παρ. 5
5. Κάθε ομόδικος έχει δικαίωμα, κατά χωρισμό του κοι- νού δικογράφου έως την πρώτη συζήτηση, να ασκήσει νέο ένδικο βοήθημα, οπότε ως χρονολογία άσκησής του θεωρείται εκείνη του κοινού δικογράφου.
Άρθρο 51
Άρθρο 51 Χωρισμός
παρ. 1
1. Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ομοδικίας, σύμφωνα με τα άρθρα 45 ή 50, το ένδικο βοήθημα κρα- τείται ως προς τον πρώτο και τους ομοδίκους με αυτόν και διατάσσεται ο χωρισμός του ως προς τους υπόλοι- πους. Ο χωρισμός διενεργείται με κατάθεση αυτοτελούς δικογράφου εντός της προθεσμίας που ορίζεται από το Δικαστήριο. Με την απόφαση που διατάσσει τον χωρι- σμό οι χωριζόμενες υποθέσεις προσδιορίζονται κατά προτίμηση για να δικασθούν σε συγκεκριμένη δικάσιμο.
παρ. 2
2. Στις περιπτώσεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 50, το Δικαστήριο δύναται να διατάσσει τον χωρισμό της εκδίκασης επί κοινής αίτησης δικαστικής προστασίας για κάθε διαδικαστικό ή ουσιαστικό λόγο που δικαιο- λογεί τον χωρισμό. Ο χωρισμός διενεργείται σύμφωνα με την παρ. 1.
παρ. 3
3. Σε περίπτωση ομοδικίας κατά την παρ. 3 του άρ- θρου 50, αν ο αριθμός των ομοδίκων σε κάθε δικόγραφο υπερβαίνει τους δέκα (10), ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου κατά την προδικασία ή το Δικαστήριο μετά τη συζήτηση διατάσσει τον συνολικό ή μερικό χωρισμό τους εφόσον κρίνει ότι έτσι εξυπηρετείται η απονομή δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο. Κατά τα λοιπά ο χωρισμός διενεργείται σύμφωνα όσα ορίζονται στην παρ. 1. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ
Άρθρο 52
Άρθρο 52 Διακοπή δίκης
παρ. 1
1. Η δίκη διακόπτεται αν, πριν από το πέρας της προφορικής διαδικασίας, αποβιώσει ο διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του, καθώς και αν επέλθει άλλη μεταβολή στο πρόσωπο αυτών που επηρεάζει την ικανότητά τους προς διενέργεια διαδικαστικών πράξεων. Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, ο λόγος διακοπής που συντρέχει ως προς έναν από τους ομοδίκους συνεπάγεται τη διακοπή της δίκης και για τους λοιπούς. Αν η ομοδικία δεν είναι αναγκαστική, η διακοπή επέρχεται μόνο για τον διάδικο στο πρόσωπο του οποίου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του συνέβη η μεταβολή.
παρ. 2
2. Αν οι μεταβολές που προβλέπονται στην παρ. 1 επέλθουν σε εκπροσώπους νομικών προσώπων δημοσί- ου ή ιδιωτικού δικαίου ή σε δικαστικούς πληρεξουσίους, η δίκη δεν διακόπτεται.
Άρθρο 53
Άρθρο 53 Επέλευση και αποτελέσματα διακοπής δίκης
παρ. 1
1. Η διακοπή επέρχεται από τότε που το Δικαστήριο λαμβάνει γνώση του λόγου της διακοπής.
παρ. 2
2. Οποιοσδήποτε έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή ο πληρεξούσιος δικηγόρος εκείνου, στο πρόσωπο του οποίου συνέτρεξε ο λόγος της διακοπής, γνωστοποιεί στο Δικαστήριο τον λόγο της διακοπής, είτε με κατάθεση σχετικού δικογράφου, είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, είτε εκτός του ακροατηρίου κατά τη διε- νέργεια διαδικαστικής πράξης. Η γνωστοποίηση πρέπει να συνοδεύεται από τα στοιχεία που αποδεικνύουν τη συνδρομή του λόγου της διακοπής.
παρ. 3
3. Διαδικαστική πράξη που διενεργήθηκε μετά τη δι- ακοπή της δίκης και πριν από την επανάληψή της είναι άκυρη αν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, επήλθε σε κάποιον από τους διαδίκους βλάβη που δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά μόνο με κήρυξη της πράξης ως άκυρης.
παρ. 4
4. Αν ο λόγος της διακοπής γνωστοποιηθεί κατά τη διενέργεια διαδικαστικής πράξης, δεν προχωρεί η διε- νέργεια της πράξης αυτής και η υπόθεση εισάγεται στο ακροατήριο για να διαπιστωθεί η διακοπή της δίκης.
παρ. 5
5. Η διαπίστωση από το Δικαστήριο της διακοπής της δίκης ανακοινώνεται στους διαδίκους που δεν παραστά- θηκαν κατά τη συζήτηση αυτή με κοινοποίηση αποσπά- σματος των σχετικών πρακτικών της συζήτησης.
Άρθρο 54
Άρθρο 54 Επανάληψη δίκης
παρ. 1
1. Η επανάληψη της διακοπείσας δίκης μπορεί να γί- νει με δήλωση εκείνου που δικαιούται να ζητήσει την επανάληψή της. Αν οι δικαιούμενοι είναι περισσότεροι, αρκεί η δήλωση και του ενός ακόμη από αυτούς. Η δή- λωση συνοδεύεται από κατάσταση με τα ονόματα και τις διευθύνσεις των προσώπων που έχουν επίσης δικαίωμα επανάληψης και βεβαίωση προς το Δικαστήριο εκείνου που προβαίνει στη δήλωση για την πληρότητα της κα- τάστασης σύμφωνα με τις γνώσεις που διαθέτει.
παρ. 2
2. Αν η επανάληψη της δίκης γίνει ύστερα από δήλωση που υποβλήθηκε προφορικά στο ακροατήριο σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 1, το Δικαστήριο μπορεί κατά την ίδια συνεδρίαση να προχωρήσει σε συζήτηση της υπόθεσης, αν παρίστανται όλοι όσοι έχουν δικαίωμα να επαναλάβουν τη δίκη. Άλλως, η συζήτηση αναβάλλεται ώστε να κλητευθούν και τα πρόσωπα αυτά.
παρ. 3
3. Αν δήλωση επανάληψης της δίκης δεν γίνει εντός διμήνου από τότε που το Δικαστήριο έλαβε γνώση του γεγονότος που επέφερε τη διακοπή της δίκης, ο Πρόε- δρος του Δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο για τη συνέχισή της. Κατά τη συζήτηση καλούνται όλοι οι διάδικοι, καθώς και όσοι έχουν δικαίωμα σε επανάληψη της δίκης, των οποίων η διεύθυνση είναι γνωστή στο Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, η κλήση θυροκολλείται και στην τελευ- ταία κατοικία που είχε στη ζωή ο διάδικος, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε η διακοπή.
παρ. 4
4. Ο κληρονόμος, ο κληροδόχος ή ο καταπιστευματο- δόχος δεν επιτρέπεται να κληθούν για επανάληψη δια- κοπείσας δίκης πριν από την παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης ή πριν από την απώλεια του δικαιώματος αποποίησης που επήλθε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.
παρ. 5
5. Αν μέχρι και το τέλος της νέας συζήτησης δεν υπο- βληθεί έγκυρη δήλωση επανάληψης της δίκης: (α) η δίκη καταργείται, αν είχε διακοπεί ως συνέπεια μεταβολής που επήλθε στο πρόσωπο εκείνου που άσκη- σε το ένδικο βοήθημα ή μέσο ή του νόμιμου αντιπρο- σώπου του, (β) η δίκη προχωρεί κανονικά, αν είχε διακοπεί ως συ- νέπεια μεταβολής που επήλθε στο πρόσωπο οποιουδή- ποτε από τους λοιπούς διαδίκους ή του νόμιμου αντι- προσώπου του.
παρ. 6
6. Δίκη που καταργήθηκε σύμφωνα με την περ. (α) της παρ. 5 μπορεί να επαναληφθεί αν, σε αποκλειστική προ- θεσμία τριών (3) ετών από την κατάργησή της, εκείνος που είχε δικαίωμα σε επανάληψη της δίκης και δεν είχε κλητευθεί στη συζήτηση κατά την παρ. 3 δηλώσει στο Δικαστήριο ότι επιθυμεί τη συνέχιση της δίκης. ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 ΑΣΚΗΣΗ ΕΝΔΙΚΩΝ ΒΟΗΘΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΜΕΣΩΝ
Άρθρο 55
Άρθρο 55 Τρόπος άσκησης
παρ. 1
1. Τα ένδικα βοηθήματα ασκούνται με δικόγραφο, το οποίο μαζί με τρία (3) αντίγραφα κατατίθενται στην αρμόδια γραμματεία του Δικαστηρίου. Τα ένδικα βοη- θήματα ασκούνται και με κατάθεση σε κάθε δημόσια ή δημοτική αρχή, η οποία υποχρεούται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση να τα διαβιβάσει στο Δικαστήριο.
παρ. 2
2. Τα ένδικα μέσα ασκούνται με δικόγραφο, το οποίο μαζί με τρία (3) αντίγραφα κατατίθενται στην αρμόδια γραμματεία του Δικαστηρίου.
παρ. 3
3. Για την κατά τις παρ. 1 και 2 κατάθεση, συντάσσεται έκθεση πάνω στο κατατιθέμενο δικόγραφο, η οποία δια- λαμβάνει τη χρονολογία της κατάθεσης, το ονοματεπώ- νυμο του υπαλλήλου που το παρέλαβε και εκείνου που το κατέθεσε, καθώς και τον αριθμό καταχώρισής του στο οικείο βιβλίο ή στο ειδικό πρωτόκολλο κατάθεσης κατά περίπτωση, υπογράφεται δε από τον υπάλληλο που το παραλαμβάνει, καθώς και από εκείνον που το καταθέτει.
παρ. 4
4. Η γραμματεία στην οποία κατατίθεται το ένδικο βοή- θημα ή μέσο, το καταχωρίζει στο τηρούμενο προς τούτο βιβλίο και σχηματίζει φάκελο, τον οποίο διαβιβάζει στο σχηματισμό στον οποίο αυτό απευθύνεται.
παρ. 5
5. Αν υπάρχει διαφορά ως προς τη χρονολογία κατά- θεσης του ένδικου βοηθήματος ή μέσου ανάμεσα στην έκθεση κατάθεσης και στο βιβλίο ή το πρωτόκολλο, επι- κρατεί η χρονολογία της έκθεσης.
παρ. 6
6. Η γραμματεία είναι υποχρεωμένη, αν το ζητήσει ο ενδιαφερόμενος, να του χορηγήσει κυρωμένο αντίγρα- φο του δικογράφου του ένδικου βοηθήματος ή μέσου που κατέθεσε με πράξη κατάθεσης πάνω σ’ αυτό.
παρ. 7
7. Τα ένδικα βοηθήματα ή μέσα μπορεί να ασκού- νται και με χρήση ΤΠΕ εφόσον φέρουν εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014 του Ευρω- παϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014 σχετικά με την ηλεκτρονική ταυτοποίηση και τις υπηρεσίες εμπιστοσύνης για τις ηλεκτρονικές συναλ- λαγές στην εσωτερική αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 1999/93/ΕΚ (L 257/73). Ένδικο βοήθημα ή μέσο που έχει ασκηθεί με ηλεκτρονικά μέσα θεωρείται ότι κατατέθηκε, εφόσον επιστραφεί στον αποστολέα του εγγράφου από το Δικαστήριο ηλεκτρονική απόδειξη,
Άρθρο 56
Άρθρο 56 Συνάφεια
παρ. 1
1. Με το αυτό δικόγραφο μπορεί να ασκηθεί από τον ίδιο διάδικο ή από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου κοινό ένδικο βοήθημα για συναφείς πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες.
παρ. 2
2. Συναφείς είναι οι πράξεις και οι παραλείψεις όταν: (α) στηρίζονται στην ίδια νομική και στην ίδια, κατά τα ουσιώδη στοιχεία, πραγματική βάση, ή (β) η νομιμότητα της μιας ασκεί επιρροή στη νομιμό- τητα της άλλης.
παρ. 3
3. Συναφείς είναι οι υλικές ενέργειες όταν συνδέονται ουσιωδώς μεταξύ τους και οι αξιώσεις που απορρέουν από αυτές στηρίζονται στην ίδια νομική βάση.
παρ. 4
4. Αν δεν συντρέχουν, για όλες τις πράξεις, παραλεί- ψεις ή υλικές ενέργειες, οι προϋποθέσεις των παρ. 1 έως 3, κατά περίπτωση, εφαρμόζεται αναλόγως το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 51.
παρ. 5
5. Για τον τρόπο χωρισμού του δικογράφου εφαρμόζε- ται αναλόγως η παρ. 5 του άρθρου 50 και το άρθρο 51.
Άρθρο 57
Άρθρο 57 Αντικειμενική σώρευση
παρ. 1
1. Περισσότερα ένδικα βοηθήματα ή μέσα μπορεί να σωρευθούν, κυρίως ή επικουρικώς, στο ίδιο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, αν συντρέχουν ως προς αυτά οι προϋποθέσεις του άρθρου 56, το οποίο και εφαρμόζεται αναλόγως.
παρ. 2
2. Οι διατάξεις για την ομοδικία έχουν και στην περί- πτωση αυτή ανάλογη εφαρμογή.
Άρθρο 58
Άρθρο 58 Αποδεικτικό κοινοποίησης
παρ. 1
1. Το αποδεικτικό κοινοποίησης στην αρμόδια αρχή ή τον ιδιώτη των ένδικων βοηθημάτων και μέσων του παρόντος, με εξαίρεση τις αιτήσεις παροχής προσωρι- νής δικαστικής προστασίας και την ανακοπή εκτέλεσης, πρέπει να κατατίθεται στο Δικαστήριο τέσσερις (4) του- λάχιστον μήνες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης.
παρ. 2
2. Η εκπρόθεσμη κατάθεση στο Δικαστήριο του αποδεικτικού κοινοποίησης της παρ. 1 συνεπάγεται το απαράδεκτο της συζήτησης του ένδικου βοηθήματος ή μέσου, εκτός αν αυτός στον οποίο έπρεπε να γίνει η κοινοποίηση παραστεί χωρίς να αντιλέξει. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ
Άρθρο 59
Άρθρο 59 Στοιχεία δικογράφων
παρ. 1
1. Τα δικόγραφα που κατατίθενται στο Δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν: (α) την Ολομέλεια ή το Τμήμα ενώπιον του οποίου απευθύνονται, (β) το είδος του δικογράφου, (γ) το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, τον αριθμό φορολογικού μητρώου, την ηλεκτρονική διεύθυνση, την κατοικία του διαδίκου και των νόμιμων αντιπροσώπων του, με προσδιορισμό οδού και αριθμού, και για νομικά πρόσωπα, εταιρείες χωρίς νομική προσωπικότητα, ενώ- σεις προσώπων και ομάδες περιουσίας, την επωνυμία και την έδρα τους,
παρ. 2
2. Αν το δικόγραφο υπογράφεται από δικηγόρο, αναγράφεται η ηλεκτρονική του διεύθυνση. Στο δι- κόγραφο περιέχεται και συνοπτική έκθεση των τιθέ- μενων νομικών ζητημάτων, η οποία δεν υπερβαίνει τις διακόσιες (200) λέξεις. Η υποχρέωση για συνοπτική έκθεση δεν αφορά στην αίτηση αναστολής. Το Δικα- στήριο μπορεί να επιβάλει στον διάδικο, ο οποίος δεν τήρησε την ως άνω υποχρέωση και ηττήθηκε, αυξη- μένη δικαστική δαπάνη έως το διπλάσιο της εκάστοτε οριζόμενης.
παρ. 3
3. Είναι άκυρο το δικόγραφο που δεν περιέχει όλα τα στοιχεία της παρ. 1, όταν κατά την κρίση του Δικαστη- ρίου οι ελλείψεις αυτού το καθιστούν λόγω αοριστίας ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης.
παρ. 4
4. Τα δικόγραφα που κατατίθενται από τον Γενικό Επί- τροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την επιφύλαξη όσων ειδικότερα προβλέπονται για καθένα από αυτά, πρέπει καταρχήν να περιέχουν όσα προβλέπο- νται στις περ. α’, β’ και ε’ της παρ. 1 και να υπογράφονται από αυτόν.
Άρθρο 60
Άρθρο 60 Μεταβολή διεύθυνσης Κάθε μεταβολή δηλωθείσας διεύθυνσης των προσώ- πων που αναφέρονται στο άρθρο 59 πρέπει να γνωστο- ποιείται είτε με τα κατατιθέμενα δικόγραφα ή υπομνή- ματα, είτε με αυτοτελές έγγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου και τίθεται στον φάκελο της δικογραφίας. Τα ανωτέρω δικόγραφα ή έγγραφα επιδίδονται και στους λοιπούς διαδίκους.
Άρθρο 61
Άρθρο 61 Ευπρεπής διατύπωση δικογράφων Το Δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση του δια- δίκου ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει τη διαγραφή εξυβριστικών ή άλλων ανάρμοστων φράσεων από τα δικόγραφα.
Άρθρο 62
Άρθρο 62 Υπομνήματα
παρ. 1
1. Υπομνήματα των διαδίκων για την ανάπτυξη των ισχυρισμών τους κατατίθενται στη γραμματεία το αρ- γότερο πέντε (5) εργάσιμες ημέρες μετά τη συζήτηση. Μέσα σε προθεσμία τριών (3) εργάσιμων ημερών από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας, ο αντίδικος εκείνου που κατέθεσε το υπόμνημα μπορεί, με δικό του υπό- μνημα, να αντικρούσει τις απόψεις που αναπτύχθηκαν με το υπόμνημα του αντιδίκου του, χωρίς να προβάλει νέους ισχυρισμούς.
παρ. 2
2. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου δύναται να χορηγήσει επιπλέον προθεσμία για την κατάθεση υπομνήματος, αν συντρέχει σοβαρός κατά την κρίση του λόγος.
παρ. 3
3. Η γραμματεία βεβαιώνει στο σώμα του δικογράφου την ημερομηνία της κατάθεσής του.
Άρθρο 63
Άρθρο 63 Γνωστοποίηση δικογράφων στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου λαμβάνει γνώση όλων των εισαγωγικών της δίκης δικογράφων, των πρόσθετων λόγων, των αιτήσεων αναστολής εκτέλεσης, των παρεμβάσεων, καθώς και των εγγράφων και υπομνημάτων και των λοιπών στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης, με μέριμνα της γραμματεί- ας του αρμόδιου σχηματισμού, το αργότερο τρεις (3) πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Σε περίπτωση
Άρθρο 64
Άρθρο 64 Σύνταξη εκθέσεων
παρ. 1
1. Για κάθε διαδικαστική πράξη που διενεργείται από τον αρμόδιο δικαστή ή δικαστικό υπάλληλο ή από άλλο όργανο συντάσσεται έκθεση.
παρ. 2
2. Η έκθεση πρέπει να συντάσσεται με την παρουσία όλων όσων συνέπραξαν ή παραστάθηκαν κατά τη δι- ενέργεια της πράξης. Πρέπει, επίσης, να συντάσσεται συγχρόνως με τη διενέργεια της πράξης που διαπιστώ- νεται με την έκθεση.
Άρθρο 65
Άρθρο 65 Απαραίτητα στοιχεία των εκθέσεων
παρ. 1
1. Η έκθεση αναφέρει τον τόπο και τον χρόνο διενέρ- γειας αυτής, το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητα του συ- ντάσσοντος οργάνου, του συμπράττοντος και όλων των λοιπών προσώπων που παρευρίσκονται νόμιμα. Πρέπει επίσης να υπογράφεται από τους ανωτέρω, αφού ανα- γνωσθεί σ’ αυτούς από όποιον την συνέταξε.
παρ. 2
2. Σε περίπτωση αδυναμίας ή άρνησης κάποιου να υπογράψει την έκθεση γίνεται μνεία γι’ αυτό στην έκ- θεση.
παρ. 3
3. Η σύνταξη της έκθεσης μπορεί να γίνεται και με χρήση ΤΠΕ και εγκεκριμένης ηλεκτρονικής υπογραφής.
παρ. 4
4. Αν ο τόπος ή ο χρόνος σύνταξης της έκθεσης δια- φέρει από εκείνον της διενέργειας της πράξης, γίνεται γι` αυτό σχετική μνεία στην έκθεση. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13 ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ
Άρθρο 66
Άρθρο 66 Επίδοση στη δηλωθείσα διεύθυνση
παρ. 1
1. Επίδοση εγγράφου σχετικού με εκκρεμή δίκη, συ- μπεριλαμβανομένης και της οριστικής απόφασης, στην διεύθυνση που δηλώνεται κατά τα άρθρα 59 και 60, είναι έγκυρη ακόμη και αν ο αποδέκτης της επίδοσης δεν είχε ή δεν έχει πλέον εκεί την κατοικία του.
παρ. 2
2. Αν δεν δηλώνεται διεύθυνση της κατοικίας ή δεν γνωστοποιείται μεταβολή της, ούτε υπάρχει αντίκλητος ή υπάρχει αλλά είναι άγνωστη η διεύθυνσή του, όλες οι επιδόσεις μπορεί να γίνονται στη γραμματεία του οικείου σχηματισμού του Δικαστηρίου.
Άρθρο 67
Άρθρο 67 Όργανα επίδοσης
παρ. 1
1. Οι επιδόσεις από τον ιδιώτη διάδικο γίνονται με δικαστικό επιμελητή, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε ειδικές διατάξεις του παρόντος.
παρ. 2
2. Οι επιδόσεις από το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δη- μοσίου δικαίου, καθώς και οι επιδόσεις για τις οποίες έχει την επιμέλεια η γραμματεία του Δικαστηρίου γίνονται με δικαστικό επιμελητή ή με κάθε άλλο δημόσιο όργανο, καθώς και με όργανο οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκη- σης ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.
παρ. 3
3. Η επίδοση γίνεται κατόπιν παραγγελίας που δίδεται εγγράφως από εκείνον που επιμελείται της επίδοσης.
παρ. 4
4. Οι επιδόσεις μπορεί να γίνονται ηλεκτρονικά σύμ- φωνα με την παρ. 1 του άρθρου 17.
Άρθρο 68
Άρθρο 68 Σε ποιους γίνεται η επίδοση
παρ. 1
1. Η επίδοση γίνεται: (α) σε εκείνον στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο ή στον πληρεξούσιο ή στον αντίκλητό του, (β) για πρόσωπα που δεν έχουν ικανότητα δικαστικής παράστασης, στον νόμιμο αντιπρόσωπό τους ή τον πλη- ρεξούσιο ή τον αντίκλητο, (γ) για νομικά πρόσωπα, στον κατά τον νόμο ή το κα- ταστατικό ή τον οργανισμό εκπρόσωπό τους, (δ) για το δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτο- διοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δι- καίου, στον εκπρόσωπό τους σύμφωνα με το άρθρο 30 και, όταν το φυσικό πρόσωπο που είναι εκπρόσωπος του νομικού προσώπου ταυτίζεται με το πρόσωπο του αντιδίκου, η επίδοση γίνεται στην εποπτεύουσα κρατική αρχή.
παρ. 2
2. Αν υπάρχουν περισσότεροι νόμιμοι αντιπρόσωποι ή εκπρόσωποι, αρκεί η επίδοση σε έναν από αυτούς, ακόμη και όταν από τον νόμο, το καταστατικό ή την πράξη διορισμού τους προβλέπεται ότι αυτοί ενεργούν από κοινού.
Άρθρο 69
Άρθρο 69 Τόπος επίδοσης
παρ. 1
1. Η επίδοση στο Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και κάθε άλλη αρχή γίνεται στο κατάστημα της υπηρεσίας της αρχής προς την οποία προορίζεται η επί- δοση κατά τις εργάσιμες ώρες.
παρ. 2
2. Σε κάθε άλλη περίπτωση η επίδοση μπορεί να γίνει οπουδήποτε βρίσκεται αυτός στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο, πλην των χώρων που αναφέρονται στην παρ. 5.
παρ. 3
3. Αν αυτός στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο έχει στον τόπο όπου πρόκειται να γίνει η επίδοση γνωστή κατοικία ή επαγγελματική εγκατάσταση ή εργάζεται εκεί ως υπάλληλος, εργάτης ή υπό άλλη ιδιότητα, επίδοση που γίνεται εκτός του χώρου της κατοικίας ή της επαγ- γελματικής εγκατάστασης ή της εργασίας του δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεσή του.
παρ. 4
4. Αυτός στον οποίο απευθύνεται το επιδοτέο έγ- γραφο δεν μπορεί να αρνηθεί την παραλαβή του εγ- γράφου, όταν η ενέργεια προς επίδοση γίνεται στο κατάστημα του Δικαστηρίου ή στο κατάστημα της αρχής που εξέδωσε ή που παρά τον νόμο παρέλειψε να εκδώσει την πράξη. Σε περίπτωση άρνησης, συντάσ- σεται έκθεση από τον διενεργούντα την επίδοση στην οποία βεβαιώνεται η άρνηση, το δε επιδοτέο έγγραφο αποστέλλεται με απόδειξη μέσω του ταχυδρομείου. Η επίδοση θεωρείται ότι έγινε από τη χρονολογία που φέρει η έκθεση.
παρ. 5
5. Δεν επιτρέπεται να γίνει η επίδοση σε αίθουσα Δι- καστηρίου κατά την ώρα της συνεδρίασης. Ομοίως, δεν επιτρέπεται επίδοση σε χώρους λατρείας, κατά την ώρα των ιεροτελεστιών ή άλλων θρησκευτικών τελετών ή προσευχών.
Άρθρο 70
Άρθρο 70 Χρόνος επίδοσης
παρ. 1
1. Η επίδοση, χωρίς τη συναίνεση του παραλήπτη, δεν επιτρέπεται να γίνει νύχτα ή σε ημέρα που κατά τον νόμο δεν λειτουργούν οι δημόσιες υπηρεσίες.
παρ. 2
2. Η νύχτα θεωρείται ότι διαρκεί από τις 7 το βράδυ μέχρι τις 7 το πρωί.
Άρθρο 71
Άρθρο 71 Τρόπος επίδοσης
παρ. 1
1. Αν αυτός στον οποίο απευθύνεται η επίδοση παρί- σταται ή ενεργεί ως νόμιμος αντιπρόσωπος περισσότε- ρων ανίκανων προσώπων, αρκεί η παράδοση σ’ αυτόν ενός μόνον αντιγράφου ή πρωτοτύπου του επιδοτέου εγγράφου.
παρ. 2
2. Η επίδοση ενός μόνον αντιγράφου ή πρωτοτύπου αρκεί και σε κοινό αντίκλητο ή κοινό δικαστικό πληρε- ξούσιο περισσότερων διαδίκων.
Άρθρο 72
Άρθρο 72 Επίδοση στην κατοικία
παρ. 1
1. Αν αυτός στον οποίο απευθύνεται η επίδοση δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε οποιονδήποτε από τους συνοίκους του, συγγενείς ή υπαλλήλους του, και, σε περίπτωση έλλειψης ή απουσίας αυτών, σε έναν από τους λοιπούς συνοίκους, εφόσον κατά την κρίση του επιδίδοντος έχει συνείδηση των πράξεών του.
παρ. 2
2. Κατοικία είναι το σπίτι ή το διαμέρισμα που είναι προορισμένο για διημέρευση ή διανυκτέρευση του πα- ραλήπτη, ακόμη και αν προσωρινά δεν χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτόν.
παρ. 3
3. Σύνοικοι θεωρούνται τα μέλη της οικογένειας που διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα, οι θυρωροί πολυκατοικι- ών και τα μέλη της οικογένειάς τους που συνοικούν μαζί τους, οι διευθυντές ξενοδοχείων και οικοτροφείων, κα- θώς και το προσωπικό τους. Δεν θεωρούνται ως σύνοικοι οι ένοικοι άλλου διαμερίσματος της ίδιας πολυκατοικίας.
παρ. 4
4. Αν κανείς από όσους αναφέρονται στις παρ. 1 έως 3 δεν βρίσκεται στην κατοικία, το έγγραφο θυροκολλείται. Η θυροκόλληση συνίσταται στην επικόλληση του επιδο- τέου εγγράφου στη θύρα της κατοικίας από το όργανο της επίδοσης εντός σφραγισμένου και αδιαφανούς φα- κέλου, επί του οποίου αναγράφονται μόνο τα στοιχεία του προσώπου που παραγγέλλει την κοινοποίηση και του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται η κοινοποί- ηση, μπροστά σε έναν μάρτυρα, με σχετική μνεία για τη θυροκόλληση στην οικεία έκθεση.
Άρθρο 73
Άρθρο 73 Επίδοση στον χώρο εργασίας
παρ. 1
1. Αν αυτός στον οποίο απευθύνεται το επιδοτέο έγ- γραφο δεν βρίσκεται στο κατάστημα, στο γραφείο ή στο εργαστήριο, όπου ασκεί είτε μόνος είτε με άλλον το επάγγελμά του ή εργάζεται εκεί ως υπάλληλος ή ερ- γαζόμενος του καταστήματος ή του γραφείου ή του ερ- γαστηρίου, το έγγραφο επιδίδεται στον διευθυντή του καταστήματος ή του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή εργαζομένους, που έχει, κατά την κρίση του επιδίδοντος, συνείδηση των πράξεών του.
παρ. 2
2. Αν δεν βρίσκεται κανένας από τους προαναφερο- μένους στο κατάστημα ή το γραφείο ή το εργαστήριο, διενεργείται θυροκόλληση του επιδοτέου εγγράφου, με τον τρόπο που ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 72.
Άρθρο 74
Άρθρο 74 Ειδικές περιπτώσεις επίδοσης
παρ. 1
1. Για αξιωματικούς, υπαξιωματικούς, οπλίτες ή λοιπό προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας και των Σωμάτων Ασφαλείας, η επίδοση μπορεί να γίνει και στον διοικητή της μονάδας ή τον προϊστάμενο της υπηρεσίας στην οποία ανήκουν, ο οποίος υποχρεούται να παρα- δώσει ή να διαβιβάσει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, το έγγραφο σε αυτόν στον οποίο απευθύνεται. Τέτοια επί- δοση δεν επιτρέπεται για ανώτατους αξιωματικούς ή διοικητές ή διευθυντές μονάδων και υπηρεσιών και για όσους τελούν σε άδεια, διαθεσιμότητα ή αργία.
παρ. 2
2. Για όσους ανήκουν στην υπηρεσία φάρων και φα- νών, η επίδοση επιτρέπεται να γίνει στον λιμενάρχη της περιφέρειας, στην οποία ασκούν τα καθήκοντά τους.
παρ. 3
3. Αν αυτός στον οποίο απευθύνεται το επιδοτέο έγ- γραφο νοσηλεύεται σε νοσοκομείο ή κρατείται σε φυλα- κή και δεν είναι δυνατή η επικοινωνία με αυτόν, σύμφωνα με βεβαίωση της διεύθυνσης του νοσοκομείου ή της φυλακής, η οποία μνημονεύεται στην έκθεση επίδοσης, η επίδοση γίνεται στον διευθυντή του νοσοκομείου ή της φυλακής, ο οποίος υποχρεούται να παραδώσει το έγγραφο σ’ αυτόν στον οποίο απευθύνεται.
παρ. 4
4. Αν αυτός στον οποίο απευθύνεται το επιδοτέο έγγρα- φο υπηρετεί σε εμπορικό πλοίο ελλιμενισμένο σε ελληνι- κό λιμάνι, η επίδοση, σε περίπτωση απουσίας ή άρνησής του να παραλάβει το έγγραφο ή άρνησής του ή αδυναμίας του να υπογράψει την έκθεση, γίνεται προς τον πλοίαρχο ή προς αυτόν που τον αναπληρώνει, και, σε περίπτωση απουσίας ή άρνησης και αυτών να παραλάβουν το έγ- γραφο, γίνεται στον λιμενάρχη, ο οποίος υποχρεούται να ειδοποιήσει αυτόν στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο.
παρ. 5
5. Αν αυτός στον οποίο απευθύνεται το επιδοτέο έγγρα- φο υπηρετεί σε εμπορικό πλοίο που δεν είναι ελλιμενι- σμένο σε ελληνικό λιμάνι, η επίδοση γίνεται στην κατοικία του, και σε περίπτωση που δεν έχει κατοικία, η επίδοση γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 77. Σε κάθε περίπτωση η επίδοση γίνεται και στα γραφεία του πλοιοκτήτη ή του διαχειριστή στην ημεδαπή ή διαφορετικά στον πράκτορα του πλοίου στο ελληνικό λιμάνι, αν αυτά υπάρχουν.
Άρθρο 75
Άρθρο 75 Υποχρέωση παράδοσης του επιδοτέου εγγράφου Τα πρόσωπα στα οποία παραδίδεται, σύμφωνα με το άρθρο 74, το επιδοτέο έγγραφο, οφείλουν να το παραδώ- σουν χωρίς υπαίτια καθυστέρηση σ’ αυτόν που αφορά η επίδοση με έγγραφη απόδειξη, την οποία και υποχρεού- νται να διαβιβάσουν στη γραμματεία του Δικαστηρίου.
Άρθρο 76
Άρθρο 76 Επίδοση σε πρόσωπα γνωστής διεύθυνσης στην αλλοδαπή Με την επιφύλαξη επιδόσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής διεθνών συμβάσεων, αν αυτός στον οποίο απευθύνεται το επιδοτέο έγγραφο κατοικεί στη αλλο- δαπή και είναι γνωστός ο τόπος, καθώς και η διεύθυνση της κατοικίας του, η επίδοση, σε περίπτωση έλλειψης αντικλήτου, γίνεται στον Υπουργό Εξωτερικών ή στον εξουσιοδοτημένο από αυτόν υπάλληλο, για τη διαβί- βαση του εγγράφου σ’ αυτόν στον οποίο απευθύνεται.
Άρθρο 77
Άρθρο 77 Επίδοση σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής
παρ. 1
1. Αν αυτός στον οποίο απευθύνεται το επιδοτέο έγ- γραφο είναι άγνωστης διαμονής κατά τον χρόνο της επί- δοσης, η επίδοση, εφόσον δεν έχει οριστεί αντίκλητος, γίνεται στον δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, και αν δεν υπάρχει καμία γνωστή κατοι- κία ή διαμονή, στον δήμαρχο της αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη.
παρ. 2
2. Η επίδοση του επιδοτέου εγγράφου στον δήμαρχο και στα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 73, 74 και 76 γίνεται εντός σφραγισμένου και αδιαφανούς φα- κέλου, επί του οποίου αναγράφονται μόνο τα στοιχεία της αρχής ή του προσώπου που παραγγέλλει την κοινο- ποίηση και του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση.
Άρθρο 78
Άρθρο 78 Άρνηση παραλαβής
παρ. 1
1. Αν αυτός στον οποίο απευθύνεται το επιδοτέο έγ- γραφο ή τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 72 και 73 αρνούνται την παραλαβή του εγγράφου ή την υπογραφή της έκθεσης επίδοσης, διενεργείται θυρο- κόλληση του επιδοτέου εγγράφου στην κατοικία ή στο κατάστημα γραφείου ή εργαστηρίου με τον τρόπο που ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 72.
παρ. 2
2. Αν στις περιπτώσεις των άρθρων 74, 76 και 77 τα αναφερόμενα σ’ αυτά πρόσωπα αρνούνται να παραλά- βουν το έγγραφο ή να υπογράψουν την έκθεση επίδο- σης, διενεργείται θυροκόλληση του επιδοτέου εγγράφου με τον τρόπο που ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 72 και αντίγραφό του αποστέλλεται μέσω ταχυδρομείου με συστημένη επιστολή στη διεύθυνση όπου έπρεπε να γίνει η επίδοση.
παρ. 3
3. Αν στις περιπτώσεις της παρ. 1 του άρθρου 69 ο εκπρόσωπος της αρχής ή ο εντεταλμένος υπάλληλος αρ- νηθεί την παραλαβή του εγγράφου ή την υπογραφή της έκθεσης, η άρνηση βεβαιώνεται σ’ αυτή και διενεργείται θυροκόλληση του επιδοτέου εγγράφου με τον τρόπο που ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 72.
παρ. 4
4. Στις περιπτώσεις των παρ. 1 έως και 3 η επίδοση θεω- ρείται ότι συντελέστηκε από τη χρονολογία της έκθεσης.
Άρθρο 79
Άρθρο 79 Έκθεση επίδοσης
παρ. 1
1. Για κάθε επίδοση συντάσσεται από το όργανο της επίδοσης έκθεση, η οποία, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 65, περιέχει: (α) την παραγγελία για επίδοση, (β) το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητα του οργάνου της επίδοσης, (γ) σαφή προσδιορισμό του επιδοθέντος εγγράφου και των προσώπων στα οποία αυτό αφορά, (δ) μνεία του τόπου, του χρόνου, της ημέρας και της ώρας της επίδοσης, (ε) μνεία του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγ- γραφο και του τρόπου επίδοσης σε περίπτωση απουσίας ή άρνησης εκείνου στον οποίο απευθύνεται το επιδοτέο έγγραφο ή των προσώπων που αναφέρονται στα άρθρα 72 και 73.
παρ. 2
2. Η έκθεση υπογράφεται από το όργανο της επίδοσης και από εκείνον που παρέλαβε το έγγραφο, σε περίπτω- ση δε άρνησης ή αδυναμίας του τελευταίου και από τον προσλαμβανόμενο για τον σκοπό αυτόν μάρτυρα.
παρ. 3
3. Πάνω στο έγγραφο που επιδίδεται, το όργανο της επίδοσης σημειώνει την ημέρα και την ώρα της επίδοσης και υπογράφει. Η σημείωση αυτή αποτελεί απόδειξη υπέρ εκείνου στον οποίο απευθύνεται το επιδοτέο έγγραφο. Αν υπάρχει διαφορά μεταξύ της έκθεσης επίδοσης και της σημείωσης, κατισχύει η έκ- θεση επίδοσης.
Άρθρο 80
Άρθρο 80 Αντίκλητος
παρ. 1
1. Κάθε διάδικος σε δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου, με εξαίρεση το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδι- οίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, υποχρεούται, με το πρώτο δικόγραφο που απευθύνεται στο Δικαστήριο, να διορίσει ως αντίκλητο πρόσωπο που έχει την κατοικία του στην έδρα του Δικαστηρίου. Αντί- κλητος εκείνου είναι αυτοδικαίως ο δικηγόρος που το υπογράφει, εφόσον είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο Αθηνών.
παρ. 2
2. Ο διορισμός πρέπει να περιέχει το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, το επάγγελμα και τον ακριβή προσδιο- ρισμό της διεύθυνσης της κατοικίας και της επαγγελ- ματικής εγκατάστασης του αντικλήτου. Το άρθρο 60 εφαρμόζεται και εν προκειμένω.
παρ. 3
3. Αυτός που επιμελείται της επίδοσης, ακόμη και όταν υπάρχει αντίκλητος, αναζητεί πρώτα τον διάδικο ή τον νόμιμο αντιπρόσωπό του για να παραδώσει το επιδοτέο έγγραφο, χωρίς να επιτρέπεται σε περίπτωση απουσίας των τελευταίων η επίδοση με θυροκόλληση. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να προβληθεί ακυρότητα της επίδοσης από το γεγονός ότι αυτή έγινε στον αντίκλητο που διορίστηκε, εκτός αν ειδική διάταξη επιβάλλει την παράδοση του εγγράφου στον ίδιο τον διάδικο ή τον νόμιμο αντιπρόσωπό του.
παρ. 4
4. Η επίδοση στον αντίκλητο διενεργείται με τον ίδιο τρόπο που γίνεται στον διάδικο, εφαρμοζομένων ανα- λόγως και των άρθρων 72 και 73, καθώς και της παρ. 1 του άρθρου 78.
παρ. 5
5. Η ιδιότητα του αντικλήτου παύει με: (α) τον θάνατό του ή την απώλεια της ικανότητάς του να ενεργεί διαδικαστικές πράξεις, (β) την περάτωση της δίκης με αμετάκλητη απόφαση, (γ) την παραίτηση ή την ανάκληση του διορισμού. Το άρθρο 38 εφαρμόζεται αναλόγως και για τον αντί- κλητο. Ο διάδικος υποχρεούται σε άμεση αντικατάσταση του αντικλήτου που απεβίωσε, απώλεσε την ικανότητά του να διενεργεί διαδικαστικές πράξεις, παραιτήθηκε ή ο διορισμός του ανακλήθηκε με έγγραφη δήλωσή του που πληροί τους όρους της παρ. 2 του παρόντος και κα- τατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14 ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ
Άρθρο 81
Άρθρο 81 Υποβολή παραίτησης
παρ. 1
1. Η παραίτηση από το δικαίωμα ή το δικόγραφο ένδι- κου βοηθήματος ή μέσου μπορεί να γίνει έως το πέρας της τελευταίας συζήτησης.
παρ. 2
2. Η παραίτηση γίνεται με: (α) προφορική δήλωση στο ακροατήριο του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του εκπροσώπου ή του δικαστικού πληρεξουσίου του, (β) έγγραφη δήλωση του δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου, η οποία κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου, (γ) έγγραφη δήλωση του ίδιου του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του εκπροσώπου του που κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου και που περιλαμβάνεται είτε σε συμβολαιογραφικό είτε σε ιδι- ωτικό έγγραφο, εφόσον στην τελευταία περίπτωση η γνησιότητα της υπογραφής του δηλούντος βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια ή δημοτική αρχή.
παρ. 3
3. Δήλωση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι αποσύρει την υποστή- ριξη ένδικου βοηθήματος ή μέσου που έχει ασκήσει, η οποία υποβάλλεται στο Δικαστήριο και κοινοποιείται σε εκείνον υπέρ του οποίου ασκήθηκε το ένδικο βο- ήθημα ή μέσο, επιφέρει τις συνέπειες της παραίτησης από το δικόγραφο. Η δήλωση, που υποβάλλεται και κοινοποιείται σε εκείνον υπέρ του οποίου ασκήθηκε το ένδικο βοήθημα ή μέσο πριν από τον προσδιορισμό δικασίμου, γίνεται δεκτή με πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου, εκτός αν εκείνος υπέρ του οποίου ασκή- θηκε το ένδικο βοήθημα ή μέσο δηλώσει εντός εξήντα
Άρθρο 82
Άρθρο 82 Ισχύς παραίτησης
παρ. 1
1. Είναι ανίσχυρη η παραίτηση που γίνεται υπό όρο ή αίρεση.
παρ. 2
2. Ανάκληση της παραίτησης δεν επιτρέπεται.
Άρθρο 83
Άρθρο 83 Αποτελέσματα παραίτησης
παρ. 1
1. Η δήλωση παραίτησης συνεπάγεται κατάργηση της δίκης. Τα έννομα αποτελέσματα της παραίτησης επέρ- χονται αφότου γίνει η δήλωση.
παρ. 2
2. Αν η παραίτηση υποβληθεί μετά την πρώτη συζήτη- ση, το Δικαστήριο μπορεί να καταλογίσει τα έξοδα της δίκης σε βάρος του παραιτηθέντος διαδίκου.
παρ. 3
3. Κατά την παραίτηση από μέρους του Δημοσίου, οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου τηρούνται οι εκάστοτε ισχύουσες ειδικές γι’ αυτά διατάξεις. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15 ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ
Άρθρο 84
Άρθρο 84 Εκκίνηση και υπολογισμός προθεσμιών
παρ. 1
1. Οι προβλεπόμενες στον νόμο και οι τασσόμενες από το Δικαστήριο προθεσμίες εκκινούν την επόμενη ημέρα από εκείνη κατά την οποία επιδόθηκε το έγγραφο ή κατά την οποία συντελέστηκε το γεγονός που αποτέλεσε την αφετηρία της προθεσμίας, και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας, αν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαι- ρετέα, την ίδια ώρα της αμέσως επόμενης εργάσιμης ημέρας.
παρ. 2
2. Ο υπολογισμός των προθεσμιών γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στον Αστικό Κώδικα.
παρ. 3
3. Τα ένδικα βοηθήματα και μέσα μπορεί να ασκηθούν και πριν από την επίδοση της προσβαλλόμενης πράξης ή απόφασης.
παρ. 4
4. Οι προθεσμίες που αρχίζουν με την επίδοση εγγρά- φου τρέχουν και εναντίον εκείνου, με παραγγελία του οποίου έγινε η επίδοση.
παρ. 5
5. Οι προθεσμίες, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, έχουν ανατρεπτικό χαρακτήρα και η τήρησή τους εξε- τάζεται από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.
Άρθρο 85
Άρθρο 85 Διακοπή και αναστολή προθεσμιών
παρ. 1
1. Αν κατά τη διάρκεια μιας προθεσμίας επέλθει δια- κοπή της δίκης, διακόπτεται η προθεσμία και αρχίζει νέα από την επανάληψη της δίκης.
παρ. 2
2. Αν αποβιώσει διάδικος κατά τη διάρκεια της προθε- σμίας, αυτή διακόπτεται και αρχίζει νέα από την επίδοση της προσβαλλόμενης πράξης ή απόφασης σ’ αυτούς που διαδέχθηκαν τον θανόντα σύμφωνα με τον νόμο, ή από τότε που έλαβαν αποδεδειγμένως γνώση της πράξης ή της απόφασης. Αν η νομιμοποίηση των τελευταίων συνδέεται με την άσκηση κληρονομικού δικαιώματος, η νέα προθεσμία αρχίζει από την αποδοχή της κληρονο- μίας. Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται αναλόγως και στην περίπτωση που έπαυσε να υπάρχει το νομικό πρόσωπο.
παρ. 3
3. Κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, όπως προσδιορίζεται από τον Κώδικα Οργανισμού Δικα- στηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988, Α’ 35), οι προθεσμίες αναστέλλονται.
παρ. 4
4. Κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών ανα- στέλλονται οι προθεσμίες που έχουν ταχθεί για τη διεξα- γωγή αποδείξεων. Η αναστολή δεν ισχύει όταν πρόκειται για συντηρητική απόδειξη. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16 ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΚΥΡΟΤΗΤΕΣ
Άρθρο 86
Άρθρο 86 Ορισμός της δικονομικής ακυρότητας και εξουσίες του Δικαστηρίου
παρ. 1
1. Η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο της διαδικαστικής πράξης συνεπά- γεται ακυρότητα.
παρ. 2
2. Την ακυρότητα απαγγέλλει το Δικαστήριο: (α) αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αν αυτό προβλέπεται ρητώς από τον νόμο ή αν η δια- δικαστική πράξη προέρχεται από αναρμόδιο όργανο ή αν αυτή έγινε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, (β) ύστερα από αίτηση του διαδίκου σε κάθε άλλη πε- ρίπτωση και εφόσον κριθεί ότι η παράβαση προκάλεσε σε αυτόν βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.
Άρθρο 87
Άρθρο 87 Πρόταση και συνέπειες δικονομικών ακυροτήτων
παρ. 1
1. Η αίτηση του διαδίκου στην περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 86 είναι απαράδεκτη αν: (α) δεν υποβληθεί κατά την πρώτη, μετά τη συντέλεση της παράβασης, συζήτηση της υπόθεσης, (β) υποβληθεί από διάδικο που έχει προκαλέσει την παράβαση ή έχει συντελέσει σε αυτή ή έχει παραιτηθεί ρητώς ή σιωπηρώς, μετά τη διενέργεια της διαδικαστικής πράξης, από την υποβολή αίτησης.
παρ. 2
2. Το Δικαστήριο, όταν απαγγέλλει την ακυρότητα, διατάσσει την επανάληψη της πράξης, εκτός αν επήλθε απώλεια του δικαιώματος ή αποκλείεται η επανάληψη για άλλο λόγο. ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ ΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17 ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΕΥΛΟΓΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ
Άρθρο 88
Άρθρο 88 Παρακολούθηση της ροής των υποθέσεων Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου παρακολουθεί τη ροή των υποθέσεων που εισέρχονται και εκκρεμούν σ’ αυτό, προκειμένου να διασφαλίσει την εκδίκασή τους σε εύ- λογο χρόνο.
Άρθρο 89
Άρθρο 89 Ορισμός και καθήκοντα εισηγητή δικαστή
παρ. 1
1. Αν ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου προσδιορίσει σύ- ντομη δικάσιμο της υπόθεσης σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 109, δύναται συγχρόνως να ορίσει τον ει- σηγητή δικαστή της υπόθεσης.
παρ. 2
2. Ο εισηγητής δικαστής σε υποθέσεις που υπάγονται στη δικαιοδοσία Τμήματος φροντίζει, ώστε, πριν από τη δικάσιμο, να είναι πλήρης ο διοικητικός φάκελος της υπόθεσης, συντάσσει δε συνοπτική έκθεση, η οποία δι- αλαμβάνει το ιστορικό της διαφοράς, τα στοιχεία που βεβαιώνονται από τα έγγραφα και τα ζητήματα που ανακύπτουν.
παρ. 3
3. Σε υποθέσεις που υπάγονται στη δικαιοδοσία Τμή- ματος, οι αρχές προς τις οποίες απευθύνεται ο εισηγη- τής για τη συγκέντρωση στοιχείων και πληροφοριών χρήσιμων για τη διερεύνηση της υπόθεσης έχουν την υποχρέωση να αποστέλλουν τα στοιχεία και τις πληρο- φορίες που τους ζητεί εντός τριάντα (30) ημερών από την αποστολή του σχετικού εγγράφου.
παρ. 4
4. Αν κρίνει ότι η υπόθεση υπάγεται στις περιπτώσεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 91, ο εισηγητής δικαστής ενημερώνει σχετικώς τον Πρόεδρο.
παρ. 5
5. Ο εισηγητής, πέντε (5) ημέρες πριν από τη δικάσι- μο που έχει ορισθεί με την οικεία πράξη του Προέδρου, οφείλει να δηλώσει στη γραμματεία του Δικαστηρίου αν η υπόθεση είναι ώριμη για συζήτηση. Η παράλειψη της δήλωσης αυτής επάγεται την αυτεπάγγελτη αναβολή της υπόθεσης σε μεταγενέστερη δικάσιμο.
Άρθρο 90
Άρθρο 90 Μέτρα για διασφάλιση της εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου Αν ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου κρίνει, εκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων, ότι οι αιτήσεις που εκκρεμούν στο Δικαστήριο είναι ανέφικτο να εκδικασθούν και να περατωθούν εντός ευλόγου χρόνου, μπορεί να λάβει ένα από τα ακόλουθα μέτρα ή συνδυασμό τους: (α) Κατατάσσει τις εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει προσδιορισθεί ακόμη δικάσιμος ανά θεματική κατηγορία, ανάλογα με την ταυτότητα ή ομοιότητα των νομικών ζητημάτων που τίθενται σ’ αυτές και για όσες
Άρθρο 91
Άρθρο 91 Διαδικασία σε συμβούλιο
παρ. 1
1. Προφανώς απαράδεκτες ή προφανώς αβάσιμες, κα- θώς και προφανώς βάσιμες αιτήσεις δικαστικής προστα- σίας μπορεί να απορρίπτονται ή, αντίστοιχα, να γίνονται δεκτές με ομόφωνη απόφαση δικαστικού σχηματισμού που λαμβάνεται σε συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου και απαρτίζεται από τον ίδιο ή τον νόμιμο αναπληρωτή του, τον πρώτο κατά σειρά αρχαιότητας Σύμβουλο που υπηρετεί στο Δικα- στήριο ή τον νόμιμο αναπληρωτή του και τον δικαστή που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο ως εισηγητής της υπό- θεσης. Επί υποθέσεων που εκκρεμούν σε Τμήμα, μέλη του σχηματισμού μπορεί να ορισθούν και Πάρεδροι που συμμετέχουν με αποφασιστική ψήφο.
παρ. 2
2. Προφανώς απαράδεκτες ή αβάσιμες αιτήσεις δικα- στικής προστασίας μπορούν να απορρίπτονται ακόμη και αν ο υπογράφων δικηγόρος δεν έχει νομιμοποιηθεί, με ανάλογη εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 237.
παρ. 3
3. Η απόφαση κοινοποιείται στους διαδίκους, οι οποίοι μπορούν, με αίτησή τους που κατατίθεται στη γραμμα- τεία του Δικαστηρίου μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την κοινοποίηση, να ζητήσουν τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, συμπληρώνοντας τυπι- κές ελλείψεις και καταβάλλοντας επιπλέον παράβολο, εφόσον έχουν τέτοια υποχρέωση, τριπλάσιο από το κατά περίπτωση προβλεπόμενο. Στην περίπτωση αυτή, η από- φαση που ελήφθη σε συμβούλιο, παύει να ισχύει και ο Πρόεδρος εισάγει την υπόθεση για συζήτηση στο ακροα- τήριο. Την υπόθεση μπορεί να εισαγάγει στο ακροατήριο και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού
παρ. 4
4. Ο γραμματέας του Δικαστηρίου με πράξη του δι- απιστώνει την άπρακτη πάροδο των προθεσμιών της παρ. 3. Από την ημερομηνία σύνταξης της πράξης αυ- τής παράγεται το αποτέλεσμα της απόφασης. Αν δια- πιστώσει πλημμέλεια στην κοινοποίηση, διατάσσει τη διενέργεια νέας.
παρ. 5
5. Κατά της απόφασης που εκδίδεται σε συμβούλιο δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης και ανακοπής ερημοδικίας.
Άρθρο 92
Άρθρο 92 Συνεκδίκαση ή χωρισμός δικογράφων Για την ταχύτερη εκδίκαση των υποθέσεων, το Δικα- στήριο, με πράξη του Προέδρου του, μπορεί να διατάσ- σει τη συνεκδίκαση περισσότερων ένδικων βοηθημάτων ή μέσων ή αιτήσεων καταλογισμού, εφόσον τίθενται όμοια ζητήματα. Για τον ίδιο λόγο μπορεί να διατάσσει τον χωρισμό δικογράφων, στα οποία έχουν σωρευθεί πλείονες αιτήσεις δικαστικής προστασίας.
Άρθρο 93
Άρθρο 93 Ειδική εκδίκαση αγωγών σε συμβούλιο
παρ. 1
1. Αν ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου κρίνει, αφού συ- νεκτιμήσει το σύνολο των περιστάσεων, ότι αγωγή που εκκρεμεί στο Δικαστήριο δεν μπορεί να δικασθεί εντός εύλογου χρόνου, ενημερώνει εγγράφως τους διαδίκους για την ενδεχόμενη καθυστέρηση και τους γνωρίζει ότι, εφόσον δεν διατυπώσουν αντίρρηση εντός ενός (1) μήνα από την επίδοση του εγγράφου του, η υπόθεση θα ει- σαχθεί για εκδίκαση στο συμβούλιο που προβλέπεται στο άρθρο 91.
παρ. 2
2. Αν δεν διατυπωθεί η αντίρρηση που αναφέρεται στην παρ. 1, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου καλεί τους διαδίκους να υποβάλουν στο Δικαστήριο υπόμνημα με τους ειδικότερους ισχυρισμούς τους, καθώς και κάθε στοιχείο που, κατά την κρίση τους, διευκολύνει την τα- χύτερη εκδίκαση της αγωγής. Το Δικαστήριο επιλαμβά- νεται της αγωγής σε συμβούλιο και αποφαίνεται επί του ουσιαστικώς βάσιμου αυτής με βάση τις αρχές για την κατανομή του βάρους της απόδειξης και τα στοιχεία που υφίστανται στον φάκελο, χωρίς να διατάξει περαιτέρω αποδείξεις.
παρ. 3
3. Η απόφαση κοινοποιείται στους διαδίκους, οι οποίοι μπορούν, με αίτησή τους που κατατίθεται στη γραμμα- τεία του Δικαστηρίου μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την κοινοποίηση, να ζητήσουν τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση που ελήφθη σε συμβούλιο παύει να ισχύει και ο πρόεδρος εισάγει την υπόθεση για συζήτηση στο ακροα- τήριο. Την υπόθεση μπορεί να εισαγάγει στο ακροατήριο και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου μέσα στην ίδια προθεσμία. Σε κάθε περίπτω- ση η υπόθεση εισάγεται στο ακροατήριο, αν κατά την εκτέλεση της απόφασης που ελήφθη με τη διαδικασία του παρόντος διαπιστωθεί ότι η απόφαση εμπεριέχει ελλείψεις που καθιστούν αδύνατη την εκτέλεσή της.
παρ. 4
4. Κατά της απόφασης που εκδίδεται σε συμβούλιο δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης και ανακοπής ερημοδικίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18 ΠΑΡΟΧΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Άρθρο 94
Άρθρο 94 Αναστολή εκτέλεσης διοικητικών πράξεων
παρ. 1
1. Η προθεσμία και η άσκηση έφεσης ενώπιον του Δικαστηρίου κατά πράξης της διοίκησης δεν αναστέλ- λουν την εκτέλεση της πράξης αυτής, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον νόμο.
παρ. 2
2. Η αναστολή, ολικώς ή μερικώς, της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης μπορεί να διαταχθεί, ύστερα από αίτηση του εκκαλούντος ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου που εκδίδεται πριν αυτό αποφανθεί για την έφεση.
Άρθρο 95
Άρθρο 95 Αρμοδιότητα Αρμόδιο για τη χορήγηση της αναστολής είναι το Τμή- μα στο οποίο εκκρεμεί η έφεση, εφόσον αυτό είναι αρμό- διο για την εκδίκαση της κύριας υπόθεσης. Σε περίπτωση αναρμοδιότητας, η αίτηση αναστολής παραπέμπεται στο αρμόδιο Τμήμα, υποχρεωτικά μαζί με την έφεση, με τη διαδικασία του άρθρου 91. Στην περίπτωση αυτή, και για την αποτροπή άμεσου κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης του αιτούντος, επιτρέπεται η έκδοση σύμφωνα με το άρθρο 99 προσωρινής διαταγής αναστολής εκτέλεσης από τον Πρόεδρο ή τον οριζόμενο απ’ αυτόν δικαστή του Τμήματος, στο οποίο έχει αναρμοδίως εισαχθεί η αίτηση αναστολής.
Άρθρο 96
Άρθρο 96 Προϋποθέσεις αναστολής
παρ. 1
1. Η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή, αν πιθανολογη- θεί ότι από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα επέλθει στον αιτούντα βλάβη δυσχερώς επα- νορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης της έφεσης. Ακό- μη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλε- ση της προσβαλλόμενης πράξης δεν πιθανολογείται ως δυσχερώς επανορθώσιμη, το Δικαστήριο χορηγεί την αναστολή αν εκτιμά ότι η έφεση είναι προδήλως βάσιμη.
παρ. 2
2. Στις διαφορές από καταλογισμούς το Τμήμα μπο- ρεί, με την απόφασή του, να ορίσει ότι το ανασταλτικό αποτέλεσμα δεν καταλαμβάνει τη λήψη αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ή διοικητικών μέτρων για τον εξανα- γκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης της οφειλής επί συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος, τα οποία αναφέρονται στην απόφαση.
παρ. 3
3. Σε κάθε περίπτωση η αίτηση αναστολής απορρί- πτεται αν: (α) η έφεση είναι προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης είναι δυσχερώς επανορθώσιμη, (β) κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημόσιου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή της αίτησης αναστολής θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος.
παρ. 4
4. Η χορήγηση αναστολής αποκλείεται κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη πράξη έχει ήδη εκτελεσθεί. Η ταμειακή βεβαίωση του καταλογισθέντος ποσού δεν συνιστά εκτέλεση της καταλογιστικής πράξης κατά την έννοια της παρούσας.
Άρθρο 97
Άρθρο 97 Προδικασία της αίτησης αναστολής
παρ. 1
1. Η αίτηση αναστολής, εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 59, πρέπει να αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους που δικαιολογούν την αναστολή.
παρ. 2
2. Η αίτηση αναστολής κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η έφεση, και πρέπει να συνοδεύεται από δύο (2) απλά αντίγραφα, καθώς και επικυρωμένο αντίγραφο της έφεσης.
παρ. 3
3. Στις διαφορές από καταλογισμούς: (α) αν ο αιτών την αναστολή είναι φυσικό πρόσωπο, δηλώνεται και το παγκόσμιο εισόδημα από κάθε πηγή, καθώς και η περιουσιακή κατάσταση οπουδήποτε στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή του ή της συζύγου και των ανήλικων τέκνων του, (β) αν ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο, δηλώνεται και το παγκόσμιο εισόδημα από κάθε πηγή, καθώς και η περι- ουσιακή κατάσταση οπουδήποτε στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή συνδεδεμένου νομικού προσώπου με το αι- τούν, καθώς και των φυσικών προσώπων που ευθύνονται ατομικά για τις υποχρεώσεις του νομικού προσώπου.
παρ. 4
4. Η περιουσιακή κατάσταση κατά την έννοια της παρ. 3 περιλαμβάνει ιδίως τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε ακίνητα, τις καταθέσεις οποιουδήποτε είδους και τα συναφή τραπεζικά προϊόντα, τις επενδύσεις σε κινητές αξίες, τα μηχανοκίνητα μέσα μεταφοράς, τα δάνεια και τις δωρεές, τις μετοχές, τα μερίδια, τα δικαιώ- ματα ψήφου ή συμμετοχής σε κεφάλαιο σε οποιασδήπο- τε μορφής νομική οντότητα, καθώς και τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε κινητά μεγάλης αξίας. Αν δεν υποβληθεί ή είναι ελλιπής η δήλωση της παρ. 3, μπορεί, λαμβανομένου υπόψη και του προβαλλόμενου λόγου αναστολής, να απορριφθεί η αίτηση.
παρ. 5
5. Με πράξη που συντάσσεται πάνω στο δικόγραφο της αίτησης αναστολής, ο Πρόεδρος του Τμήματος δι- ατάζει τον αιτούντα να επιδώσει προς τη διοίκηση και τον τρίτο, ο οποίος έχει δικαίωμα να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση στη δίκη της αντίστοιχης έφεσης, αντίγρα- φα της αίτησης αναστολής και της έφεσης. Η διοίκηση υποχρεούται να αποστείλει στο Τμήμα αντίγραφο της πράξης ή απόφασης της οποίας ζητείται η αναστολή εκτέλεσης, καθώς και τον σχετικό φάκελο με τις απόψεις της. Προς τούτο, με την ίδια πράξη, τάσσεται σ’ αυτήν προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των πέντε (5) ημερών. Μέχρι τη λήξη της ίδιας προθεσμίας
Άρθρο 98
Άρθρο 98 Κύρια διαδικασία
παρ. 1
1. Για την αναστολή αποφαίνεται το Τμήμα σε συμβού- λιο, κατά τη συνεδρίαση του οποίου μπορεί να κληθούν να εμφανισθούν και οι διάδικοι.
παρ. 2
2. Αν η πράξη αφορά και σε τρίτο που έχει δικαίωμα να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση κατά τη δίκη της αντί- στοιχης έφεσης, αυτός μπορεί, με υπόμνημα που κατατί- θεται το αργότερο εντός της προθεσμίας της παρ. 5 του άρθρου 97, να εκθέσει τις απόψεις του, έστω και αν δεν έχει ασκήσει παρέμβαση.
Άρθρο 99
Άρθρο 99 Προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης
παρ. 1
1. Ο Πρόεδρος του Τμήματος ή ο οριζόμενος από αυ- τόν δικαστής μπορεί, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα με την αίτηση αναστολής ή αυτοτελώς μετά την κατά- θεσή της, να εκδώσει προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης, η οποία καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση. Αποφαίνεται δε το ταχύτερο δυνατόν, μετά την προσκό- μιση του αποδεικτικού επίδοσης στη διοίκηση, με τη φροντίδα του αιτούντος, της αίτησης αναστολής που περιέχει το σχετικό αίτημα ή της αίτησης αναστολής και της αυτοτελούς αίτησης, καθώς και της έφεσης. Η διοί- κηση μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις της μέσα σε δύο (2) εργάσιμες ημέρες από την επίδοση.
παρ. 2
2. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις αποφαίνεται χωρίς τις πιο πάνω επιδόσεις, οι οποίες, αν εκδοθεί προ- σωρινή διαταγή, γίνονται από τον αιτούντα αμέσως. Σε διαφορετική περίπτωση, η προσωρινή διαταγή ανακα- λείται κατά την παρ. 3.
παρ. 3
3. Η προσωρινή διαταγή ισχύει έως την έκδοση της απόφασης για την αίτηση αναστολής, μπορεί δε να ανα- κληθεί, μετά από αίτηση διαδίκου ή τρίτου που έχει έν- νομο συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως, από τον Πρόεδρο ή τον δικαστή που ορίστηκε, καθώς και από το αρμόδιο για την αναστολή Τμήμα.
παρ. 4
4. Η αίτηση ανάκλησης προσωρινής διαταγής επιδί- δεται στον αιτούντα, ο οποίος μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις του μέσα σε δύο (2) εργάσιμες ημέρες από την επίδοση. Η επίδοση στον αιτούντα παραλείπεται σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις.
Άρθρο 100
Άρθρο 100 Απόφαση
παρ. 1
1. Αν γίνει εν όλω ή εν μέρει δεκτή η αίτηση, διατάσσε- ται η ολική ή μερική αναστολή εκτέλεσης της προσβαλ- λόμενης με την έφεση πράξης.
παρ. 2
2. Η αναστολή, αν στη σχετική απόφαση δεν ορίζεται διαφορετικά, ισχύει έως τη δημοσίευση οριστικής από- φασης για την έφεση ή την κατάργηση της δίκης επί της τελευταίας.
παρ. 3
3. Με την απόφαση με την οποία διατάσσεται η αναστο- λή εκτέλεσης, το Τμήμα μπορεί, ακόμη και αν δεν έχει υπο- βληθεί σχετικό αίτημα, να διατάξει και κάθε αναγκαίο για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος μέτρο, όπως: (α) την κατάθεση στον καθ’ ου η αίτηση, μέσα σε τακτή προθεσμία, εγγυητικής επιστολής αναγνωρισμένης τρά- πεζας για ποσό που καθορίζεται με την απόφαση αυτή, ή (β) την εγγραφή από τον καθ’ ου η αίτηση προσημεί- ωσης υποθήκης σε ακίνητο του αιτούντος για ποσό που καθορίζεται με την ίδια απόφαση, ή (γ) την τήρηση οποιουδήποτε άλλου κατάλληλου όρου κρίνει αναγκαίο το Τμήμα για την προστασία των συμφε- ρόντων του καθ’ ου η αίτηση από την αναστολή.
παρ. 4
4. Η απόφαση που εκδίδεται για την αίτηση αναστο- λής κοινοποιείται στους διαδίκους με τη φροντίδα της γραμματείας, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 297.
παρ. 5
5. Οι αποφάσεις που εκδίδονται για την αίτηση ανα- στολής μπορεί να ανακληθούν, ολικώς ή μερικώς, ύστερα από αίτηση διαδίκου ή τρίτου που έχει έννομο συμφέρον, αν η αίτηση ανάκλησης στηρίζεται σε νέα στοιχεία. Για την εκδίκαση της αίτησης αυτής εφαρμό- ζονται αναλόγως οι παρ. 1 έως και 4 του παρόντος και τα άρθρα 95 έως 99.
παρ. 6
6. Αν υποβληθεί παραίτηση από την αίτηση αναστο- λής, συντάσσεται σχετικό πρακτικό και αποδίδεται το παράβολο στον αιτούντα.
Άρθρο 101
Άρθρο 101 Αναστολή εκτέλεσης στις διαφορές από τη διοικητική εκτέλεση
παρ. 1
1. Η προθεσμία και η άσκηση ανακοπής εκτέλεσης δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πρά- ξης, με την εξαίρεση της περ. ε’ της παρ. 2 του άρθρου 142, κατά την οποία η πράξη αναστέλλεται, ως προς τους δανειστές των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης του Τμήματος επί της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης.
παρ. 2
2. Στις περ. α’, β’ και δ’ της παρ. 2 του άρθρου 142 και για όσο χρόνο εκκρεμεί η ανακοπή, μπορεί να υποβληθεί από τον ανακόπτοντα ή τον Γενικό Επίτροπο της Επικρα- τείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου αίτηση για την αναστολή της εκτέλεσης των προσβαλλόμενων πράξεων. Αρμόδιο για τη χορήγηση της αναστολής είναι το Τμήμα στο οποίο εκκρεμεί η ανακοπή, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά ανα- λόγως των άρθρων 94 έως και 100.
Άρθρο 102
Άρθρο 102 Αναστολή εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων
παρ. 1
1. Η προθεσμία και η άσκηση των ένδικων μέσων της αίτησης αναίρεσης, της αίτησης αναθεώρησης, της ανα- κοπής ερημοδικίας, της τριτανακοπής και της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας κατά απόφασης του Ελε- γκτικού Συνεδρίου δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης αυτής.
παρ. 2
2. Η αναστολή, ολικώς ή μερικώς, της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης μπορεί να διαταχθεί, ύστε- ρα από αίτηση εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου, πριν αυτό αποφανθεί για το ένδικο μέσο.
παρ. 3
3. Για την αναστολή της προσβαλλόμενης με αίτηση αναθεώρησης, ανακοπή ερημοδικίας, τριτανακοπή και αίτηση επανάληψης της διαδικασίας απόφασης, αρμό- διο είναι το Τμήμα στο οποίο εκκρεμεί το ένδικο μέσο. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 95 έως και 100.
παρ. 4
4. Για την αναστολή της προσβαλλόμενης με αίτηση αναίρεσης απόφασης, αρμόδια είναι Επιτροπή, η οποία αποτελείται από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, επτά Συμβούλους, έναν από κάθε Τμήμα, που ορίζονται από την Ολομέλεια στην αρχή κάθε δικαστικού έτους, και τον εισηγητή της υπόθεσης. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζο- νται αναλόγως τα άρθρα 96, 97, η παρ. 1 του άρθρου 98, καθώς και τα άρθρα 99 και 100.
Άρθρο 103
Άρθρο 103 Αναστολή της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης Για την αναστολή της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης καταψηφιστικής απόφασης του Δικαστηρί- ου, που επισπεύδεται σε βάρος του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αποφαίνεται με τη διαδικασία των δύο πρώτων εδαφίων του άρθρου 95, των παρ. 1, 2 και 5 του άρθρου 97 και της παρ. 1 του άρθρου 98, το αρμόδιο, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 305 Τμήμα.
Άρθρο 104
Άρθρο 104 Προσωρινή ρύθμιση κατάστασης
παρ. 1
1. Στις διαφορές από τον κανονισμό σύνταξης, αν ασκηθεί έφεση, ο εκκαλών μπορεί με αίτησή του να ζητήσει τη λήψη μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης. Το Δικαστήριο, αν γίνει δεκτή εν όλω ή εν μέρει η αίτηση, μπορεί να διατάξει προς τούτο κάθε πρόσφορο κατά την κρίση του μέτρο χωρίς δέσμευση από τις προτάσεις των διαδίκων.
παρ. 2
2. Αρμόδιο για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστα- σης είναι το Τμήμα, στο οποίο εκκρεμεί η έφεση.
παρ. 3
3. Η αίτηση για την προσωρινή ρύθμιση κατάστασης γίνεται δεκτή μόνον όταν το Δικαστήριο κρίνει, ύστερα από πιθανολόγηση, ότι: (α) υφίσταται θεμιτή προσδοκία δικαιώματος θεμε- λιωμένη σε αντικειμενικά στοιχεία προς αναγνώριση υπέρ του αιτούντος του δικαιώματος που διεκδικεί με την έφεση και (β) από τη μη προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης ο αιτών κινδυνεύει να περιαχθεί σε κατάσταση από αυτές που απαγορεύονται από το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.
παρ. 4
4. Αν η αίτηση για την προσωρινή ρύθμιση κατάστα- σης γίνει δεκτή, η υπόθεση προσδιορίζεται από τον Πρό- εδρο του Δικαστηρίου, αν δεν έχει ήδη προσδιορισθεί, στην πιο σύντομη δυνατή δικάσιμο.
παρ. 5
5. Κατά τα λοιπά, για την εκδίκαση της αίτησης προ- σωρινής ρύθμισης εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 95 και 97 έως 100.
Άρθρο 105
Άρθρο 105 Μέτρα διασφάλισης της δημόσιας αξίωσης
παρ. 1
1. Αν ασκηθεί αίτηση καταλογισμού από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή άλλο αρμόδιο κατά νόμο όργανο, εκείνος που άσκησε την αίτηση, μπορεί, με αυτοτελή αίτησή του, να ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων διασφάλισης της αξίωσης του Δημοσίου ή του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπέρ του οποίου διώκεται ο καταλογισμός.
παρ. 2
2. Αρμόδιο για τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων είναι το Τμήμα, στο οποίο εκκρεμεί η αίτηση καταλογι- σμού, και για την εκδίκαση της αίτησης λήψης ασφαλι- στικών μέτρων εφαρμόζονται αναλόγως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 95, οι παρ. 1, 2 και 5 του άρθρου 97 και η παρ. 1 του άρθρου 98.
παρ. 3
3. Η αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων γίνεται δε- κτή, αν πιθανολογηθούν τόσο η ευδοκίμηση της αίτη- σης καταλογισμού, όσο και ο κίνδυνος όπως η ικανο- ποίηση της αξίωσης του Δημοσίου ή του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, υπέρ του οποίου διώκεται ο κατα- λογισμός, καταστεί αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής αν δεν ληφθούν μέτρα. Πριν από τη λήψη της απόφασής του, το Τμήμα μπορεί να διατάξει τον καθ’ ου η αίτηση να υποβάλει στο Δικαστήριο δήλωση της περιουσια- κής του κατάστασης, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 97.
παρ. 4
4. Αν η αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων γίνει δε- κτή, το Τμήμα μπορεί, σταθμίζοντας το συμφέρον του Δημοσίου ή του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου για τη δια- σφάλιση της αξίωσής τους, τη βλάβη του καθ’ ου και τα συμφέροντα των τρίτων, να διατάξει, κατά την κρίση του και χωρίς δέσμευση από τις προτάσεις των διαδίκων, ένα ή περισσότερα από τα εξής μέτρα: (α) την κατάθεση, μέσα σε τακτή προθεσμία, στο Δη- μόσιο ή τον οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης ή το νο- μικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, υπέρ του οποίου έχει ασκηθεί η αίτηση καταλογισμού, εγγυητικής επιστολής
παρ. 5
5. Τα ασφαλιστικά μέτρα, αν στη σχετική απόφαση δεν ορίζεται διαφορετικά, ισχύουν έως τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης για την αίτηση καταλογισμού ή την κατάργηση της δίκης επί της τελευταίας.
παρ. 6
6. Η απόφαση που εκδίδεται για την αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, κοινοποιείται σε εκείνον που άσκησε την αίτηση καταλογισμού και στον καθ’ ου με τη φροντίδα της γραμματείας, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 297.
παρ. 7
7. Η απόφαση που εκδίδεται για την αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να ανακληθεί ολικώς ή μερικώς, ύστερα από αίτηση εκείνου που άσκησε την αίτηση καταλογισμού ή του καθ’ ου ή τρίτου που έχει έννομο συμφέρον, αν η αίτηση ανάκλησης στηρίζεται σε νέα στοιχεία. Για την εκδίκαση της αίτησης αυτής εφαρμόζεται η παρ. 2. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19 ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΔΙΚΑΣΙΜΟΥ
Άρθρο 106
Άρθρο 106 Πρόσβαση στα στοιχεία δικογραφίας
παρ. 1
1. Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να λαμβά- νουν γνώση όλων των στοιχείων της δικογραφίας. Οι διάδικοι δικαιούνται να λαμβάνουν, με δαπάνη τους: (α) απλά ή επικυρωμένα αντίγραφα των εγγράφων που έχουν συνταχθεί επ’ ευκαιρία της δίκης και βρίσκο- νται στη δικογραφία και (β) ύστερα από έγκριση του Προέδρου του Δικαστηρί- ου, απλά αντίγραφα των εγγράφων που έχουν συνταχθεί από όργανα δημόσιου φορέα και βρίσκονται επίσης στη δικογραφία.
παρ. 2
2. Ανάλογα δικαιώματα έχουν και οι τρίτοι, οι οποίοι νομιμοποιούνται να ασκήσουν παρέμβαση ή έχουν έν- νομο συμφέρον να λάβουν γνώση των στοιχείων της δικογραφίας, εφόσον αποδεικνύουν τούτο.
παρ. 3
3. Κατά την άσκηση των δικαιωμάτων της παρ. 2, εφαρ- μόζεται το άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45).
Άρθρο 107
Άρθρο 107 Τυπικές ελλείψεις στη δικογραφία Πριν από τον προσδιορισμό δικασίμου από τον Πρό- εδρο του Δικαστηρίου, η γραμματεία του Δικαστηρίου εντοπίζει στον φάκελο της υπόθεσης τυπικές ελλείψεις που μπορεί να προκαλέσουν αναβολή στη συζήτηση της υπόθεσης. Μαζί με την κλήση στο ακροατήριο, ο διάδικος ενημερώνεται και για τις τυπικές ελλείψεις που η γραμματεία εντόπισε στον φάκελο, τις οποίες επαφίεται σ’ αυτόν να συμπληρώσει.
Άρθρο 108
Άρθρο 108 Καταχώριση υποθέσεων στο πινάκιο Μετά τον ορισμό της δικασίμου, οι προσδιορισθείσες υποθέσεις για κάθε δικάσιμο καταχωρίζονται σε πινάκιο τηρούμενο από τον γραμματέα, ο οποίος εν συνεχεία επιμελείται, υπό την εποπτεία του αρμόδιου προέδρου, την κλήτευση των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου για τη συζήτηση των υποθέσεων και τη σύνταξη για κάθε δικάσιμο εκθέματος συζητούμενων υποθέσεων.
Άρθρο 109
Άρθρο 109 Επίσπευση διαδικασίας
παρ. 1
1. Δύναται να ορισθεί δικάσιμος συντομότερη της αρ- χικώς ορισθείσας είτε αυτεπαγγέλτως από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου είτε με αίτηση διαδίκου.
παρ. 2
2. Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και κάθε διάδικος έχουν δικαίωμα να ζητή- σουν από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου την επίσπευση της εκδίκασης της υπόθεσης. Μετά τη συζήτηση της υπό- θεσης, μπορεί να υποβληθεί αίτηση για την επίσπευση έκδοσης της απόφασης.
παρ. 3
3. Οι ως άνω αιτήσεις πρέπει σε κάθε περίπτωση να εί- ναι ειδικώς αιτιολογημένες και επαρκώς τεκμηριωμένες.
παρ. 4
4. Όταν την επίσπευση ζητεί ο διάδικος, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποδέχεται την αίτηση για επίσπευση μόνον αν πιθανολογήσει ότι, ενόψει του διακυβεύμα- τος της υπόθεσης και της προσωπικής κατάστασης του αιτούντος, η καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης εμπεριέχει τον κίνδυνο επέλευσης σοβαρής βλάβης στα συμφέροντα του διαδίκου. Για να αποφανθεί επί της αί- τησης, ο Πρόεδρος συνεκτιμά τη συνολική επιβάρυνση του Δικαστηρίου, και ιδίως τον χρόνο εκκρεμότητας των λοιπών υποθέσεων αναφορικά με τον χρόνο εκκρεμό- τητας και τη φύση της υπόθεσης για την οποία ζητείται η προτίμηση στην εκδίκαση.
παρ. 5
5. Αν η αίτηση αφορά στην επίσπευση δημοσίευσης της απόφασης, ο Πρόεδρος την κοινοποιεί στον εισηγη- τή με σχετικές παρατηρήσεις του.
Άρθρο 110
Άρθρο 110 Κλητεύσεις διαδίκων
παρ. 1
1. Η κλήση για συζήτηση επιδίδεται στους διαδίκους τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η προθεσμία αυτή μπορεί να συντμηθεί μέχρι οκτώ (8) πλήρεις ημέρες με πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου.
παρ. 2
2. Κλήτευση είναι και η προφορική ανακοίνωση της δικασίμου από τη γραμματεία, εφόσον βεβαιώνεται με έγγραφο υπογραφόμενο από τον αρμόδιο υπάλληλο και αυτόν στον οποίο απευθύνεται η προφορική ανα- κοίνωση.
παρ. 3
3. Η κλήση για συζήτηση μπορεί να συντάσσεται και με χρήση ΤΠΕ και εγκεκριμένης ηλεκτρονικής υπογραφής. Η επίδοση της κλήσης του προηγούμενου εδαφίου γίνε- ται με χρήση ΤΠΕ, εφόσον επιστραφεί στον αποστολέα του εγγράφου από τον παραλήπτη ηλεκτρονική από- δειξη παραλαβής. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης καθορίζονται τα τεχνικά θέματα και οι λεπτομέρειες για τη διαδικασία ηλεκτρονικής επίδοσης, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτο- μέρεια για την εφαρμογή του παρόντος. ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ ΔΙΚΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20 ΕΝΔΙΚΟ ΒΟΗΘΗΜΑ ΤΗΣ ΕΦΕΣΗΣ
Άρθρο 111
Άρθρο 111 Προσβαλλόμενες πράξεις
παρ. 1
1. Στο ένδικο βοήθημα της έφεσης σε Τμήμα υπόκει- νται: (α) οι πράξεις που εκδίδονται από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της ελεγκτικής αρμοδιότητας των οργάνων του, (β) οι εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις ή πα- ραλείψεις, οι οποίες εκδίδονται ή συντελούνται στο πλαίσιο (i) του ελέγχου των λογαριασμών των δημόσιων υπολόγων και των υπόχρεων σε δημόσια λογοδοσία, (ii) της απονομής των συντάξεων κατά την έννοια της περ. στ’ της παρ. 1 του άρθρου 98 του Συντάγματος και της εκτέλεσης των σχετικών συνταξιοδοτικών πράξεων
παρ. 2
2. Παράλειψη συντρέχει όταν η διοικητική αρχή, ενώ υποχρεούται κατά τον νόμο, δεν εκδίδει εκτελεστή ατο- μική διοικητική πράξη για να ρυθμίσει ορισμένη έννομη σχέση. Η παράλειψη συντελείται με την πάροδο άπρα- κτης της προθεσμίας που τάσσει ο νόμος για την έκδοση, είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από αίτηση του ενδι- αφερομένου, της πράξης αυτής. Αν από τον νόμο δεν τάσσεται τέτοια προθεσμία, η παράλειψη συντελείται με την πάροδο άπρακτου τριμήνου από την υποβολή της σχετικής αίτησης στη διοίκηση. Η παράλειψη συ- ντελείται, επίσης, με την έκδοση θετικής διοικητικής πράξης, από την οποία συνάγεται εμμέσως η βούληση της διοίκησης να μην προβεί στη ρύθμιση ορισμένης έννομης σχέσης.
παρ. 3
3. Στις περιπτώσεις που προβλέπεται από τον νόμο διοικητική προσφυγή κατά της πράξης ή της παράλειψης που πρέπει να ασκηθεί σε ορισμένη προθεσμία ενώπιον του ίδιου ή ιεραρχικώς προϊστάμενου ή άλλου ειδικώς κατεστημένου οργάνου και συνεπάγεται τον έλεγχο της πράξης ή της παράλειψης κατά τον νόμο και την ουσία (ενδικοφανής προσφυγή), η έφεση ασκείται παραδεκτώς μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται επί της προσφυγής αυτής. Αν κατά της πράξης ή της παράλειψης προβλέ- πονται από τον νόμο περισσότερες από μια διαδοχικές ενδικοφανείς προσφυγές, η έφεση ασκείται παραδεκτώς μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται επί της τελευταίας
παρ. 4
4. Αν παρέλθει η προθεσμία που τάσσει ειδικώς ο νό- μος προς έκδοση απόφασης για την ενδικοφανή προ- σφυγή ή, εφόσον δεν τάσσεται τέτοια προθεσμία, αν παρέλθει άπρακτο τρίμηνο από την άσκησή της, η έφεση ασκείται κατά της τεκμαιρόμενης από την πάροδο της προθεσμίας απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής.
παρ. 5
5. Η έφεση ασκείται παραδεκτώς και πριν από τη συ- ντέλεση της παράλειψης ή της τεκμαιρόμενης απόρ- ριψης της ενδικοφανούς προσφυγής, εφόσον όμως η συντέλεση αυτή έχει επέλθει κατά την πρώτη συζήτηση της έφεσης.
παρ. 6
6. Ρητή πράξη που εκδόθηκε μετά τη συντέλεση της παράλειψης ή της τεκμαιρόμενης απόρριψης της ενδι- κοφανούς προσφυγής και έως την πρώτη συζήτηση της έφεσης, λογίζεται ως συμπροσβαλλόμενη. Μπορεί όμως και να προσβληθεί αυτοτελώς.
παρ. 7
7. Με την έφεση λογίζονται ως συμπροσβαλλόμενες και όλες οι μεταγενέστερες πράξεις ή παραλείψεις που είναι συναφείς με την προσβαλλόμενη, εφόσον έχουν εκδοθεί ή συντελεστεί αντιστοίχως έως την πρώτη συζή- τηση. Στην περίπτωση αυτή, η αναβολή της συζήτησης για την υποβολή πρόσθετων λόγων, εφόσον ζητηθεί, είναι υποχρεωτική. Οι πράξεις ή οι παραλείψεις αυτές μπορεί να προσβληθούν και αυτοτελώς.
παρ. 8
8. Η διοικητική αρχή οφείλει, σε κάθε περίπτωση, να χορηγεί ατελώς στον ενδιαφερόμενο βεβαίωση για την ημερομηνία υποβολής της κατά την παρ. 2 αίτησης ή για την ημερομηνία άσκησης της κατά την παρ. 4 ενδι- κοφανούς προσφυγής.
Άρθρο 112
Άρθρο 112 Νομιμοποίηση
παρ. 1
1. Η έφεση ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον ή από εκείνον στον οποίο αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίω- μα από ειδική διάταξη νόμου, καθώς και από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
παρ. 2
2. Όταν με έφεση προσβάλλονται πράξεις του Ελεγκτι- κού Συνεδρίου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 111, νομιμοποιούνται παθητικά το Δημόσιο, καθώς και ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοί- κησης ή το νομικό πρόσωπο υπέρ του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη. Όταν με έφεση προσβάλλο- νται εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις ή παραλεί- ψεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 111, νομιμοποιούνται παθητικά το Δημόσιο, καθώς και ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, στο οποίο ανήκει το όργανο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη ή που παρά τον νόμο παρέλειψε την έκδοσή της και το πρόσω- πο υπέρ του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη.
παρ. 3
3. Αν η κατά την παρ. 2 εκτελεστή διοικητική πράξη ή παράλειψη έχει ενσωματωθεί σε μεταγενέστερη πράξη ή παράλειψη του Δημοσίου, του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δι- καίου, στη δίκη που δημιουργείται, ύστερα από άσκηση έφεσης κατά της τελευταίας αυτής πράξης ή παράλειψης, νομιμοποιείται παθητικά και το νομικό πρόσωπο, όργανο του οποίου εξέδωσε ή παρέλειψε να εκδώσει την πράξη που ενσωματώθηκε.
Άρθρο 113
Άρθρο 113 Προθεσμία
παρ. 1
1. Η έφεση ασκείται μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημε- ρών, η οποία εκκινεί για το Δημόσιο τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημο- σίου δικαίου και όσα από τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούνται από εθνικούς ή ενωσιακούς πόρους, από την περιέλευση της προσβαλλόμενης πρά- ξης σ’ αυτούς. Το ίδιο ισχύει και για τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Για όποιον έχει έννομο συμφέρον, η προθεσμία αυτή εκκινεί από την επίδοση ή την με οποιονδήποτε τρόπο περιέλευση ή την αποδεδειγμένα πλήρη γνώση από αυτόν της προσβαλ- λόμενης πράξης. Αν αυτός που έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης διαμένει στην αλλοδαπή, η αντίστοιχη προθεσμία ορίζεται σε ενενήντα (90) ημέρες. Σε περίπτωση παράλειψης, η προθεσμία εκκινεί από τη συντέλεσή της.
παρ. 2
2. Η προθεσμία για την άσκηση έφεσης κατά εκτελε- στής διοικητικής πράξης ή παράλειψης διακόπτεται για μια μόνο φορά με την άσκηση κάθε διοικητικής προ- σφυγής, πλην εκείνης που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 111. Το κατά το πρώτο εδάφιο αποτέλεσμα επέρχεται, ακόμη και αν η διοικητική προσφυγή έχει απευθυνθεί σε αναρμόδιο διοικητικό όργανο. Η προ- θεσμία που διακόπηκε κατά το δεύτερο εδάφιο κινείται εξαρχής είτε από την επίδοση της απάντησης για την απλή ή την ειδική διοικητική προσφυγή είτε από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας που τάσσει ο νόμος για απάντηση, αλλιώς από την πάροδο άπρακτων τριά- ντα (30) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης.
Άρθρο 114
Άρθρο 114 Στοιχεία δικογράφου
παρ. 1
1. Το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου, και τα εξής στοιχεία: (α) τον αριθμό και τη χρονολογία της προσβαλλόμενης πράξης ή απόφασης, (β) την αρχή που εξέδωσε την πράξη ή που παρέλειψε την έκδοσή της, (γ) τους λόγους έφεσης, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, (δ) σαφές και συγκεκριμένο αίτημα, και (ε) διορισμό αντικλήτου, όταν η έφεση ασκείται από ιδιώτη διάδικο.
παρ. 2
2. Αίτημα της έφεσης μπορεί να είναι: (α) η ολική ή μερική ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης, ή (β) η τροποποίηση ή μεταρρύθμιση της προσβαλλό- μενης πράξης.
παρ. 3
3. Αν η προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη αφορά σε τρίτους, στο δικόγραφο πρέπει να μνημονεύονται σαφώς οι διευθύνσεις της κατοικίας και του χώρου εργασίας ή της έδρας των τρίτων.
παρ. 4
4. Η αόριστη μνεία στο δικόγραφο ότι προσβάλλεται και κάθε συναφής πράξη ή παράλειψη δεν υποχρεώνει το Δικαστήριο, εφόσον δεν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 7 του άρθρου 111, να ερευνήσει και ως προς τούτο την υπόθεση.
παρ. 5
5. Στο δικόγραφο της έφεσης πρέπει να προσαρτάται και αντίγραφο της προσβαλλόμενης πράξης ή απόφασης.
Άρθρο 115
Άρθρο 115 Πρόσθετοι λόγοι
παρ. 1
1. Πρόσθετοι λόγοι έφεσης επιτρέπεται να υποβλη- θούν με ξεχωριστό δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου δεκαπέντε (15) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με σημείωση πάνω σ’ αυτό πράξης κατάθεσης.
παρ. 2
2. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται με ποινή απαραδέκτου, δεκαπέντε (15) πλή- ρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με επιμέλεια του εκκαλούντος, στον εφεσίβλητο και σε εκείνον που ήδη έχει ασκήσει παρέμβαση.
Άρθρο 116
Άρθρο 116 Εξουσίες του Δικαστηρίου
παρ. 1
1. Το Δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη κατά τον νόμο και την ουσία, μέσα στα όρια της έφεσης και των πρόσθετων λόγων. Κατ’ εξαίρεση, ο κατά τον νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί αν: (α) συντρέχουν οι λόγοι των περ. α’και γ’της παρ. 3, ή (β) η πράξη δεν έχει νόμιμο έρεισμα, ή (γ) υπάρχει παραβίαση δεδικασμένου.
παρ. 2
2. Αν η έφεση στρέφεται κατά ρητής πράξης, το Δι- καστήριο κατά την επίλυση της διαφοράς είτε δέχεται την έφεση εν όλω ή εν μέρει και ακυρώνει ολικώς ή με- ρικώς την πράξη ή την μεταρρυθμίζει, είτε απορρίπτει την έφεση.
παρ. 3
3. Το Δικαστήριο ακυρώνει την πράξη και αναπέμπει την υπόθεση στη διοίκηση για να ενεργήσει τα νόμιμα αν: (α) η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο, ή (β) το συλλογικό όργανο που εξέδωσε την πράξη δεν έχει νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση, ή (γ) συντρέχει παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδι- κασίας, ο οποίος έχει ταχθεί για την έκδοση της πράξης, ή (δ) η διοίκηση δεν έχει ασκήσει τη διακριτική της εξουσία.
παρ. 4
4. Αν η έφεση στρέφεται κατά παράλειψης οφειλόμε- νης νόμιμης ενέργειας, το Δικαστήριο κατά την επίλυση της διαφοράς, είτε ακυρώνει ολικώς ή μερικώς την πα- ράλειψη και αναπέμπει την υπόθεση στη διοίκηση για να προβεί στην οφειλόμενη ενέργεια, είτε απορρίπτει την έφεση.
παρ. 5
5. Με την απόφασή του το Δικαστήριο δεν δύναται να καταστήσει χειρότερη τη θέση του εκκαλούντος.
παρ. 6
6. Το Δικαστήριο εφαρμόζει τον κατά τον χρόνο της έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης ή της συντέλεσης της παράλειψης ισχύοντα νόμο.
παρ. 7
7. Στις διαφορές από καταλογισμούς, καθώς και από τον κανονισμό για πρώτη φορά σύνταξης, μπορεί να ζητηθεί με την έφεση και η επιδίκαση της χρηματικής αξίωσης προς αποκατάσταση της ζημίας του εκκαλού- ντος από την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη. Όταν ζητείται η καταψήφιση του ποσού της αξίωσης αυτής, επιπλέον του παραβόλου της έφεσης καταβάλλεται τέ- λος δικαστικού ενσήμου, σύμφωνα με το άρθρο 313.
Άρθρο 117
Άρθρο 117 Απαράδεκτο δεύτερης έφεσης
παρ. 1
1. Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης έφεσης από τον ίδιο διάδικο κατά της αυτής πράξης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο, ή κατά της αυτής παράλειψης.
παρ. 2
2. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης έφε- σης, όταν η πρώτη έχει απορριφθεί για οποιονδήποτε τυπικό λόγο, εκτός της εκπρόθεσμης άσκησης. Η έφεση αυτή ασκείται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της απορριπτικής απόφασης και τα αποτελέσματα της άσκησής της ανατρέχουν στον χρόνο άσκησης της πρώτης. Δεύτερη έφεση δεν δύναται να ασκηθεί, αν έχουν παρέλθει τρία (3) έτη από τη δημοσί- ευση της απορριπτικής απόφασης.
παρ. 3
3. Έφεση από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε ο εκκαλών θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21 ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΥ
Άρθρο 118
Άρθρο 118 Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση Η αίτηση καταλογισμού ασκείται από τον Γενικό Επί- τροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή, στις ειδικές περιπτώσεις που προβλέπονται στον νόμο, από το αρμόδιο όργανο της διοίκησης κατά: (α) πολιτικού ή στρατιωτικού υπαλλήλου του Κράτους, καθώς και κατά υπαλλήλου οργανισμού τοπικής αυτοδι- οίκησης ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου για κάθε ζημιά που ο υπάλληλος προκάλεσε σ’ αυτά με δόλο ή από βαριά αμέλεια, καθώς και για την αποζημίω- ση που το Κράτος, ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης
Άρθρο 119
Άρθρο 119 Στοιχεία αίτησης καταλογισμού Η αίτηση καταλογισμού πρέπει να περιέχει τα εξής στοιχεία: (α) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο και τον αριθμό φορολογικού μητρώου ή τον αριθμό δελτίου αστυνομι- κής ταυτότητας του προσώπου κατά του οποίου στρέ- φεται η αίτηση, (β) το ποσό για το οποίο ζητείται ο καταλογισμός, (γ) την ιδιότητα του προσώπου κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση, που καθιδρύει την αρμοδιότητα του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού
Άρθρο 120
Άρθρο 120 Αίτημα προς τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου για άσκηση αίτησης καταλογισμού
παρ. 1
1. Η άσκηση από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου αίτησης καταλογισμού ζητεί- ται με ειδικό αίτημα προς αυτόν από: (α) τον αρμόδιο υπουργό, (β) τον δήμαρχο ή τον περιφερειάρχη για τους οργα- νισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, (γ) το όργανο που κατά νόμο διοικεί ή εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
παρ. 2
2. Αν το όργανο που αιτείται την άσκηση αίτησης κα- ταλογισμού κατά την παρ. 1 δεν αποστέλλει μαζί με το αίτημά του τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 119, ο διοικητικός φάκελος επιστρέφεται και δύναται να επανυποβληθεί μετά τη συμπλήρωσή του.
παρ. 3
3. Εφόσον τα υποχρεωτικά κατά το άρθρο 119 στοιχεία έχουν αποσταλεί, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου δικαιούται να ζητεί από το όργανο που αιτείται τον καταλογισμό κάθε άλλο ανα- γκαίο κατά την κρίση του για τη βασιμότητα της αίτησης καταλογισμού στοιχείο. Το αίτημα του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου εκτελείται αμελλητί από το όργανο που αιτείται τον καταλογισμό.
Άρθρο 121
Άρθρο 121 Ζημιά που αναδεικνύεται στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας Εφόσον η ζημία σε βάρος του Κράτους, οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλου νομικού προσώπου δη- μοσίου δικαίου αναδεικνύεται στο πλαίσιο ποινικής ή άλλης δικαστικής διαδικασίας και δεν εγείρεται ζήτημα παραγραφής της αξίωσης, το αίτημα προς τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου για την άσκηση αίτησης καταλογισμού δεν υποβάλλεται και τα σχετικά στοιχεία του φακέλου δεν αποστέλλονται πριν από την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, με την οποία το Δικαστήριο αποφαίνεται για τη ζημία, το φυσικό πρόσωπο που την προκάλεσε και τις ενέργειές του που αιτιωδώς συνέβαλαν στην πρόκλησή της.
Άρθρο 122
Άρθρο 122 Διακοπή παραγραφής Η άσκηση της αίτησης καταλογισμού διακόπτει την παραγραφή της αξίωσης.
Άρθρο 123
Άρθρο 123 Δεύτερη αίτηση καταλογισμού Δεύτερη αίτηση καταλογισμού ασκείται παραδεκτώς εφόσον η πρώτη απορρίφθηκε τελεσιδίκως για τυπικούς λόγους. Αν η αίτηση ασκηθεί εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την περιέλευση της τελεσίδικης από- φασης στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελε- γκτικού Συνεδρίου, τα αποτελέσματα της άσκησής της ανατρέχουν στον χρόνο άσκησης της πρώτης.
Άρθρο 124
Άρθρο 124 Κατάθεση αίτησης καταλογισμού Η αίτηση καταλογισμού κατατίθεται στην αρμόδια γραμματεία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 55. Ακολούθως, η αίτηση καταλογισμού κοινοποιείται, με επιμέλεια της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατεί- ας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση, καθώς και στο διοικητικό όργανο που ζήτησε τον καταλογισμό. Οι κατά τόπο υπηρεσίες του Ελεγκτικού Συνεδρίου και οι αστυ- νομικές αρχές υποχρεούνται σε κάθε περίπτωση να μεριμνούν για την κοινοποίησή της κατά τα προανα- φερόμενα, σε εκτέλεση της εντολής και των σχετικών οδηγιών του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Άρθρο 125
Άρθρο 125 Διοικητικός φάκελος
παρ. 1
1. Μετά την άσκηση της αίτησης καταλογισμού, ο φά- κελος που περιέχει τα στοιχεία στα οποία στηρίζεται η αίτηση καταλογισμού περιέρχεται στο Τμήμα, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αίτηση.
παρ. 2
2. Στο πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση καταλογισμού παρέχονται από τη γραμματεία του Δι- καστηρίου, κατόπιν αιτήματός του το οποίο εγκρίνεται από τον Πρόεδρό του, αντίγραφα εκείνων των στοιχεί- ων του φακέλου που είναι αναγκαία για την άμυνά του, με μέριμνα να μην κοινοποιούνται σ’ αυτόν δεδομένα προσωπικής κατάστασης τρίτων που δεν σχετίζονται με την υπόθεση.
Άρθρο 126
Άρθρο 126 Επίσπευση εκδίκασης Το πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση καταλογισμού μπορεί να ζητήσει από τον Πρόεδρο του αρμόδιου Τμήματος την επίσπευση εκδίκασης της υπόθεσής του. Το ίδιο αίτημα μπορεί να υποβάλει και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνε- δρίου, εφόσον κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι προστασίας του γενικού συμφέροντος, το οποίο εκπροσωπεί.
Άρθρο 127
Άρθρο 127 Αντιρρήσεις
παρ. 1
1. Το πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση καταλογισμού καταθέτει τις γραπτές αντιρρήσεις του στη γραμματεία του Δικαστηρίου σε προθεσμία δέκα (10) ημερών πριν από τη δικάσιμο.
παρ. 2
2. Το πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση καταλογισμού κοινοποιεί τις αντιρρήσεις στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου την ίδια ημέρα της κατάθεσής τους στη γραμματεία του Δι- καστηρίου.
Άρθρο 128
Άρθρο 128 Συμπλήρωση αποδείξεων Το Δικαστήριο, όταν πιθανολογεί μεν τη βασιμότη- τα της αίτησης αλλά δεν είναι σε θέση να σχηματίσει πλήρη δικαστική πεποίθηση, διατάσσει αποδείξεις για τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, ζητώντας στοιχεία από τον αιτούντα ή κάθε δημόσια αρχή ή τρίτους, ή καλώντας φυσικά πρόσωπα ως μάρτυρες και γενικά δι- ατάσσοντας κάθε πρόσφορη ενέργεια για την απόδειξη της αλήθειας.
Άρθρο 129
Άρθρο 129 Εφαρμογή διατάξεων
παρ. 1
1. Η παρ. 3 του άρθρου 81 εφαρμόζεται και στην αί- τηση καταλογισμού.
παρ. 2
2. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρό- ντος για την έφεση. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22 ΑΓΩΓΗ
Άρθρο 130
Άρθρο 130 Ενεργητική νομιμοποίηση
παρ. 1
1. Αγωγή μπορεί να ασκήσει εκείνος ο οποίος έχει κατά του Δημοσίου ή οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου χρηματι- κή αξίωση από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, στο πλαίσιο: (α) του ελέγχου των λογαριασμών των δημόσιων υπο- λόγων και των υπόχρεων σε δημόσια λογοδοσία, (β) της απονομής των συντάξεων κατά την έννοια της περ. στ’ της παρ. 1 του άρθρου 98 του Συντάγματος και της εκτέλεσης των σχετικών συνταξιοδοτικών πράξεων ή αποφάσεων ή την πληρωμή των συντάξεων γενικά, (γ) της αστικής ευθύνης των πολιτικών ή στρατιωτι- κών δημόσιων υπαλλήλων, καθώς και των υπαλλήλων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
παρ. 2
2. Σε άσκηση της αγωγής που προβλέπεται στην παρ. 1 αγωγής νομιμοποιούνται και οι καθολικοί ή ειδικοί διά- δοχοι.
παρ. 3
3. Αγωγή μπορούν να ασκήσουν και οι δανειστές των δικαιούχων που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, εφόσον αυτοί δεν την ασκούν (πλαγιαστική αγωγή), εκτός αν πρόκειται για προσωποπαγείς αξιώσεις.
Άρθρο 131
Άρθρο 131 Παθητική νομιμοποίηση Η αγωγή ασκείται κατά του Δημοσίου ή του οργανι- σμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλου νομικού προσώ- που δημοσίου δικαίου που είναι υπόχρεα προς ικανο- ποίηση της αξίωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 130.
Άρθρο 132
Άρθρο 132 Στοιχεία δικογράφου
παρ. 1
1. Το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 59, πρέπει να περιέχει και: (α) καθορισμό της έννομης σχέσης από την οποία απορρέει η αξίωση, (β) σαφή έκθεση των πραγματικών περιστατικών, κα- θώς και τους λόγους που θεμελιώνουν κατά νόμο την αξίωση και δικαιολογούν την άσκηση της αγωγής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, (γ) σαφώς καθορισμένο αίτημα.
παρ. 2
2. Αίτημα της αγωγής μπορεί να είναι: (α) η καταψήφιση της αξιούμενης παροχής, ή (β) η αναγνώριση της αντίστοιχης αξίωσης.
Άρθρο 133
Άρθρο 133 Απαγόρευση αιρέσεων Άσκηση αγωγής υπό αίρεση δεν επιτρέπεται.
Άρθρο 134
Άρθρο 134 Κύριες και επικουρικές βάσεις Η αγωγή μπορεί να έχει, εκτός από την κύρια, και μία ή περισσότερες επικουρικές πραγματικές ή νομικές βάσεις.
Άρθρο 135
Άρθρο 135 Συνέπειες κατάθεσης και επίδοσης
παρ. 1
1. Η εκκρεμοδικία αρχίζει με την κατάθεση της αγωγής και λήγει με τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης ή την κατάργηση της δίκης.
παρ. 2
2. Τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο έννομα αποτελέσματα της άσκησης της αγωγής επέρχονται ως προς τον εναγό- μενο από την επίδοσή της σε αυτόν από τον ενάγοντα. Η παραγραφή, η οποία σύμφωνα με το προηγούμενο εδά- φιο διακόπηκε, αρχίζει πάλι μόνον από την τελεσιδικία της απόφασης ή την κατάργηση της δίκης.
Άρθρο 136
Άρθρο 136 Μεταβολή αιτήματος
παρ. 1
1. Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής είναι απαράδεκτη. Με το υπόμνημα που κατατίθεται σύμφω- να με όσα ορίζονται στο άρθρο 62, ο ενάγων μπορεί να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η ιστορική βάση της αγωγής.
παρ. 2
2. Μεταβολή του αιτήματος της αγωγής είναι απαρά- δεκτη. Κατ’ εξαίρεση, ο ενάγων μπορεί, έως το τέλος της πρώτης συζήτησης, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να το μετατρέψει από καταψηφιστικό σε αναγνωριστι- κό ή από αναγνωριστικό σε καταψηφιστικό.
Άρθρο 137
Άρθρο 137 Πρόσθετοι λόγοι
παρ. 1
1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 136, πρόσθετοι λόγοι αγωγής επιτρέπεται να υποβληθούν με ξεχωριστό δικό- γραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρί- ου δεκαπέντε (15) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση με σημείωση πάνω σε αυτό πράξης κατάθεσης.
παρ. 2
2. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λό- γων επιδίδεται με ποινή απαραδέκτου δεκαπέντε (15) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση με επιμέλεια του ενάγοντος στον εναγόμενο και σε εκείνον που ήδη έχει ασκήσει παρέμβαση.
Άρθρο 138
Άρθρο 138 Παρεμπίπτουσα αγωγή
παρ. 1
1. Με παρεμπίπτουσα αγωγή είναι δυνατόν να ζητη- θούν: (α) το παρεπόμενο του κύριου αντικειμένου της δίκης, ή (β) συμπληρωματική της αρχικής παροχή αν μετά την άσκηση της αγωγής διευρύνθηκε κατά οποιονδήποτε τρόπο η αρχική αξίωση του ενάγοντος.
παρ. 2
2. Ως προς την άσκηση της παρεμπίπτουσας αγωγής εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την άσκηση παρέμβασης.
Άρθρο 139
Άρθρο 139 Αυτοτέλεια αγωγής Με την εξαίρεση των υποθέσεων της παρ. 7 του άρ- θρου 116, αγωγή για αξίωση που θεμελιώνεται στο πα- ράνομο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης δεν είναι απαράδεκτη, αν κατά της πράξης ή της παρά- λειψης αυτής δεν ασκήθηκε έφεση.
Άρθρο 140
Άρθρο 140 Εξουσία του Δικαστηρίου
παρ. 1
1. Το Δικαστήριο κατά την επίλυση της διαφοράς είτε δέχεται την αγωγή, εν όλω ή εν μέρει, και, ανάλογα με το αίτημά της, επιδικάζει την παροχή ή απλώς αναγνωρίζει τη σχετική αξίωση, είτε απορρίπτει την αγωγή.
παρ. 2
2. Με την επιφύλαξη των οριζομένων σε ειδικές δια- τάξεις, αν αντικείμενο αμφισβήτησης μεταξύ των με- ρών είναι το παράνομο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης, το Δικαστήριο, εφόσον δεν υπάρχει δε- δικασμένο, κρίνει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της πράξης ή της παράλειψης αυτής.
Άρθρο 141
Άρθρο 141 Απαγόρευση άσκησης δεύτερης αγωγής
παρ. 1
1. Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης αγωγής με το αυτό αντικείμενο από τον ίδιο ενάγοντα.
παρ. 2
2. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης αγωγής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς. Η αγωγή αυτή ασκείται εντός προ- θεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης, και τα αποτελέσματα της άσκη- σής της ανατρέχουν στον χρόνο άσκησης της πρώτης. Δεύτερη αγωγή δεν δύναται να ασκηθεί αν έχουν πα- ρέλθει τρία (3) έτη από τη δημοσίευση της απορριπτικής απόφασης.
παρ. 3
3. Αγωγή από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε ο ενάγων θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΑΝΑΚΟΠΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ
Άρθρο 142
Άρθρο 142 Προσβαλλόμενες πράξεις
παρ. 1
1. Ανακοπή εκτέλεσης ενώπιον Τμήματος του Ελεγκτι- κού Συνεδρίου χωρεί εφόσον η διαδικασία της διοικητι- κής εκτέλεσης αφορά σε απαιτήσεις που ανάγονται σε υποθέσεις (α) ελέγχου των λογαριασμών των δημόσιων υπολόγων και των υπόχρεων σε δημόσια λογοδοσία, (β) απονομής των συντάξεων κατά την έννοια της περ. στ’της παρ. 1 του άρθρου 98 του Συντάγματος και εκτέλεσης των σχετικών συνταξιοδοτικών πράξεων ή αποφάσεων ή της πληρωμής των συντάξεων γενικά, περιλαμβανομέ- νων και εκείνων που αφορούν σε καταλογισμό σύνταξης που εισπράχθηκε αχρεωστήτως και (γ) αστικής ευθύνης των πολιτικών ή στρατιωτικών υπαλλήλων, καθώς και των υπαλλήλων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
παρ. 2
2. Η ανακοπή εκτέλεσης ασκείται ιδίως κατά: (α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, (β) της κατασχετήριας έκθεσης, (γ) του προγράμματος πλειστηριασμού, (δ) της έκθεσης πλειστηριασμού, (ε) του πίνακα κατάταξης.
παρ. 3
3. Ανακοπή εκτέλεσης, επίσης, χωρεί κατά: (α) της αρνητικής δήλωσης νομικού προσώπου δημο- σίου δικαίου ως τρίτου, σύμφωνα με το άρθρο 34 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974, Α’90), εφόσον και η υποχρέωση του τρίτου είναι δημο- σίου δικαίου, (β) της δήλωσης του προϊσταμένου της αρμόδιας οικο- νομικής υπηρεσίας για την ύπαρξη απαίτησης δημοσίου δικαίου ή προνομίου του Δημοσίου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 62 του ιδίου Κώδικα.
παρ. 4
4. Με το ένδικο βοήθημα της ανακοπής εκτέλεσης δεν θεωρούνται ως συμπροσβαλλόμενες οι μεταγενέστε- ρες και συναφείς προς την προσβαλλόμενη, πράξεις ή παραλείψεις, έστω και αν έχουν εκδοθεί ή συντελεστεί αντιστοίχως έως την πρώτη συζήτηση της ανακοπής.
παρ. 5
5. Η ανακοπή για την ακύρωση πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού ακινήτου είναι απαράδεκτη, αν δεν εγγραφεί στο βιβλίο διεκδικήσεων της περιφέ- ρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεσή της. Σε αυτή την περίπτωση επιτρέπεται νέα ανακοπή μέσα στην προθεσμία του άρθρου 144.
Άρθρο 143
Άρθρο 143 Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση
παρ. 1
1. Προς άσκηση ανακοπής εκτέλεσης νομιμοποιείται εκείνος που έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον ή στον οποίο αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα από ειδική διάταξη νόμου.
παρ. 2
2. Η ανακοπή εκτέλεσης στρέφεται όταν: (α) η εκτέλεση επισπεύδεται από την αρμόδια οικονο- μική υπηρεσία του Δημοσίου, κατά του Δημοσίου, (β) η εκτέλεση επισπεύδεται από την αρμόδια οικονο- μική υπηρεσία του Δημοσίου, αλλά για την ικανοποίηση απαίτησης άλλου νομικού προσώπου, κατά του Δημο- σίου και κατά του δικαιούχου της απαίτησης νομικού προσώπου, (γ) η εκτέλεση επισπεύδεται από την οικονομική υπη- ρεσία οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλου νο- μικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπέρ των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δη-
παρ. 3
3. Η ανακοπή, όταν στρέφεται κατά της έκθεσης πλειστηριασμού, κοινοποιείται με ποινή απαραδέκτου στον αρμόδιο υπάλληλο του πλειστηριασμού και στον υπερθεματιστή. Όταν στρέφεται κατά του πίνακα κα- τάταξης, κοινοποιείται με ποινή απαραδέκτου στους αναγγελθέντες δανειστές και στον αρμόδιο υπάλληλο του πλειστηριασμού.
Άρθρο 144
Άρθρο 144 Προθεσμία
παρ. 1
1. Η ανακοπή εκτέλεσης ασκείται μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών η οποία αρχίζει: (α) στις περ. α’, β’ και δ’της παρ. 2 του άρθρου 142, από την επίδοση, αλλιώς από την πλήρη γνώση της πράξης ταμειακής βεβαίωσης, της κατασχετήριας έκθεσης και της έκθεσης πλειστηριασμού, αντιστοίχως, (β) στην περ. ε’ της παρ. 2 του άρθρου 142, από την επίδοση της γραπτής πρόσκλησης του αρμόδιου για τον πλειστηριασμό υπαλλήλου προς τους δανειστές για να λάβουν γνώση του πίνακα κατάταξης, (γ) στην περ. α’της παρ. 3 του άρθρου 142, από την επίδοση της δήλωσης του τρίτου ή την περιέλευση της
παρ. 2
2. Στην περ. γ’ της παρ. 2 του άρθρου 142, η ανακοπή ασκείται μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών, η οποία αρχίζει από την επίδοση του προγράμματος πλειστη- ριασμού.
παρ. 3
3. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ασκηθεί ανα- κοπή εκτέλεσης αν έχουν περάσει έξι (6) μήνες από τη διενέργεια του πλειστηριασμού.
Άρθρο 145
Άρθρο 145 Περιεχόμενο Το δικόγραφο της ανακοπής εκτέλεσης, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου, πρέπει να μνημονεύει με ακρίβεια την προσβαλλόμενη πράξη και τον εκδότη της. Επίσης, πρέπει να περιέχει σαφείς και συγκεκριμένους λόγους, καθώς και σχετικό αίτημα.
Άρθρο 146
Άρθρο 146 Πρόσθετοι λόγοι
παρ. 1
1. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής εκτέλεσης επιτρέπεται να υποβληθούν με ξεχωριστό δικόγραφο, που κατατί- θεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου δεκαπέντε (15) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με σημείωση πάνω σε αυτό πράξης κατάθεσης.
παρ. 2
2. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται με ποινή απαραδέκτου, δεκαπέντε (15) πλή- ρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με επιμέλεια του ανακόπτοντος, σε εκείνους κατά των οποίων στρέφεται η ανακοπή εκτέλεσης.
Άρθρο 147
Άρθρο 147 Ομοδικία, συνάφεια, σώρευση και συνεκδίκαση
παρ. 1
1. Ως προς την ομοδικία, τη συνάφεια και τη συνεκ- δίκαση εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 45 έως 51, 56, 57 και 92.
παρ. 2
2. Περισσότερα ένδικα βοηθήματα κατά πράξεων που έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο της ίδιας διοικητικής εκτέ- λεσης, ή ένδικα μέσα κατά των σχετικών αποφάσεων, μπορεί να σωρευθούν, κυρίως ή επικουρικώς, στο ίδιο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο.
παρ. 3
3. Η ανακοπή εκτέλεσης κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης μπορεί να σωρευθεί, κυρίως ή επικουρικώς, στο ίδιο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο με την κατά το άρθρο 111 έφεση κατά της πράξης που συνιστά τον τίτλο, με βάση τον οποίο έγινε η βεβαίωση. Στην περί- πτωση αυτή, εφόσον η έφεση ασκείται εμπροθέσμως, λογίζεται πάντοτε εμπρόθεσμη και η ανακοπή.
Άρθρο 148
Άρθρο 148 Συζήτηση
παρ. 1
1. Η ανακοπή εκτέλεσης εκδικάζεται από το αρμόδιο Τμήμα.
παρ. 2
2. Σε περίπτωση ανακοπής κατά προγράμματος πλει- στηριασμού ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, ή ο από αυτόν οριζόμενος δικαστής, ορίζει αμέσως δικάσιμο, η οποία πρέπει να απέχει δύο (2) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες από τη διενέργεια του πλειστηριασμού. Αντίγραφο του δικογράφου που κατατέθηκε, μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου, επιδίδεται με τη φροντίδα του ανακόπτοντος στα πρόσωπα κατά των οποίων στρέφεται η ανακοπή μέσα σε προθεσμία που ορίζεται από το Δικαστήριο και η οποία δεν επιτρέπεται να απέχει λιγότερο από μία (1) πλήρη ημέρα από τη δικάσιμο. Στην περίπτωση αυτή δεν χωρούν πρόσθετοι λόγοι.
Άρθρο 149
Άρθρο 149 Παρέμβαση
παρ. 1
1. Εκείνοι στους οποίους κοινοποιείται η ανακοπή εκτέ- λεσης σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 143 μπορούν να ασκήσουν πρόσθετη παρέμβαση προς υποστήριξη του διαδίκου υπέρ του οποίου έχουν έννομο συμφέρον να αποβεί η δίκη.
παρ. 2
2. Η παρέμβαση ασκείται με προφορική δήλωση στο ακροατήριο.
Άρθρο 150
Άρθρο 150 Εξουσία του Δικαστηρίου
παρ. 1
1. Το Δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά τον νόμον και την ουσία στα όρια της ανακοπής εκτέλεσης, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της.
παρ. 2
2. Κατ’ εξαίρεση, ο κατά τον νόμον έλεγχος της προ- σβαλλόμενης πράξης χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινό- μενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί αν: (α) η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο, ή (β) υπάρχει παραβίαση δεδικασμένου.
παρ. 3
3. Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης.
παρ. 4
4. Στην περίπτωση της ανακοπής κατά ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος, κατά τον νόμον και την ουσία, του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ’ αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του, κατά τον νόμον και την ουσία, ή δεν υφίσταται σχετικώς δε- δικασμένο.
παρ. 5
5. Ισχυρισμοί που αφορούν στην απόσβεση της απαί- τησης για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση μπορεί να προβάλλονται με την ευκαιρία άσκη- σης ανακοπής εκτέλεσης κατά της ταμειακής βεβαίωσης ή οποιασδήποτε πράξης της εκτέλεσης, πρέπει δε να αποδεικνύονται αμέσως.
Άρθρο 151
Άρθρο 151 Απόφαση Το Δικαστήριο, αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην τροπο- ποίησή της. Σε διαφορετική περίπτωση, προβαίνει στην απόρριψη της ανακοπής εκτέλεσης.
Άρθρο 152
Άρθρο 152 Ένδικα μέσα
παρ. 1
1. Οι αποφάσεις που εκδίδονται επί ανακοπής εκτέλε- σης υπόκεινται στα ένδικα μέσα της αίτησης αναίρεσης, της αίτησης αναθεώρησης, της αίτησης διόρθωσης ή ερμηνείας, της ανακοπής ερημοδικίας και της τριτανα- κοπής, όπου εφαρμόζονται αναλόγως τα Κεφάλαια 26 έως 31.
παρ. 2
2. Η προθεσμία για την άσκηση των ένδικων μέσων είναι τριάντα (30) ημέρες, εκτός αν πρόκειται για απόφα- ση που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση ανακοπής κατά προγράμματος πλειστηριασμού, οπότε η προθεσμία είναι δέκα (10) ημέρες.
παρ. 3
3. Δικαίωμα άσκησης ένδικων μέσων κατά της απόφα- σης επί της ανακοπής εκτέλεσης έχει σε κάθε περίπτωση και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Άρθρο 153
Άρθρο 153 Λήψη μέτρων
παρ. 1
1. Το αρμόδιο Τμήμα, ύστερα από προηγούμενη αί- τηση, αποφαίνεται για κάθε αμφισβήτηση που αφορά: (α) στον ορισμό ή την αντικατάσταση μεσεγγυούχου ή φύλακα και εν γένει τη μεσεγγύηση ή τη φύλαξη κινητών ή ακινήτων, ή (β) στην εκκαθάριση ή τον προσδιορισμό των εξόδων και των δικαιωμάτων της εκτέλεσης.
παρ. 2
2. Προς υποβολή της αίτησης νομιμοποιείται ο οφει- λέτης, το Δημόσιο, το νομικό πρόσωπο που επισπεύδει την εκτέλεση, καθώς και κάθε τρίτος που έχει έννομο συμφέρον προς τούτο.
παρ. 3
3. Ως προς την προδικασία και την κύρια διαδικασία εφαρμόζεται αναλόγως το Κεφάλαιο 18.
παρ. 4
4. Κατά την εκδίκαση της αίτησης, ως προς την αξι- ολόγηση των προβαλλόμενων ισχυρισμών, αρκεί η πι- θανολόγηση.
παρ. 5
5. Ειδικά στην περ. β’ της παρ. 1, η αίτηση υποβάλλε- ται, μαζί με σχετικό πίνακα τον οποίο συντάσσει ο δι- καιούχος, στον προϊστάμενο της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας που επισπεύδει την εκτέλεση. Ο τελευταίος διατυπώνει εγγράφως τις παρατηρήσεις του ως προς τη νομιμότητα και την ακρίβεια των κονδυλίων, και διαβι- βάζει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, το σχετικό έγγραφο στο Δικαστήριο, συγχρόνως δε το κοινοποιεί μαζί με αντίγραφο του πίνακα στον οφειλέτη. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24 ΔΙΚΑΙΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ
Άρθρο 154
Άρθρο 154 Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση
παρ. 1
1. Οποιοσδήποτε από τους διαδίκους, εκτός από τους κυβερνητικούς οργανισμούς κατά την έννοια του άρ- θρου 34 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που έλαβε μέρος σε δίκη ενώπιον του Ελε- γκτικού Συνεδρίου, μπορεί να ζητήσει με αίτησή του δί- καιη ικανοποίηση, προβάλλοντας ότι η διαδικασία για την εκδίκαση της υπόθεσης διήρκεσε πέραν του εύλογου χρόνου που απαιτείται για τη διάγνωση των πραγματι- κών και νομικών ζητημάτων που ανέκυψαν στη δίκη.
παρ. 2
2. Η αίτηση στρέφεται κατά του Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών.
Άρθρο 155
Άρθρο 155 Προθεσμία Η αίτηση ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας εντός προ- θεσμίας έξι (6) μηνών. Η προθεσμία αυτή αρχίζει από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου που εκδόθηκε μετά τη δίκη για την οποία ο αιτών παρα- πονείται ότι υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειάς της.
Άρθρο 156
Άρθρο 156 Άσκηση
παρ. 1
1. Η αίτηση κατατίθεται στην αρμόδια γραμματεία του Δικαστηρίου.
παρ. 2
2. Για την κατάθεση, συντάσσεται έκθεση, η οποία δι- αλαμβάνει τη χρονολογία της κατάθεσης, το ονοματε- πώνυμο του υπαλλήλου που παρέλαβε την αίτηση και εκείνου που την κατέθεσε, καθώς και τον αριθμό κατα- χώρισής της στο οικείο βιβλίο ή στο ειδικό πρωτόκολλο κατάθεσης κατά περίπτωση, υπογράφεται δε από τον υπάλληλο που την παραλαμβάνει, καθώς και από εκείνον που την καταθέτει.
παρ. 3
3. Η αίτηση υπογράφεται από δικηγόρο.
Άρθρο 157
Άρθρο 157 Περιεχόμενο
παρ. 1
1. Ο αιτών μνημονεύει στην αίτησή του το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου προβάλλει ότι υπήρξε αδικαιολό- γητη καθυστέρηση, αναφέρει τις αναβολές που δόθη- καν με πρωτοβουλία των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, περιγράφει συνοπτικά τα ανακύψαντα νομικά ή πραγ- ματικά ζητήματα και λαμβάνει θέση επί της πολυπλο- κότητάς τους.
παρ. 2
2. Ο αιτών δεν δικαιούται σε αίτησή του για υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης ενώπιον της Ολομέλειας να ζητήσει δίκαιη ικανοποίηση και για την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας δίκης ενώπιον Τμήματος.
παρ. 3
3. Η αίτηση περιέχει το όνομα και τη διεύθυνση κα- τοικίας εκείνου που την ασκεί, χρονολογία, υπογραφή, καθώς και την ηλεκτρονική διεύθυνση ή τον αριθμό τη- λεφώνου του αιτούντος ή του πληρεξούσιου δικηγόρου του.
Άρθρο 158
Άρθρο 158 Προδικασία
παρ. 1
1. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου που εξέδωσε την από- φαση επί της υπόθεσης για την οποία ζητείται δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας αυτής, ορίζει με πράξη του Σύμβουλο ή Πάρεδρο για την εκδίκασή της.
παρ. 2
2. Με την πράξη της παρ. 1, η οποία κοινοποιείται στον δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση, και, μαζί με αντί- γραφο της αίτησης, στον Υπουργό Οικονομικών, ορίζεται επίσης η ημέρα συζήτησης της αίτησης σε δημόσια συ- νεδρίαση, η οποία δεν μπορεί να απέχει πέραν των πέντε (5) μηνών από την κατάθεση της αίτησης. Η κοινοποίηση αυτή γίνεται τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημερομηνία της συζήτησης.
παρ. 3
3. Η γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την οικεία απόφαση υποχρεούται να υποβάλει στον αρμόδιο δικαστή αναλυτική έκθεση για την πορεία, καθώς και τα στοιχεία της υπόθεσης δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέ- ρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης. Η έκθεση και τα ίδια ως άνω στοιχεία τίθενται στη διάθεση των διαδίκων μερών. Η αίτηση εκδικάζεται ακόμη και σε περίπτωση μη υποβολής της ανωτέρω έκθεσης.
παρ. 4
4. Αν έχει ασκηθεί αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω απόφασης και η δικογραφία έχει διαβιβαστεί στην Ολο- μέλεια, η αρμόδια γραμματεία διαβιβάζει αντίγραφα των διαδικαστικών εγγράφων στο Τμήμα ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αίτηση.
παρ. 5
5. Στην αρχή κάθε δικαστικού έτους, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ορίζει τις δικασίμους των αιτήσεων για δί- καιη ικανοποίηση και τους Συμβούλους και Παρέδρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου που μετέχουν σε κάθε δικά- σιμο.
Άρθρο 159
Άρθρο 159 Συζήτηση
παρ. 1
1. Η αίτηση εκδικάζεται από Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
παρ. 2
2. Κατά τη συζήτηση της αίτησης οι διάδικοι καλούνται με επιμέλεια της γραμματείας του Δικαστηρίου.
παρ. 3
3. Το Δημόσιο λαμβάνει θέση επί της δικονομικής συμπεριφοράς των διαδίκων και των αρμόδιων κρα- τικών αρχών κατά την εξέλιξη της δίκης, καθώς και επί της πολυπλοκότητας της υπόθεσης και επικαλείται οποιοδήποτε άλλο στοιχείο κρίνει αναγκαίο για τη δι- άγνωσή της.
Άρθρο 160
Άρθρο 160 Απόφαση
παρ. 1
1. Το Δικαστήριο αποφαίνεται αν συντρέχει υπέρβα- ση της εύλογης διάρκειας της δίκης για τη διάρκεια της οποίας διατυπώνεται παράπονο ότι υπερέβη τον εύλογο χρόνο, συνεκτιμώντας ιδίως: (α) την καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, (β) την πολυπλοκότητα των τιθέμενων πραγματικών και νομικών ζητημάτων, (γ) τη στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και (δ) το διακύβευμα της υπόθεσης για τον αιτούντα.
παρ. 2
2. Όταν διαπιστώνεται ότι συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, το Δικαστήριο αποφαί- νεται αν πρέπει να καταβληθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση. Σε καταφατική περίπτωση, το Δικαστήριο ορίζει το ύψος του ποσού, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως την περίοδο υπέρβασης του εύλογου χρό- νου για την εκδίκαση της υπόθεσης κατά συνεκτίμηση των κριτηρίων της παρ. 1, καθώς και την ικανοποίηση του αιτούντος από άλλα μέτρα που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία για την αποκατάσταση της βλάβης του. Τέτοια μέτρα είναι και η καταβολή από τον οφειλέτη τόκων υπερημερίας σε όλη τη διάρκεια της καθυστέ- ρησης ή η επιδίκαση υπέρ του αιτούντος αυξημένης δικαστικής δαπάνης, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 59.
παρ. 3
3. Αν γίνει δεκτή η αίτηση, επιβάλλονται στο Δημόσιο τα έξοδα του αιτούντος για τη σύνταξη της αίτησης και την παράσταση του πληρεξούσιου δικηγόρου, τα οποία δεν μπορεί να υπερβαίνουν ποσό που ορίζεται για την άσκηση και συζήτηση της παρέμβασης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, μπορεί, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, να επιβάλλεται δαπάνη υπέρ του Δημοσίου.
παρ. 4
4. Η απόφαση δημοσιεύεται εντός δύο (2) μηνών από τη συζήτηση της αίτησης και δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25 ΔΙΚΗ ΕΠΙ ΠΑΡΑΠΟΜΠΩΝ ΣΤΗΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Άρθρο 161
Άρθρο 161 Παραπομπή ζητήματος αντισυνταγματικότητας τυπικού νόμου
παρ. 1
1. Όταν Τμήμα του Δικαστηρίου κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική, παραπέμπει υποχρεωτικά το ζήτημα στην Ολομέλεια, εκτός αν αυτό έχει κριθεί με προηγούμενη απόφασή της ή του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου. Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου γνωμοδοτεί για το παραπεμπόμε- νο ζήτημα πριν από την οικεία δικάσιμο της Ολομέλειας.
παρ. 2
2. Στη δίκη ενώπιον της Ολομέλειας μπορεί να ασκηθεί η ειδική παρέμβαση που προβλέπεται στο άρθρο 178.
Άρθρο 162
Άρθρο 162 Προδικαστικό ερώτημα
παρ. 1
1. Τμήμα του Δικαστηρίου, όταν επιλαμβάνεται υπό- θεσης στην οποία ανακύπτει ζήτημα γενικότερου εν- διαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων ή κρίνει ότι διάταξη τυπικού νόμου αντί- κειται σε διάταξη υπέρτερης τυπικής ισχύος, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση της Ολομέλειας, μπορεί, με απόφασή του που δεν υπό- κειται σε ένδικα μέσα, να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στην Ολομέλεια. Οι παρ. 4 και 6 του άρθρου 163 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή. Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου γνωμοδοτεί για το υποβαλλόμενο προδικαστικό ερώτη- μα πριν από την οικεία δικάσιμο της Ολομέλειας.
παρ. 2
2. Η απόφαση της Ολομέλειας είναι υποχρεωτική για το Τμήμα που υπέβαλε το ερώτημα και δεσμεύει τους παρεμβάντες ενώπιον της Ολομέλειας.
Άρθρο 163
Άρθρο 163 Πρότυπη δίκη
παρ. 1
1. Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε Τμήματος μπορεί, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων ή του Γενικού Επιτρόπου της Επι- κρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, να εισαχθεί για εκδίκαση ενώπιον της Ολομέλειας με πράξη τριμελούς επιτροπής όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Η τριμελής επιτροπή αποτελείται από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, τον αρχαιότερο αντιπρόεδρο και τον πρόεδρο του Τμήματος, στο οποίο εκκρεμεί το ένδικο βοήθημα ή μέσο. Όταν το ένδικο βοήθημα ή μέσο εκκρεμεί στο Τμήμα όπου προεδρεύει ο αρχαιότερος αντιπρόεδρος, συμμετέχει στην επιτροπή, ως μέλος της, ο δεύτερος κατά την αρχαιότητα αντιπρόεδρος.
παρ. 2
2. Αν το αίτημα υποβάλλεται από διάδικο, υπογράφε- ται επί ποινή απαραδέκτου από δικηγόρο και συνοδεύ- εται από παράβολο ύψους εκατό (100) ευρώ, το οποίο καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου σε περίπτωση απόρρι- ψης του αιτήματος. Το ύψος του παραβόλου μπορεί να αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
παρ. 3
3. Το αίτημα κοινοποιείται στους λοιπούς διαδίκους ή στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά περίπτωση, ανάλογα με το ποιος υπέ- βαλε το αίτημα σύμφωνα με την παρ. 1. Οι τελευταίοι δύνανται να καταθέτουν υπομνήματα ενώπιον της τρι- μελούς επιτροπής.
παρ. 4
4. Η πράξη της τριμελούς επιτροπής που εκδίδεται επί του αιτήματος δημοσιεύεται σε δύο εφημερίδες των Αθηνών και συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα, τόσο εκείνων που δεν έχουν συζητηθεί όσο και εκείνων που έχουν. Η αναστολή δεν καταλαμβάνει την προσωρινή δικαστική προστασία.
παρ. 5
5. Μετά την έκδοση της πράξης της τριμελούς επιτρο- πής για την εισαγωγή της υπόθεσης στην Ολομέλεια δεν επιτρέπεται παραίτηση από το υποβληθέν αίτημα.
παρ. 6
6. Στη δίκη δικαιούται να παρέμβει κάθε διάδικος σε εκκρεμή δίκη, στην οποία τίθεται το ζήτημα αυτό. Για την παρέμβαση της παρούσας δεν καταλογίζεται δικαστική δαπάνη και η μη άσκησή της δεν δημιουργεί δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας ή τριτανακοπής.
παρ. 7
7. Μετά την επίλυση του ζητήματος, η Ολομέλεια μπορεί να παραπέμπει το ένδικο βοήθημα ή μέσο στο αρμόδιο Τμήμα για περαιτέρω εξέταση.
παρ. 8
8. Η απόφαση της Ολομέλειας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιον αυτής δίκης, στους οποίους περιλαμβάνο- νται και οι παρεμβάντες.
Άρθρο 164
Άρθρο 164 Απόφαση Ολομέλειας Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο παρόν Κεφά- λαιο, η Ολομέλεια συγκροτείται σε δικαστικό σχηματι- σμό, συνέρχεται σε μείζονα σύνθεση και αποφαίνεται οριστικά. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26 ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ
Άρθρο 165
Άρθρο 165 Προσβαλλόμενες αποφάσεις Το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων των Τμημάτων του Δικαστηρίου.
Άρθρο 166
Άρθρο 166 Ποιοι ασκούν αίτηση αναίρεσης
παρ. 1
1. Η αίτηση αναίρεσης ασκείται από οποιονδήποτε μετείχε στη δίκη ενώπιον του Τμήματος και ηττήθηκε. Δικαίωμα να ασκήσει αίτηση αναίρεσης έχει και ο διάδι- κος που νίκησε, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, καθώς και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελε- γκτικού Συνεδρίου.
παρ. 2
2. Η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά των διαδίκων της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Άρθρο 167
Άρθρο 167 Προθεσμία
παρ. 1
1. Η αίτηση αναίρεσης ασκείται μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών, η οποία εκκινεί για το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και για όσα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούνται από εθνικούς ή ενωσιακούς πόρους από την περιέλευ- ση της προσβαλλόμενης απόφασης σε αυτά. Το ίδιο ισχύει και για τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Για τον ιδιώτη διάδικο η προθε- σμία αυτή εκκινεί από την επίδοση ή την περιέλευση με οποιονδήποτε τρόπο σε αυτόν ή την αποδεδειγμένα πλήρη γνώση από αυτόν της προσβαλλόμενης από- φασης. Αν ο έχων έννομο συμφέρον για την άσκηση αίτησης αναίρεσης διαμένει στην αλλοδαπή, η προθε- σμία ορίζεται σε ενενήντα (90) ημέρες.
παρ. 2
2. Αν δεν επιδόθηκε η απόφαση, η προθεσμία της αί- τησης αναίρεσης είναι τρία (3) έτη, αρχόμενη από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Άρθρο 168
Άρθρο 168 Δεύτερη αίτηση αναίρεσης Δεύτερη αίτηση αναίρεσης από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης ως προς το αυτό ή άλλο κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλόμενης δεν επιτρέπεται, εκτός αν η πρώτη απορρίφθηκε για τυπικό λόγο, με εξαίρεση την εκπρόθεσμη άσκηση.
Άρθρο 169
Άρθρο 169 Περιεχόμενο δικογράφου
παρ. 1
1. Το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου, και τα εξής: (α) τον αριθμό και τη χρονολογία της αναιρεσιβαλλό- μενης απόφασης, (β) τους λόγους αναίρεσης κατά τρόπο σαφή και ορι- σμένο, (γ) διορισμό αντικλήτου, όταν η αίτηση ασκείται από ιδιώτη διάδικο, (δ) σαφές και συγκεκριμένο αίτημα.
παρ. 2
2. Με την κατάθεση του δικογράφου της αίτησης αναί- ρεσης κατατίθενται και δύο (2) αντίγραφα της αναιρε- σιβαλλόμενης απόφασης σε έγχαρτη μορφή ή ως ηλε- κτρονικό έγγραφο που φέρει εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή ή εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα, με την οποία επικυρώνεται η απόφαση.
Άρθρο 170
Άρθρο 170 Λόγοι αναίρεσης Αναίρεση επιτρέπεται για: (α) υπέρβαση δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που εξέ- δωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, (β) μη νόμιμη συγκρότηση ή κακή σύνθεσή του, (γ) παραβίαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, (δ) εσφαλμένη ερμηνεία ή πλημμελή εφαρμογή του νόμου, (ε) παράβαση του δεδικασμένου, (στ) έλλειψη νόμιμης βάσης ή αναιτιολόγητο, (ζ) παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου.
Άρθρο 171
Άρθρο 171 Πρόσθετοι λόγοι
παρ. 1
1. Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης που έχουν προσβληθεί ήδη με την αίτηση αναίρεσης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται με δικόγρα- φο που κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου, δεκαπέντε (15) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, για την κατάθεση του οποίου συντάσ- σεται έκθεση.
παρ. 2
2. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο δεκαπέντε (15) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση με ποινή απαραδέκτου.
Άρθρο 172
Άρθρο 172 Απαράδεκτο λόγων αναίρεσης
παρ. 1
1. Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Τμήμα, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Τμήμα ή για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή αφορά σε ζήτημα που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Τμήμα.
παρ. 2
2. Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα που προκλήθη- κε από ενέργειες του αναιρεσείοντος ή προσώπων που ενεργούν στο όνομά του.
παρ. 3
3. Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του Δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτόν προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκεί- νο κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.
Άρθρο 173
Άρθρο 173 Λόγοι αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενοι Το Δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως λόγους αναί- ρεσης που αφορούν στη δημόσια τάξη. Τέτοιοι λόγοι είναι ιδίως αυτοί που αναφέρονται στη διάκριση των δικαιοδοσιών και το ανίσχυρο λόγω αντισυνταγματικό- τητας της εφαρμοσθείσας διάταξης νόμου.
Άρθρο 174
Άρθρο 174 Όρια αναιρετικού ελέγχου
παρ. 1
1. Η εκτίμηση από το Τμήμα των αποδεικτικών στοιχεί- ων και των πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του αναιρετικού δικαστηρίου. Επί προδικαστι- κού ερωτήματος προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή αιτήματος γνωμοδότησης προς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το αναιρετικό δικαστήριο δύναται, για την πληρότητα του ερωτήματος αυτού, να λάβει υπόψη του και στοιχεία του πραγματικού της υπόθεσης που δεν αναφέρονται στην αναιρεσιβαλ- λόμενη απόφαση, αλλά που περιλαμβάνονται στον φά- κελο της υπόθεσης, όπως αυτός είχε συγκροτηθεί κατά την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
παρ. 2
2. Στην αναιρετική δίκη δεν επιτρέπεται η προσκόμιση νέων αποδεικτικών στοιχείων.
παρ. 3
3. Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγρά- φων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσε- ων, ένδικων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσε- ων, ελέγχεται από το Δικαστήριο.
Άρθρο 175
Άρθρο 175 Αντικατάσταση αιτιολογιών Αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, το Δικαστήριο απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Άρθρο 176
Άρθρο 176 Διαδικασία μετά την αναίρεση
παρ. 1
1. Αν γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας, το Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται πλέον της υπόθεσης.
παρ. 2
2. Αν γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή του νόμου, η Ολομέ- λεια αποφασίζει περαιτέρω για την υπόθεση, εκτός αν αυτή χρήζει διερεύνησης κατά το πραγματικό της μέρος, οπότε την αναπέμπει στο αρμόδιο Τμήμα.
παρ. 3
3. Αν η απόφαση αναιρεθεί για οποιονδήποτε άλλο λόγο, η Ολομέλεια αναπέμπει την υπόθεση στο αρμό- διο Τμήμα για την εκ νέου εξέτασή της με διαφορετική σύνθεση, κατά το μέρος που η απόφαση αναιρέθηκε.
παρ. 4
4. Εφόσον αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχο- νται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από αυτή.
παρ. 5
5. Το Τμήμα το οποίο δικάζει την υπόθεση κατά παρα- πομπή από την Ολομέλεια δεν μπορεί να αποστεί από την απόφαση της Ολομέλειας, ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν με αυτή.
Άρθρο 177
Άρθρο 177 Αναίρεση υπέρ του νόμου
παρ. 1
1. Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου δύναται κατ’ εξαίρεση και μετά την παρέλευ- ση της οικείας προθεσμίας να ασκεί αίτηση αναίρεσης υπέρ του νόμου.
παρ. 2
2. Στην περίπτωση αυτή, αν γίνει δεκτή η αίτηση αναί- ρεσης, η απόφαση που αναιρεσιβάλλεται παραμένει αμετάβλητη.
Άρθρο 178
Άρθρο 178 Ειδική παρέμβαση
παρ. 1
1. Σε αναιρετική δίκη στην οποία, εν όψει των ισχυρι- σμών των διαδίκων, τίθεται ζήτημα αν διάταξη τυπικού νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα, έχουν το δικαί- ωμα να ασκήσουν παρέμβαση φυσικά ή νομικά πρόσω- πα ή ενώσεις προσώπων, τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, εφόσον το αυτό ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον άλλου δικαστικού σχηματισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην οποία είναι διάδικοι. Δικαίωμα άσκησης παρέμβασης έχει σε κάθε περίπτωση ο Υπουργός Δικαιοσύνης.
παρ. 2
2. Ο παρεμβαίνων με βάση την παρ. 1 νομιμοποιείται να προβάλλει απόψεις και επιχειρήματα που αναφέρο- νται αποκλειστικά σε ζητήματα συνταγματικότητας που έχουν τεθεί. Η εκδιδόμενη απόφαση δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τον παρεμβαίνοντα αυτόν.
παρ. 3
3. Η παρέμβαση αυτή ενώπιον της Ολομέλειας ασκεί- ται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 42.
παρ. 4
4. Για την παράσταση όσων παρεμβαίνουν με βάση το παρόν, τη νομιμοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, τα απαιτούμενα τέλη και παράβολα, καθώς και για τη δικαστική δαπάνη, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατά- ξεις των Κεφαλαίων 6, 34, 49, 50 και 51.
παρ. 5
5. Η μη άσκηση παρέμβασης κατά την παρ. 1, σε οποιονδήποτε λόγο και να οφείλεται, δεν δημιουργεί δικαίωμα ανακοπής ερημοδικίας ή τριτανακοπής. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27 ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ
Άρθρο 179
Άρθρο 179 Προσβαλλόμενες αποφάσεις Σε αναθεώρηση υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις των Τμημάτων.
Άρθρο 180
Άρθρο 180 Αρμόδιο δικαστήριο Η αίτηση αναθεώρησης ασκείται ενώπιον του Τμήμα- τος που εξέδωσε την απόφαση.
Άρθρο 181
Άρθρο 181 Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση
παρ. 1
1. Νομιμοποιούνται να ασκήσουν αίτηση αναθεώρη- σης όσοι διετέλεσαν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
παρ. 2
2. Παθητικώς νομιμοποιούνται όσοι διετέλεσαν αντίδι- κοι εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Άρθρο 182
Άρθρο 182 Νέα αίτηση Η άσκηση από το ίδιο πρόσωπο νέας αίτησης ανα- θεώρησης επιτρέπεται μόνο για λόγο που προέκυψε μεταγενεστέρως, έστω και αν αφορά στο ίδιο κεφάλαιο της απόφασης.
Άρθρο 183
Άρθρο 183 Λόγοι αναθεώρησης
παρ. 1
1. Αναθεώρηση χωρεί για τους εξής λόγους: (α) αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευ- δή κατάθεση μάρτυρα ή δήλωση διαδίκου, σε ψευδή έκθεση πραγματογνώμονα ή σε πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα, και τα περιστατικά αυτά προκύπτουν από αμε- τάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ή (β) αν μετά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης περιήλθαν σε γνώση και στην κατοχή του διαδίκου που ζητεί την αναθεώρηση κρίσιμα έγγραφα τα οποία υπήρ- χαν πριν από τη δίκη αλλά δεν γνώριζε την ύπαρξή τους ή εμποδίστηκε στην προσκόμισή τους, ή (γ) αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε από- φαση πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου, η οποία ανατράπηκε αμετακλήτως μετά την τελευταία συζήτηση.
παρ. 2
2. Επίσης, αναθεώρηση χωρεί και όταν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση πλανήθηκε πρόδηλα περί τα πράγματα, όπως ιδίως αν δεν εντόπισε σοβαρό σφάλμα που περιείχαν τα αριθμητικά δεδομένα πάνω στα οποία στήριξε την κρίση του ή αν θεώρησε ως υπαρκτό ή ανύπαρκτο γεγονός ενώ προκύπτει αναμφι- σβήτητα το αντίθετο.
Άρθρο 184
Άρθρο 184 Προθεσμία
παρ. 1
1. Αν προβάλλεται λόγος αναθεώρησης από τους ανα- φερόμενους στην παρ. 1 του άρθρου 183, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης αναθεώρησης είναι εξήντα (60) ημέρες και αρχίζει: (α) στις περ. α’ και γ’ της παρ. 1 του άρθρου 183, αφό- του καταστεί αμετάκλητη η σχετική δικαστική απόφαση, (β) στην περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 183, αφότου τα κρίσιμα έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή εκείνου που ζητεί την αναθεώρηση.
παρ. 2
2. Αν τα γεγονότα της παρ. 1 συντελέστηκαν πριν από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η προθε- σμία άσκησης της αίτησης αναθεώρησης αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
παρ. 3
3. Αν ο λόγος αναθεώρησης είναι από αυτούς που ανα- φέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 183, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης αναθεώρησης είναι εξήντα (60) ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της προσβαλλόμε- νης απόφασης.
Άρθρο 185
Άρθρο 185 Ανάλογη εφαρμογή διατάξεων Για την εκδίκαση της αίτησης αναθεώρησης εφαρ- μόζονται αναλόγως οι διατάξεις του παρόντος για την έφεση.
Άρθρο 186
Άρθρο 186 Συνέπειες αναθεώρησης
παρ. 1
1. Αν γίνει δεκτός λόγος αναθεώρησης, η προσβαλ- λόμενη απόφαση εξαφανίζεται και επακολουθεί νέα εξέταση της υπόθεσης μέσα στα όρια του λόγου αυτού.
παρ. 2
2. Η απόφαση που δέχεται την αίτηση αναθεώρησης υπόκειται στα ίδια ένδικα μέσα, στα οποία υπόκειται και η απόφαση που αναθεωρήθηκε. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28 ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Άρθρο 187
Άρθρο 187 Επιτρεπτό της διόρθωσης απόφασης
παρ. 1
1. Αν κατά τη σύνταξη και την έκδοση απόφασης πα- ρεισέφρησαν λάθη γραφικά ή λογιστικά ή προφανείς ανακρίβειες ή το διατακτικό της απόφασης διατυπώθηκε ελλιπώς ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την εξέδωσε προβαίνει στη διόρθωσή της.
παρ. 2
2. Αν τα λάθη είναι γραμματικά ή προδήλως συντακτι- κά και η διόρθωσή τους δεν μεταβάλλει το νόημα της φράσης όπου εμπεριέχονται, η διόρθωση επέρχεται με πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, την οποία προσυπογράφει και ο εισηγητής της υπόθεσης, εφόσον διατηρεί την ιδιότητα του δικαστή.
παρ. 3
3. Σε κάθε άλλη περίπτωση, το Δικαστήριο δύναται να διορθώσει απόφασή του είτε αυτεπαγγέλτως με αί- τηση του Προέδρου του είτε με αίτηση ενός από τους διαδίκους.
Άρθρο 188
Άρθρο 188 Άσκηση αίτησης διόρθωσης Η αίτηση διόρθωσης, όταν ασκείται από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, καταχωρί- ζεται ως πράξη του Προέδρου στο οικείο πρωτόκολλο του Δικαστηρίου και αντίγραφο αυτής κοινοποιείται στους διαδίκους. Όταν η αίτηση διόρθωσης ασκείται από διάδικο, κατατίθεται στην αρμόδια γραμματεία του Δικαστηρίου σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 55 του παρόντος.
Άρθρο 189
Άρθρο 189 Περιεχόμενο αίτησης διόρθωσης
παρ. 1
1. Η αίτηση διόρθωσης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου, μνεία της προσβαλλόμε- νης απόφασης και σαφή αναφορά στα λάθη των οποίων ζητείται η διόρθωση.
παρ. 2
2. Πρόσθετοι λόγοι επιτρέπεται να υποβληθούν με ξε- χωριστό δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου δεκαπέντε (15) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με σημείωση πάνω σε αυτό πράξης κατάθεσης.
παρ. 3
3. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται με ποινή απαραδέκτου, δεκαπέντε (15) πλή- ρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με επιμέλεια του αιτούντος, στους άλλους διαδίκους.
Άρθρο 190
Άρθρο 190 Προδικασία
παρ. 1
1. Οι διατάξεις του παρόντος που αφορούν στην προ- δικασία για το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα ή μέσο, το οποίο προκάλεσε την έκδοση της απόφασης, εφαρμό- ζονται αναλόγως.
παρ. 2
2. Αν ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου κρίνει ότι το λάθος που παρεισέφρησε στην απόφαση εμποδίζει την εκτέλε- σή της, ορίζει για την εκδίκαση της αίτησης διόρθωσης τη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Άρθρο 191
Άρθρο 191 Συζήτηση
παρ. 1
1. Η αίτηση συζητείται στο ακροατήριο και οι διάδικοι καλούνται με επιμέλεια της γραμματείας του Δικαστη- ρίου.
παρ. 2
2. Στη σύνθεση του Δικαστηρίου που αποφαίνεται για την αίτηση διόρθωσης μετέχει, αν είναι εφικτό, ο δικα- στής που διετέλεσε εισηγητής στην έκδοση της απόφα- σης της οποίας ζητείται η διόρθωση.
παρ. 3
3. Αν έχουν ασκήσει αίτηση διόρθωσης ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου και ο διάδικος για τη διόρθωση του ίδιου λάθους, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει την εκδίκαση μίας από τις δύο. Αν δεν αφορούν αποκλει- στικά στο ίδιο λάθος, οι αιτήσεις συνεκδικάζονται υπο- χρεωτικά.
Άρθρο 192
Άρθρο 192 Απόφαση
παρ. 1
1. Ο αριθμός της απόφασης ή της πράξης του Προέ- δρου, με την οποία έγινε η διόρθωση, σημειώνεται στο πρωτότυπο της απόφασης που διορθώνεται.
παρ. 2
2. Στα αντίγραφα ή αποσπάσματα της απόφασης που διορθώνεται, πρέπει να γίνεται μνεία της πράξης του Προέδρου ή της δικαστικής απόφασης για τη διόρ- θωση, με σημείωση του αριθμού και της ημερομηνίας έκδοσής τους.
Άρθρο 193
Άρθρο 193 Ένδικα μέσα Κατά των εκδιδόμενων αποφάσεων δύναται να ασκη- θούν τα ένδικα μέσα, τα οποία μπορούσαν να ασκηθούν κατά της απόφασης της οποίας έγινε η διόρθωση. Αν ασκηθούν, η άσκηση περιορίζεται μόνο στα κεφάλαια της απόφασης που διορθώθηκαν.
Άρθρο 194
Άρθρο 194 Διόρθωση πρακτικού
παρ. 1
1. Αν μετά τη δημοσίευση της απόφασης διαπιστωθεί ότι κατά τη σύνταξη των πρακτικών της συζήτησης στο ακροατήριο ή αποσπάσματος αυτών παρεισέφρησαν λάθη, γραφικά ή συντακτικά, ή προφανείς ανακρίβειες ή αυτά διατυπώθηκαν ελλιπώς ή ανακριβώς, επιτρέπεται η αυτεπάγγελτη διόρθωσή τους.
παρ. 2
2. Η διόρθωση επέρχεται με πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου έγινε η συζήτηση, την οποία προσυπογράφει και ο γραμματέας της έδρας. Η πράξη του Προέδρου κοινοποιείται στους διαδίκους, για την άσκηση από αυτούς των ένδικων μέσων κατά της απόφασης που στηρίχθηκε στα πρακτικά ή το απόσπα- σμα που διορθώθηκαν. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 29 ΑΙΤΗΣΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Άρθρο 195
Άρθρο 195 Ερμηνεία απόφασης
παρ. 1
1. Αν η διατύπωση απόφασης είναι ασαφής και γεννά αμφιβολίες, το δικαστήριο που την εξέδωσε δύναται, ύστερα από αίτηση ενός από τους διαδίκους, να την ερμηνεύσει.
παρ. 2
2. Η περί ερμηνείας απόφαση δεν μπορεί να μεταβάλει το διατακτικό της απόφασης που ερμηνεύεται.
Άρθρο 196
Άρθρο 196 Περιεχόμενο αίτησης ερμηνείας
παρ. 1
1. Η αίτηση ερμηνείας, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου, πρέπει ακόμη να περιέχει μνεία της προ- σβαλλόμενης απόφασης και τα αμφίβολα σημεία ή τις ασάφειες στην απόφαση αυτή, των οποίων ζητείται η ερμηνεία.
παρ. 2
2. Πρόσθετοι λόγοι επιτρέπεται να υποβληθούν με ξεχωριστό δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου δεκαπέντε (15) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με σημείωση πάνω σ’ αυτό πράξης κατάθεσης.
παρ. 3
3. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται με επιμέλεια του αιτούντος στους άλλους διαδίκους δεκαπέντε (15) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με ποινή απαραδέκτου.
Άρθρο 197
Άρθρο 197 Προδικασία
παρ. 1
1. Η αίτηση ερμηνείας κατατίθεται στην αρμόδια γραμ- ματεία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 55.
παρ. 2
2. Οι διατάξεις του παρόντος που αφορούν στην προ- δικασία για το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα ή μέσο, το οποίο προκάλεσε την έκδοση της απόφασης, εφαρμό- ζονται αναλόγως.
παρ. 3
3. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ορίζει σύντομη δικά- σιμο, αν κρίνει ότι η προβαλλόμενη ασάφεια εμποδίζει την εκτέλεση της απόφασης.
Άρθρο 198
Άρθρο 198 Συζήτηση
παρ. 1
1. Η αίτηση συζητείται στο ακροατήριο. Οι διάδικοι καλούνται στη συζήτηση με επιμέλεια της γραμματείας του Δικαστηρίου.
παρ. 2
2. Στη σύνθεση του Δικαστηρίου, αν είναι εφικτό, με- τέχουν οι δικαστές που έλαβαν την απόφαση.
Άρθρο 199
Άρθρο 199 Εφαρμογή διατάξεων Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρό- ντος που αφορούν στην αίτηση διόρθωσης. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 30 ΑΝΑΚΟΠΗ ΕΡΗΜΟΔΙΚΙΑΣ
Άρθρο 200
Άρθρο 200 Προσβαλλόμενες αποφάσεις
παρ. 1
1. Σε ανακοπή ερημοδικίας υπόκεινται οι αποφάσεις των Τμημάτων, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν πα- ραστάθηκε κατά τη συζήτηση ένδικου βοηθήματος ή μέσου, επειδή δεν κλητεύθηκε ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα, ή επειδή, αν και κλητεύθηκε νόμιμα, δεν μπόρεσε λόγω ανωτέρας βίας να παρασταθεί.
παρ. 2
2. Δεύτερη ανακοπή κατά της ίδιας απόφασης δεν επιτρέπεται.
παρ. 3
3. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την ανακοπή δεν συγχωρείται νέα ανακοπή, εκτός αν ο ανακόπτων δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή, αν και κλητεύθηκε νόμιμα, δεν μπόρεσε λόγω ανωτέρας βίας να παρασταθεί.
Άρθρο 201
Άρθρο 201 Ενεργητική νομιμοποίηση Δικαίωμα ανακοπής έχει μόνον όποιος διάδικος δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση του ένδικου βοηθήμα- τος ή μέσου επειδή δεν κλητεύθηκε ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα, ή επειδή, αν και κλητεύθηκε νόμιμα, δεν μπόρε- σε λόγω ανωτέρας βίας να παρασταθεί.
Άρθρο 202
Άρθρο 202 Προθεσμία Η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι εξήντα (60) ημέρες και αρχίζει για το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νο- μικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου από την περιέλευση της προσβαλλόμενης απόφασης σ’ αυτά. Για τον ιδιώτη διάδικο η ανωτέρω προθεσμία αρχίζει από την επίδοση σ’ αυτόν της προσβαλλόμενης απόφασης ή την πλήρη γνώση της απόφασης από αυτόν. Αν ο έχων έννομο συμφέρον για την άσκηση της ανακοπής διαμένει στην αλλοδαπή, η προθεσμία ορίζεται σε ενενήντα (90) ημέ- ρες.
Άρθρο 203
Άρθρο 203 Περιεχόμενο δικογράφου Η ανακοπή πρέπει να περιέχει τα στοιχεία κάθε δικο- γράφου και ακόμη μνεία της προσβαλλόμενης απόφα- σης, τους λόγους της ανακοπής και αίτημα.
Άρθρο 204
Άρθρο 204 Πρόσθετοι λόγοι
παρ. 1
1. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής επιτρέπεται να υπο- βληθούν με ξεχωριστό δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου δεκαπέντε (15) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με σημείωση πάνω σ’ αυτό πράξης κατάθεσης.
παρ. 2
2. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται με επιμέλεια του ανακόπτοντος σε εκείνους κατά των οποίων στρέφεται η ανακοπή δεκαπέντε (15) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με ποινή απα- ραδέκτου.
Άρθρο 205
Άρθρο 205 Εφαρμογή διατάξεων Οι διατάξεις του παρόντος που αφορούν στην προδι- κασία, τη συζήτηση και την έκδοση της απόφασης που προσβάλλεται με την ανακοπή ερημοδικίας εφαρμόζο- νται αναλόγως.
Άρθρο 206
Άρθρο 206 Συζήτηση
παρ. 1
1. Η ανακοπή εισάγεται ενώπιον του Τμήματος που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
παρ. 2
2. Η ανακοπή συζητείται στο ακροατήριο με κλήση των διαδίκων από τη γραμματεία του Δικαστηρίου.
Άρθρο 207
Άρθρο 207 Απόφαση Αν ο λόγος ανακοπής αποδειχθεί βάσιμος, εξαφανίζε- ται η απόφαση και το Δικαστήριο προβαίνει αμέσως σε νέα εξέταση της υπόθεσης. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 31 ΤΡΙΤΑΝΑΚΟΠΗ
Άρθρο 208
Άρθρο 208 Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση
παρ. 1
1. Τρίτος, ο οποίος βλάπτεται από οριστική απόφαση Τμήματος που εκδόθηκε σε δίκη μεταξύ άλλων και δεν είχε ασκήσει παρέμβαση, μπορεί, εφόσον συντρέχει το έννομο συμφέρον που θα δικαιολογούσε την πα- ρέμβασή του στη δίκη αυτή, να ανακόψει την οικεία απόφαση.
παρ. 2
2. Στερείται το δικαίωμα να ασκήσει τριτανακοπή o τρίτος στον οποίο κοινοποιήθηκε, σύμφωνα με όσα ορί- ζονται στο άρθρο 42, το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο με γνωστοποίηση της σχετικής δικασίμου.
παρ. 3
3. Η τριτανακοπή στρέφεται εναντίον όλων των διαδί- κων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η απόφαση.
Άρθρο 209
Άρθρο 209 Προθεσμία Η τριτανακοπή ασκείται μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών, που αρχίζει για το Δημόσιο, τους οργα- νισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και για όσα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούνται από εθνικούς ή ενωσιακούς πόρους από την περιέλευση της προσβαλλόμενης απόφασης σ’ αυτά. Για τον ιδι- ώτη διάδικο η ανωτέρω προθεσμία αρχίζει από την επίδοση σ’ αυτόν της προσβαλλόμενης απόφασης ή την πλήρη γνώση της από αυτόν. Αν ο έχων έννομο συμφέρον για την άσκηση της ανακοπής διαμένει στην αλλοδαπή, η προθεσμία ορίζεται σε ενενήντα (90) ημέρες.
Άρθρο 210
Άρθρο 210 Περιεχόμενο Η αίτηση της τριτανακοπής πρέπει να περιέχει τα στοι- χεία κάθε δικογράφου και ακόμη μνεία της προσβαλλο- μένης απόφασης, τους λόγους της ανακοπής και αίτημα.
Άρθρο 211
Άρθρο 211 Πρόσθετοι λόγοι
παρ. 1
1. Πρόσθετοι λόγοι τριτανακοπής επιτρέπεται να υπο- βληθούν με ξεχωριστό δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου δεκαπέντε (15) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με σημείωση πάνω σε αυτό πράξης κατάθεσης.
παρ. 2
2. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται με επιμέλεια του τριτανακόπτοντος σε εκεί- νους κατά των οποίων στρέφεται η τριτανακοπή δεκαπέ- ντε (15) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με ποινή απαραδέκτου.
Άρθρο 212
Άρθρο 212 Εφαρμογή διατάξεων Οι διατάξεις του παρόντος που αφορούν στην προ- δικασία, τη συζήτηση και την έκδοση της απόφασης που προσβάλλεται με την τριτανακοπή εφαρμόζονται αναλόγως.
Άρθρο 213
Άρθρο 213 Συζήτηση
παρ. 1
1. Η τριτανακοπή εισάγεται ενώπιον του Τμήματος που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
παρ. 2
2. Η τριτανακοπή συζητείται στο ακροατήριο με κλήση των διαδίκων από τη γραμματεία του Δικαστηρίου.
Άρθρο 214
Άρθρο 214 Απόφαση Αν ο λόγος της τριτανακοπής κριθεί βάσιμος, το Δι- καστήριο εξαφανίζει την απόφαση και προχωρεί στην εκδίκαση της διαφοράς. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 32 ΑΙΤΗΣΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
Άρθρο 215
Άρθρο 215 Προσβαλλόμενες αποφάσεις Απόφαση Τμήματος ή της Ολομέλειας, για την οποία κρίθηκε με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ότι εκδόθηκε κατά παρα- βίαση δικαιώματος σχετικού με τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή άλλης ρύθμισης ου- σιαστικού δικαίου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, υπόκειται σε αίτηση επανά- ληψης της διαδικασίας ενώπιον του σχηματισμού που την εξέδωσε.
Άρθρο 216
Άρθρο 216 Νομιμοποίηση Δικαίωμα να ασκήσουν την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας έχουν όσοι διετέλεσαν διάδικοι στη δίκη ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή οι κάθε είδους καθολικοί ή ειδικοί δι- άδοχοί τους, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον, καθώς και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Άρθρο 217
Άρθρο 217 Προθεσμία
παρ. 1
1. Η αίτηση ασκείται μέσα σε προθεσμία ενενήντα (90) ημερών, που αρχίζει από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με τις διακρίσεις που προβλέ- πονται στο άρθρο 44 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.
παρ. 2
2. Αν κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας υπάρ- ξει διαδοχή αυτού που ήταν διάδικος στη δίκη ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώ- που, η προθεσμία για τον διάδοχο αρχίζει από τότε που επήλθε η διαδοχή. Ειδικά στην περίπτωση κληρονομικής διαδοχής, η προθεσμία για τον κληρονόμο αρχίζει από τη λήξη της προθεσμίας για την αποποίηση της κληρο- νομίας.
Άρθρο 218
Άρθρο 218 Άσκηση Οι διατάξεις του παρόντος που ισχύουν για την εκδί- καση του ένδικου βοηθήματος ή μέσου επί του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αίτηση απόφαση, εφαρμόζονται αναλόγως.
Άρθρο 219
Άρθρο 219 Περιεχόμενο Η αίτηση πρέπει να περιέχει τα στοιχεία κάθε δικογρά- φου και ακόμη μνεία της προσβαλλομένης απόφασης, συγκεκριμένους λόγους και αίτημα.
Άρθρο 220
Άρθρο 220 Προδικασία Οι διατάξεις του παρόντος που αφορούν στην προδι- κασία της συζήτησης της υπόθεσης, για την οποία εκ- δόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται με την αίτηση, εφαρμόζονται αναλόγως.
Άρθρο 221
Άρθρο 221 Συζήτηση Για την εκδίκαση της αίτησης επανάληψης της διαδι- κασίας εφαρμόζεται η ισχύουσα για τον οικείο δικαστικό σχηματισμό διαδικασία.
Άρθρο 222
Άρθρο 222 Απόφαση
παρ. 1
1. Αν η αίτηση κριθεί βάσιμη, η απόφαση του Δικαστη- ρίου ακυρώνεται κατά το τμήμα της που στοιχειοθέτησε την παραβίαση και η υπόθεση επανεξετάζεται σε νέα δικάσιμο.
παρ. 2
2. Το Δικαστήριο, αν κρίνει ότι η υπόθεση είναι ώριμη, μπορεί να συζητήσει την υπόθεση στην ίδια δικάσιμο.
ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ
ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 33 ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
Άρθρο 223
Άρθρο 223 Δημόσια συνεδρίαση
παρ. 1
1. Οι δημόσιες συνεδριάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου προς συζήτηση των υποθέσεων γίνονται στα ακροατή- ρια αυτού με την παρουσία του γραμματέα.
παρ. 2
2. Στις δημόσιες συνεδριάσεις του Ελεγκτικού Συνε- δρίου προς συζήτηση των υποθέσεων σε ακροατήριο παρίσταται ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος εκφέρει τη γνώμη του. Με απόφαση του αρμοδίου οργάνου της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνε- δρίου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 32Αεπ. του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, μπορεί να ορισθούν οι δη- μόσιες συνεδριάσεις στις οποίες δεν θα παρίσταται, καθώς και διαδικασίες στις οποίες δεν θα συμμετέχει ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Άρθρο 224
Άρθρο 224 Προφορικότητα της διαδικασίας Η διαδικασία στο ακροατήριο διεξάγεται προφορικά και στηρίζεται στην προδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος.
Άρθρο 225
Άρθρο 225 Αυτεπάγγελτη εξέταση της κλήτευσης των διαδίκων
παρ. 1
1. Όταν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανίζεται κατά τη συζήτηση, το Δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλ- τως αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν δεν κλητεύθηκε ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρό- θεσμα, το Δικαστήριο, αφού κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση, ορίζει νέα τακτική δικάσιμο με απλή σημείω- ση στο πινάκιο και διατάσσει την εγγραφή σ’ αυτήν της υπόθεσης και τη νόμιμη κλήτευση των διαδίκων.
παρ. 2
2. Η έλλειψη νόμιμης κλήτευσης καλύπτεται αν ο δι- άδικος εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση και ζητήσει την εκδίκαση της υπόθεσής του.
παρ. 3
3. Αν έγινε η κλήτευση των διαδίκων και αυτή κρίνεται νόμιμη και εμπρόθεσμη, η διαδικασία χωρεί και αν αυτοί δεν παρίστανται.
Άρθρο 226
Άρθρο 226 Μη εμφάνιση ή αποχώρηση των διαδίκων
παρ. 1
1. Διάδικος που δεν εμφανίσθηκε κατά την προεκφώ- νηση ή την εκφώνηση της υπόθεσης δύναται προσερχό- μενος να μετάσχει στην περαιτέρω συζήτηση.
παρ. 2
2. Η εκούσια αποχώρηση διαδίκου μετά την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης δεν επηρεάζει την πρόοδο της διαδικασίας. Ως εκουσίως αποχωρών θεωρείται ο διάδικος και όταν διαταχθεί η απομάκρυνσή του προς τήρηση της τάξης.
παρ. 3
3. Η εκούσια αποχώρηση του διαδίκου μετά την απόρ- ριψη αίτησης περί αναβολής δεν κωλύει τη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός αν δεν έγινε νόμιμη κλήτευσή του, οπότε και εφαρμόζεται το άρθρο 225.
παρ. 4
4. Διάδικος που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση ή που αποχώρησε από αυτή, δικαιούται να παρίσταται και να μετέχει σε κάθε μεταγενέστερη συζήτηση της υπόθε- σης, εφόσον προβλέπεται η παράσταση των διαδίκων.
παρ. 5
5. Οι παρ. 1-4 εφαρμόζονται αναλόγως και επί διαδι- καστικών πράξεων που διενεργούνται εκτός του ακρο- ατηρίου.
Άρθρο 227
Άρθρο 227 Αρχή της προαπόδειξης Η συζήτηση γίνεται αποκλειστικά με βάση τα δικόγρα- φα, καθώς και τα έγγραφα που έχουν προσαχθεί προα- ποδεικτικώς. Έγγραφα μπορεί να προσαχθούν και κατά τη συζήτηση ή και μετά τη συζήτηση, αν δοθεί σχετική άδεια από το Δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να διασφαλίζονται τα δικαιώματα άμυνας του αντιδίκου. Σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Κεφάλαιο 39, το Δικαστή- ριο μπορεί να διατάξει και κάθε συμπληρωματική από- δειξη, καθώς και να υποχρεώσει οποιαδήποτε δημόσια αρχή να παράσχει έγγραφα ή πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση που δικάζεται. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 34 ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ
Άρθρο 228
Άρθρο 228 Παράσταση διαδίκων ενώπιον της Ολομέλειας Το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα που εκπροσωπού- νται δικαστικά από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, παρίστανται ενώπιον της Ολομέλειας σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις για τη δικαστική εκπροσώπησή τους. Οι άλλοι διάδικοι παρίστανται ενώπιον της Ολομέλειας μετά ή διά πληρεξούσιου δικηγόρου από τους διορισμέ- νους στον Άρειο Πάγο.
Άρθρο 229
Άρθρο 229 Προθεσμία για νομιμοποίηση Το Δικαστήριο, κατ’ αίτηση του εμφανιζομένου ως πληρεξουσίου και μη αποδεικνύοντος την πληρεξου- σιότητα, δύναται, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να χο- ρηγήσει μια φορά σύντομη αναβολή της συζήτησης ή να επιτρέψει την προσωρινή συμμετοχή του στη δίκη, ορίζοντας εύλογη προθεσμία για τη νομιμοποίησή του. Στην περίπτωση αυτή, τα στοιχεία της νομιμοποίησης μπορεί να είναι και μεταγενέστερα από την ημερομηνία της συζήτησης. Αν εντός της ταχθείσας προθεσμίας δεν προσαχθεί το πληρεξούσιο, το Δικαστήριο διά της εκδι- δόμενης απόφασης κηρύσσει άκυρες τις επιτραπείσες ως άνω πράξεις, τηρουμένου κατά τα λοιπά του άρθρου 14, κατά περίπτωση.
Άρθρο 230
Άρθρο 230 Αίτηση επανασυζήτησης Αν από λόγους ανωτέρας βίας εμποδίσθηκε η νομι- μοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου, δύναται να υποβληθεί αίτηση επανασυζήτησης της υπόθεσης, που κατατίθεται στον αρμόδιο γραμματέα πριν από την έκδο- ση της απόφασης και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δέκα (10) ημερών από την άρση του λόγου ανωτέρας βίας. Η αίτηση, η οποία πρέπει να περιέχει με σαφήνεια τους προβαλλόμενους λόγους, δικάζεται από τον οικείο σχηματισμό. Αμφότεροι οι διάδικοι καλούνται στη συ- ζήτηση είκοσι (20) ημέρες πριν από αυτή. Σε περίπτωση παραδοχής της αίτησης, η υπόθεση εκδικάζεται στη συ- νέχεια επί της ουσίας από τον ίδιο σχηματισμό.
Άρθρο 231
Άρθρο 231 Παράσταση με δήλωση
παρ. 1
1. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος μπορεί να δηλώσει ότι δεν θα εμφανισθεί στο ακροατήριο, αλλά θα παραστεί με δήλωση που υπογράφεται από τον ίδιο. Η δήλωση παραδίδεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο στον γραμ- ματέα του Δικαστηρίου το αργότερο την παραμονή της δικασίμου και σημειώνεται αμέσως στο πινάκιο. Η ίδια δήλωση, όταν γίνεται από πληρεξούσιο του Δημοσίου, οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δεν έχει καμία δικονομι- κή συνέπεια, αν δεν έχει διαβιβαστεί εμπρόθεσμα στο Δικαστήριο ο διοικητικός φάκελος.
παρ. 2
2. Σε περίπτωση αναβολής της συζήτησης ύστερα από αίτηση διαδίκου, δεν κλητεύεται κατά τη νέα δικάσιμο ο διάδικος που υπέβαλε δήλωση.
Άρθρο 232
Άρθρο 232 Ελλείψεις στοιχείων δικανικής ικανότητας
παρ. 1
1. Αν συντρέχουν ελλείψεις που μπορεί να συμπληρω- θούν ως προς τη δικανική ικανότητα των διαδίκων και τη νόμιμη εκπροσώπησή τους ή ως προς την απαιτούμενη για τη διεξαγωγή της δίκης άδεια ή εξουσιοδότηση, το Δικαστήριο μπορεί κατ’ αίτηση του διαδίκου και ύστερα από εκτίμηση των περιστάσεων να αναβάλει την πρόοδο της δίκης, δυνάμενο να τάξει και εύλογη προθεσμία προς συμπλήρωση των ελλείψεων. Στην περίπτωση αυτή, τα συμπληρωματικά στοιχεία μπορεί να είναι και μεταγενέ- στερα από την ημερομηνία της συζήτησης.
παρ. 2
2. Αν από την αναβολή απειλείται κίνδυνος για τα συμφέροντα του διαδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει σ’ αυτόν ή στον αντιπρόσωπό του να συνεχί- σει τη δίκη ή να ενεργήσει τις διαδικαστικές πράξεις που χρειάζονται για να αποφευχθεί ο κίνδυνος, δεν έχει όμως την εξουσία να εκδώσει οριστική απόφαση προτού συ- μπληρωθούν οι ελλείψεις ή προτού περάσει η προθεσμία που έταξε για τον σκοπό αυτόν. Το κύρος των πράξεων που επιτράπηκαν εξαρτάται από την εμπρόθεσμη συ- μπλήρωση των ελλείψεων.
παρ. 3
3. Όταν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία, το Δικαστήριο προβαίνει στην εκδίκαση της υπόθεσης.
Άρθρο 233
Άρθρο 233 Άγγελος Σε περίπτωση απουσίας του διαδίκου ή του πληρε- ξουσίου του, επιτρέπεται η αυτόκλητη εμφάνιση προ- σώπου, που διαθέτει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, ενώπιον του συνεδριάζοντος Δικαστηρίου, εφόσον το πρόσωπο αυτό δηλώσει ότι ενεργεί ως άγγελος ενός των ανωτέρω. Ο άγγελος γνωστοποιεί στο Δικαστή- ριο μόνο γεγονότα που ο ίδιος γνωρίζει από άμεση αντίληψη ή που πληροφορήθηκε από τρίτο, σχετικά με την απουσία του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του, ή μεταφέρει στο Δικαστήριο προφορικώς αιτήματα
Άρθρο 234
Άρθρο 234 Διαδικασία στο ακροατήριο
παρ. 1
1. Ο προεδρεύων διευθύνει τη συζήτηση, κηρύσσει την έναρξη της συνεδρίασης, προεκφωνεί και εκφωνεί τις υποθέσεις κατά την καθορισμένη τάξη, δίδει τον λόγο στους διαδίκους, τους νόμιμους αντιπροσώπους και πληρεξουσίους τους, αφαιρεί τον λόγο στις περιπτώ- σεις παράβασης των όρων της λυσιτελούς ή κόσμιας συζήτησης, εξετάζει τους διαδίκους, τους νόμιμους αντι- προσώπους τους και τα λοιπά κλητευθέντα πρόσωπα και κηρύσσει περαιωμένη τη συζήτηση, εφόσον κατά την κρίση του ερευνήθηκε επαρκώς η υπόθεση.
παρ. 2
2. Η τήρηση της ευταξίας και της ευπρέπειας, κατά τις συνεδριάσεις, ανήκει στον προεδρεύοντα, ο οποίος δικαιούται να απομακρύνει από το ακροατήριο όποιον θορυβεί ή συμπεριφέρεται κατά άκοσμο τρόπο, αν δε αυτός είναι δικηγόρος, δύναται να εφαρμόσει το άρθρο 155 του Κώδικα Δικηγόρων. Οι ανωτέρω αποφάσεις υπό- κεινται σε ανάκληση από αυτόν που τις εξέδωσε.
παρ. 3
3. Αν κατά τη συνεδρίαση ή κατά τη διενέργεια δια- δικαστικής πράξης τελεστεί αξιόποινη πράξη, εφαρμό- ζεται η διαδικασία του άρθρου 39 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη σύλληψη του δράστη και την πα- ραπομπή του σύμφωνα με το άρθρο 279 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας στον αρμόδιο εισαγγελέα.
Άρθρο 235
Άρθρο 235 Συζήτηση
παρ. 1
1. Η συνεδρίαση αρχίζει με την προεκφώνηση των υποθέσεων από το πινάκιο, κατά τη σειρά της εγγρα- φής τους σ’ αυτό. Κατά την προεκφώνηση διερευνά- ται ιδίως αν συντρέχει λόγος διαγραφής της υπόθεσης από το πινάκιο λόγω παραίτησης ή διακοπής της δίκης, καθώς και αν συντρέχει αποχρών λόγος για την ανα- βολή της υπόθεσης ή για τη μεταβολή στη σειρά της υπόθεσης στο πινάκιο. Αν όλοι οι παριστάμενοι πλη- ρεξούσιοι δηλώσουν ότι προτίθενται να αναφερθούν στο δικόγραφο ή σε υπόμνημα που θα καταθέσουν χωρίς προφορική ανάπτυξη, τότε η υπόθεση αυτή μπορεί να συζητείται κατά προτεραιότητα μετά την προεκφώνηση.
παρ. 2
2. Την προεκφώνηση ακολουθεί η εκφώνηση και η συζήτηση των υποθέσεων.
παρ. 3
3. Ο προεδρεύων δίνει τον λόγο πρώτα σ’ αυτόν που άσκησε το ένδικο βοήθημα ή μέσο προς ανάπτυξη των λόγων του δικογράφου και των εγγράφων υπομνημά- των του, έπειτα δε σ’ αυτόν κατά του οποίου στρέφεται. Τελευταίος ακούγεται ο Γενικός Επίτροπος της Επικρα- τείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφόσον δεν ασκεί το ένδικο βοήθημα ή μέσο. Αν έχει συνταχθεί έκθεση από τον ορισθέντα εισηγητή δικαστή της υπόθεσης, η συ- ζήτηση αρχίζει με την ανάγνωση της έκθεσης από τον εισηγητή δικαστή.
παρ. 4
4. Τα μέλη του Δικαστηρίου και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου δικαιούνται, με άδεια του προεδρεύοντος, να απευθύνουν ερωτή- σεις προς τους διαδίκους, τους νόμιμους αντιπροσώπους τους, τους μάρτυρες και τους πραγματογνώμονες και να ζητούν την ανάγνωση εγγράφων.
Άρθρο 236
Άρθρο 236 Διερμηνείς
παρ. 1
1. Αν διάδικος, μάρτυρας ή πραγματογνώμονας αγνοεί την ελληνική γλώσσα, προσλαμβάνεται διερμηνέας, ο οποίος ορκίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου ότι θα απο- δώσει ακριβώς όσα θα διαμειφθούν. Οι λόγοι του απο- κλεισμού και της απαλλαγής των μαρτύρων ισχύουν και για τον διερμηνέα.
παρ. 2
2. Αν τα πρόσωπα της παρ. 1 είναι κωφοί, άλαλοι ή κω- φάλαλοι, η συνεννόηση μαζί τους γίνεται εγγράφως. Τις απαντήσεις τους υπογράφει ο δικαστής που προεδρεύει κατά τη συνεδρίαση και περιλαμβάνονται, μαζί με τις αντίστοιχες ερωτήσεις, στο πρακτικό της συζήτησης. Αν τα πρόσωπα αυτά δεν είναι ικανά να απαντήσουν εγγράφως, προσλαμβάνεται κατάλληλος διερμηνέας, σύμφωνα με την παρ. 1.
Άρθρο 237
Άρθρο 237 Συμπλήρωση τυπικών ελλείψεων Κατά τη συζήτηση, ο διάδικος ή ο νόμιμος πληρεξού- σιός του ενημερώνεται για τις τυπικές ελλείψεις που ο γραμματέας του Δικαστηρίου εντόπισε στον φάκελο και καλείται από τον Πρόεδρο, με μνεία στα πρακτικά της συνεδρίασης, να τις συμπληρώσει σε εύλογο χρόνο.
Άρθρο 238
Άρθρο 238 Αναβολή
παρ. 1
1. Εφόσον συντρέχει αποχρών λόγος, η συζήτηση δύ- ναται να αναβληθεί από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αίτησης του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
παρ. 2
2. Με αίτηση του διαδίκου μπορεί επίσης να αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης, εφόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συντρέχει αποχρών λόγος.
παρ. 3
3. Αίτηση αναβολής της συζήτησης, έστω και αν υπο- βάλλεται από όλους τους διαδίκους, δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.
παρ. 4
4. Αν η συζήτηση υπόθεσης αναβληθεί ή αν από οποιονδήποτε λόγο η συνεδρίαση ματαιωθεί ή δεν κα- ταστεί δυνατή η συζήτηση όλων ή κάποιων υποθέσεων του πινακίου, το Δικαστήριο ορίζει τη συζήτηση αυτών σε άλλη ορισμένη δικάσιμο, τακτική ή έκτακτη, χωρίς να απαιτείται νέα κατά το άρθρο 110 κλήση προς συζήτηση, αν ο διάδικος ή ο νόμιμος πληρεξούσιος παραστάθηκε κατά τη συνεδρίαση και έλαβε έτσι γνώση της ημερομη- νίας της νέας δικασίμου.
Άρθρο 239
Άρθρο 239 Αποφάσεις που αφορούν στη διεξαγωγή της συζήτησης Οι αποφάσεις που αφορούν στη διεξαγωγή της συ- ζήτησης, εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα, λαμβάνονται στην έδρα, διατυπώνονται συνοπτικά στα πρακτικά και δημοσιεύονται με ανακοίνωση από την έδρα κατά την ίδια συνεδρίαση. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 36 ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ
Άρθρο 240
Άρθρο 240 Περιεχόμενο
παρ. 1
1. Κατά τη συζήτηση, ο γραμματέας της έδρας τηρεί πρακτικά. Στα πρακτικά αναφέρονται: (α) η σύνθεση του Δικαστηρίου με μνεία αν ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου παραστάθηκε αυτοπροσώπως ή διά του νόμιμου ανα- πληρωτή του, (β) ο χρόνος της συζήτησης και ο αριθμός πινακίου κάθε υπόθεσης, καθώς και ότι αυτή έγινε σε δημόσια συνεδρίαση, (γ) τα ονοματεπώνυμα των διαδίκων, των νόμιμων αντιπροσώπων ή εκπροσώπων τους, τα ονοματεπώνυμα των δικαστικών τους πληρεξουσίων, καθώς και ο τρόπος
παρ. 2
2. Σε περίπτωση αναβολής της συζήτησης, αναγράφε- ται στα πρακτικά αν αυτή αποφασίσθηκε αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο ή ύστερα από αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή διαδίκου και ποιου.
παρ. 3
3. Για την άρτια σύνταξη των πρακτικών, τον γραμ- ματέα εποπτεύει ο δικαστής που προήδρευσε κατά τη συζήτηση.
Άρθρο 241
Άρθρο 241 Αποδεικτική ισχύς
παρ. 1
1. Με βάση τα πρακτικά που τήρησε κατά τη συ- ζήτηση και τις σημειώσεις στο πινάκιο του δικαστή που προήδρευσε κατά τη συζήτηση, ο γραμματέας συντάσσει απόσπασμα των πρακτικών ανά υπόθεση, το οποίο περιλαμβάνεται στην οικεία δικογραφία. Σε περίπτωση διαφοράς ανάμεσα στα πρακτικά και στην αντίστοιχη απόφαση, κατισχύουν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
παρ. 2
2. Σε περίπτωση που ο Γενικός Επίτροπος της Επικρα- τείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ζήτησε κατά τη διαδικα- σία στο ακροατήριο να γίνει στα πρακτικά μνεία ειδικής παρατήρησης, δικαιούται να αναπτύσσει το περιεχόμε- νό της με υπόμνημα που απευθύνει στο Δικαστήριο, το οποίο επισυνάπτεται στα πρακτικά. ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 37 ΒΑΣΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΔΕΙΞΗ
Άρθρο 242
Άρθρο 242 Αντικείμενο απόδειξης
παρ. 1
1. Αντικείμενο απόδειξης είναι αμφισβητούμενα πραγ- ματικά γεγονότα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
παρ. 2
2. Πραγματικά γεγονότα κοινώς γνωστά, ώστε να μην υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι είναι αληθινά, καθώς και εκείνα που είναι γνωστά στο Δικαστήριο από προηγού- μενη δικαστική του ενέργεια λαμβάνονται υπόψη αυτε- παγγέλτως, χωρίς απόδειξη.
παρ. 3
3. Τα διδάγματα της κοινής πείρας λαμβάνονται υπό- ψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. 4. Το αλλοδαπό δίκαιο, τα έθιμα και τα συναλλακτικά ήθη λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, εφόσον είναι γνωστά στο Δι- καστήριο. Αν δεν είναι γνωστά, διατάσσεται απόδειξη σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 251.
Άρθρο 243
Άρθρο 243 Βάρος απόδειξης
παρ. 1
1. Κάθε διάδικος υποχρεούται να αποδείξει τα πραγ- ματικά γεγονότα που επικαλείται για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, εκτός αν ο νόμος που διέπει την επίδικη σχέση ορίζει διαφορετικά.
παρ. 2
2. Οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα σε ανταπόδειξη.
παρ. 3
3. Ο διάδικος κατά του οποίου αντιτάσσεται νόμιμο μαχητό τεκμήριο, έχει το βάρος της ανατροπής του.
παρ. 4
4. Αν ιδιώτης διάδικος που φέρει κατ’ αρχήν το βάρος της απόδειξης σύμφωνα με τις παρ. 1 και 3 δεν δύναται να αποδείξει εν όλω ή εν μέρει τα πραγματικά γεγονότα που επικαλείται, επειδή τα αποδεικτικά στοιχεία βρίσκο- νται στην κατοχή δημόσιου φορέα αντίδικου του στη δίκη, το Δικαστήριο μπορεί να ορίσει, έπειτα από αίτηση του ιδιώτη διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, ότι ο δημόσιος φορέας υποχρεούται να προσκομίσει τα αποδεικτικά στοιχεία.
Άρθρο 244
Άρθρο 244 Αποδεικτικά στοιχεία και αποδεικτικά μέσα
παρ. 1
1. Το Δικαστήριο για τη διαπίστωση των πραγματι- κών γεγονότων που είναι αναγκαία για τη διάγνωση της υπόθεσης στηρίζεται σε κάθε αποδεικτικό στοιχείο που κρίνει πρόσφορο, εφόσον δεν εμποδίζεται σε αυτό ρη- τώς από τον νόμο.
παρ. 2
2. Τα αποδεικτικά στοιχεία περιέχονται στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης ή προκύπτουν από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεικτική διαδικασία.
παρ. 3
3. Αποδεικτικά μέσα είναι: (α) τα έγγραφα, (β) η αυτοψία, (γ) η πραγματογνωμοσύνη, (δ) οι μάρτυρες, (ε) οι ακροάσεις υπηρεσιακών παραγόντων, οι εξηγή- σεις των διαδίκων και η αποδοχή της αλήθειας πραγμα- τικών περιστατικών από διάδικο, (στ) τα δικαστικά τεκμήρια.
παρ. 4
4. Τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάγει ένας διάδικος καθίστανται κοινά για τους άλλους.
Άρθρο 245
Άρθρο 245 Δικαστικά τεκμήρια Το Δικαστήριο μπορεί να συνάγει συμπεράσματα για πραγματικά γεγονότα από άλλα πραγματικά γεγονότα που έχουν ήδη αποδειχθεί.
Άρθρο 246
Άρθρο 246 Χρήση και εκτίμηση αποδεικτικών μέσων
παρ. 1
1. Το Δικαστήριο χρησιμοποιεί τα αποδεικτικά μέσα κατά την κρίση του και τα εκτιμά ελευθέρως, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό μεταξύ τους, εκτός αν ειδική διάταξη νόμου ορίζει διαφορετικά. Λαμβάνει επίσης υπόψη του και εκτιμά ελεύθερα και ατελή αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 247.
παρ. 2
2. Το Δικαστήριο υποχρεούται να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση, αποφασίζοντας κατά συνείδηση για την αλήθεια των κρίσιμων στη δίκη πραγματικών περιστατικών. Στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν τον δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του.
παρ. 3
3. Όπου αρκεί η πιθανολόγηση, το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να εφαρμόσει τις διατάξεις που ισχύουν για την αποδεικτική διαδικασία, τα αποδεικτικά μέσα και τη δύναμή τους, αλλά λαμβάνει υπόψη του οποιαδήποτε μέσα κρίνει κατάλληλα για να σχηματιστεί πιθανότητα σχετικά με την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 εφαρμόζεται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.
Άρθρο 247
Άρθρο 247 Αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου
παρ. 1
1. Το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη του παράνομα αποδεικτικά μέσα.
παρ. 2
2. Με την επιφύλαξη ειδικής αντίθετης διάταξης, το Δικαστήριο δύναται να λαμβάνει υπόψη του και αποδει- κτικά μέσα που προσκομίζονται από τους διαδίκους και δεν εμπίπτουν στα αποδεικτικά μέσα που ορίζονται στο άρθρο 244, εφόσον κρίνει ότι η μη εκτίμηση των μέσων αυτών θα έπληττε τις αρχές της δίκαιης δίκης.
παρ. 3
3. Εξαιρετικώς, το Δικαστήριο δύναται να λαμβάνει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που εμφανίζουν τυπικές ατέλειες, εφόσον η διαδικαστική πράξη από την οποία έχουν προκύψει δεν είναι άκυρη ή δεν έχει ακυρωθεί από το Δικαστήριο λόγω δικονομικής βλάβης του δι- αδίκου και οι ατέλειες που φέρουν δεν αναιρούν την αξιοπιστία τους. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 38 ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΣ ΦΑΚΕΛΟΣ
Άρθρο 248
Άρθρο 248 Στοιχεία διοικητικού φακέλου
παρ. 1
1. Η διοίκηση υποχρεούται να διαβιβάσει στο Δικαστή- ριο, το αργότερο έναν (1) μήνα πριν από την ορισθείσα δικάσιμο, τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης με όλα τα σχετικά για την υπόθεση στοιχεία και τις απόψεις της.
παρ. 2
2. Αν στον διοικητικό φάκελο δεν υπάρχουν, γιατί έχουν αποδεδειγμένως χαθεί, τα στοιχεία που αναφέ- ρονται στην παρ. 1, το Δικαστήριο διατάσσει την ανα- παραγωγή τους. Αν αυτό είναι αδύνατο, διατάσσεται η απόδειξη του περιεχομένου τους με κάθε νόμιμο απο- δεικτικό μέσο.
παρ. 3
3. Ο διοικητικός φάκελος, με τη φροντίδα της γραμ- ματείας του Δικαστηρίου, επιστρέφεται στη διοίκηση αμέσως μετά τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης ή την περάτωση της δίκης με κάποιο άλλο τρόπο.
Άρθρο 249
Άρθρο 249 Συνέπειες μη διαβίβασης διοικητικού φακέλου
παρ. 1
1. Αν ο διοικητικός φάκελος δεν διαβιβασθεί εμπρόθε- σμα στο Δικαστήριο, η υπόθεση δύναται να αναβληθεί οίκοθεν ή ύστερα από αίτημα του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή των διαδί- κων. Για την αναβολή αυτή γίνεται ιδιαίτερη μνεία στα πρακτικά.
παρ. 2
2. Αν στη δικάσιμο που ορίζεται μετά την πρώτη ανα- βολή η αρμόδια αρχή δεν διαβιβάσει τον διοικητικό φάκελο, το Δικαστήριο προβαίνει σε συζήτηση της υπό- θεσης και, εφόσον από τα στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία μπορεί να σχηματίσει τη δικανική πεποίθη- ση που απαιτείται για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, αποφαίνεται επί της διαφοράς εκδίδοντας οριστική απόφαση. Σε διαφορετική περίπτω- ση εκδίδει απόφαση για συμπλήρωση των αποδείξεων, σύμφωνα με το άρθρο 251. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 39 ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Άρθρο 250
Άρθρο 250 Προαπόδειξη
παρ. 1
1. Τα έγγραφα και οι μαρτυρικές καταθέσεις κατά το άρθρο 290 προσκομίζονται στο Δικαστήριο και στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συ- νεδρίου, η γραμματεία της οποίας βεβαιώνει την παρα- λαβή τους, έως την προτεραία της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης. Η προσκόμισή τους σε μεταγενέστερη συζήτηση επιτρέπεται μόνον όταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η μη έγκαιρη προσκόμισή τους ήταν δι- καιολογημένη.
παρ. 2
2. Η γραμματεία του Δικαστηρίου βεβαιώνει στο σώμα των αποδεικτικών μέσων στα οποία αναφέρεται η παρ. 1 την ημερομηνία της προσκόμισής τους.
Άρθρο 251
Άρθρο 251 Συμπληρωματική απόδειξη
παρ. 1
1. Το Δικαστήριο, αν το κρίνει αναγκαίο για τη δια- μόρφωση πλήρους δικανικής πεποίθησης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 246, διατάσσει είτε αυτεπαγγέλτως, είτε ύστερα από αίτηση διαδίκου τη συμπλήρωση των αποδείξεων.
παρ. 2
2. Με την απόφαση για τη διενέργεια συμπληρωματι- κής απόδειξης ορίζονται: (α) το θέμα της απόδειξης, (β) ο διάδικος που φέρει το βάρος της, (γ) τα αποδεικτικά μέσα, (δ) ο τόπος, καθώς και ο χρόνος διεξαγωγής και πε- ράτωσής της.
παρ. 3
3. Αν η συμπληρωματική απόδειξη διεξάγεται εκτός του ακροατηρίου, ορίζεται και το μέλος του Δικαστη- ρίου ενώπιον του οποίου, με την παρουσία γραμματέα, θα γίνει η διεξαγωγή αυτή. Κατά τη διαδικασία δικαι- ούται να παρίσταται δικαστικός λειτουργός της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προς την οποία κοινοποιείται εγκαίρως η απόφαση της συμπληρωματικής απόδειξης.
παρ. 4
4. Ο τόπος διεξαγωγής ή ο χρόνος περάτωσης της συ- μπληρωματικής απόδειξης μπορεί να μεταβληθούν με αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου που λαμβά- νεται σε συμβούλιο, ύστερα από αίτηση του διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως.
Άρθρο 252
Άρθρο 252 Συζήτηση μετά την απόδειξη Μετά τη διεξαγωγή της συμπληρωματικής απόδειξης, αν αυτή διενεργήθηκε στο ακροατήριο, η συζήτηση της υπόθεσης συνεχίζεται κατά την ίδια δικάσιμο, εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει λόγος που επιβάλλει, για τη μετά την απόδειξη συζήτηση, τον ορισμό νέας δικασίμου. Αν η συμπληρωματική απόδειξη διενεργή- θηκε εκτός του ακροατηρίου, ορίζεται νέα δικάσιμος για την περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης. Η νέα αυτή δικάσιμος ορίζεται είτε με την απόφαση που διατάζει την απόδειξη, είτε με πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου.
Άρθρο 253
Άρθρο 253 Συντηρητική απόδειξη
παρ. 1
1. O Πρόεδρος του Δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση δύναται, ύστερα από αίτηση διαδίκου, να διατάξει, και πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, τη διενέργεια αποδεικτικής διαδικασίας, αν κρίνει ότι υπάρ- χει κίνδυνος να χαθεί αποδεικτικό μέσο ή να καταστεί δυσχερής η χρησιμοποίησή του ή να δυσχερανθεί η διαπίστωση υφιστάμενης κατάστασης.
παρ. 2
2. Η αίτηση κατατίθεται στη γραμματεία και πρέπει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 59, να αναφέρει το θέμα της απόδειξης, τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου. Οι λόγοι αρκεί να πιθανολογούνται βάσει στοιχείων που προσκομίζονται με την αίτηση.
παρ. 3
3. Η συζήτηση για τη συντηρητική απόδειξη, καθώς και η διεξαγωγή της συντηρητικής απόδειξης ορίζονται σε σύντομο χρόνο, ανάλογα με τον κίνδυνο, οι δε διάδικοι καλούνται δέκα (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση ή τη διεξαγωγή, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι, οπότε η προθεσμία μπορεί να συντμηθεί. Οι σχετικές κλήσεις επιδίδονται από τον διάδικο που ζήτησε να διαταχθεί η συντηρητική απόδειξη. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως τα άρθρα 251 και 252.
Άρθρο 254
Άρθρο 254 Αναζήτηση στοιχείων και εντολή επανελέγχου
παρ. 1
1. Το Δικαστήριο με απόφασή του και ο Γενικός Επί- τροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο του Ελε- γκτικού Συνεδρίου με πράξη του, δύνανται να ζητούν από κάθε δημόσια αρχή ή όργανο της τοπικής αυτοδι- οίκησης, καθώς και από κάθε άλλο νομικό ή και φυσικό πρόσωπο, πληροφορίες και στοιχεία χρήσιμα για τη διά- γνωση της υπόθεσης. Όλοι αυτοί έχουν την υποχρέωση να παρέχουν προς το Δικαστήριο και τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου τις πληρο- φορίες και τα στοιχεία που τους ζητούνται, μέσα στην τασσόμενη με την απόφαση ή την πράξη προθεσμία. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 2 του άρθρου 20.
παρ. 2
2. Το Δικαστήριο, με απόφασή του, δύναται, επίσης, όποτε το κρίνει αναγκαίο για τη διάγνωση της υπόθεσης, να διατάζει αιτιολογημένως τη διενέργεια επανελέγχου από τη διοίκηση ορίζοντας το αντικείμενο και τον σκοπό του επανελέγχου. Η σχετική έκθεση για τον επανέλεγχο πρέπει να κατατίθεται στο Δικαστήριο μέσα στην τασ- σόμενη με την απόφαση προθεσμία.
παρ. 3
3. Το Δικαστήριο δύναται, με πράξη του Προέδρου του, προαποδεικτικώς ή με απόφασή του, να ζητεί από τη διοίκηση τη διενέργεια πολύπλοκων αριθμητικών υπο- λογισμών ή αριθμητικών υπολογισμών που στηρίζονται σε δεδομένα από πολλαπλά στοιχεία τα οποία τηρεί η διοίκηση. Η σχετική έκθεση της διοίκησης υποβάλλεται υποχρεωτικώς στο Δικαστήριο είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα ή οριζόμενη κατά περί- πτωση δικάσιμο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 40 ΕΓΓΡΑΦΑ
Άρθρο 255
Άρθρο 255 Δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα
παρ. 1
1. Δημόσια έγγραφα είναι όσα έχουν συνταχθεί είτε σε έντυπη είτε σε ηλεκτρονική μορφή κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κατά την άσκηση από αυτούς δημόσιας υπηρεσίας ή λειτουργίας.
παρ. 2
2. Ιδιωτικά είναι όλα τα έγγραφα, τα οποία δεν είναι δημόσια. Τα ιδιωτικά έγγραφα πρέπει να φέρουν την υπογραφή του συντάκτη τους ή, αν δηλώνεται αδυναμία υπογραφής, άλλο σημείο το οποίο τίθεται από αυτόν. Στην τελευταία αυτή περίπτωση το έγγραφο πρέπει να επικυρώνεται από συμβολαιογράφο ή άλλη δημόσια αρχή, οι οποίοι και βεβαιώνουν συγχρόνως ότι ο εκδότης δήλωσε αδυναμία υπογραφής. Ως ιδιόχειρη υπογραφή νοείται και η ηλεκτρονική υπογραφή ή η εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014 του Ευρωπαϊκού Κοι- νοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014
παρ. 3
3. Θεωρούνται, επίσης, έγγραφα, κατά τις διακρίσεις των παρ. 1 και 2: (α) τα βιβλία των οποίων την τήρηση επιβάλλουν οι κείμενες διατάξεις, (β) οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαρα- στάσεις και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση, καθώς και οι φωνοληψίες.
παρ. 4
4. Μηχανική απεικόνιση, κατά την έννοια της παρ. 3, είναι και κάθε μέσο το οποίο χρησιμοποιείται από υπολο- γιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονι- κό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως, επίσης, και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποια- δήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προ- ορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα που έχουν έννομη σημασία. Ηλεκτρονικό έγγραφο που φέρει απλή ή προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή ή προ- ηγμένη ηλεκτρονική σφραγίδα του εκδότη του αποτελεί μηχανική απεικόνιση.
Άρθρο 256
Άρθρο 256 Τύπος εγγράφων Τα δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα τα οποία προσκομί- ζονται στο Δικαστήριο πρέπει να έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις ή, αν ο νόμος που διέπει τη σχέση απαιτεί ειδικό τύπο, κατά τον τύπο αυτόν.
Άρθρο 257
Άρθρο 257 Αποδεικτική δύναμη
παρ. 1
1. Τα δημόσια έγγραφα, που έχουν συνταχθεί από το αρμόδιο όργανο είτε σε έντυπη είτε σε ηλεκτρονική μορ- φή και κατά τους νόμιμους τύπους, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται σ’ αυτά ότι ενήργησε ο συντάκτης τους ή ότι έγιναν ενώπιόν του, ως προς τα οποία είναι δυνατή η ανταπόδειξη, αν το σχετικό έγγρα- φο προσβληθεί ως πλαστό.
παρ. 2
2. Έγγραφα που έχουν συνταχθεί από αλλοδαπό δη- μόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δη- μόσια υπηρεσία ή λειτουργία καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, τα οποία θεωρούνται ως δημόσια έγγραφα στον τόπο όπου εκδόθηκαν, έχουν την αποδεικτική δύ- ναμη που ορίζεται στην παρ. 1.
παρ. 3
3. Η χρονολογία των ιδιωτικών εγγράφων καθίσταται βέβαιη για τους τρίτους μόνον όταν αυτά θεωρηθούν από συμβολαιογράφο ή από άλλον αρμόδιο κατά τον νόμο δημόσιο υπάλληλο. Αλλιώς, ως βέβαιη χρονολο- γία ιδιωτικού εγγράφου θεωρείται εκείνη του θανάτου ενός από αυτούς που το έχει υπογράψει ή η χρονολογία του δημόσιου εγγράφου στο οποίο το ιδιωτικό έγγραφο μνημονεύεται κατά τα ουσιώδη μέρη το περιεχόμενό του ή εκείνη της επέλευσης γεγονότος που καθιστά κατά ανάλογο τρόπο αναμφισβήτητη τη χρονολογία του. Η χρονολογία των ηλεκτρονικών ιδιωτικών εγγράφων καθίσταται βέβαιη, εφόσον τα έγγραφα αυτά φέρουν
παρ. 4
4. Κατά τα λοιπά, το περιεχόμενο των δημόσιων εγ- γράφων, καθώς και όλο το περιεχόμενο των ιδιωτικών εκτιμάται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 246.
παρ. 5
5. Οι εκθέσεις ελέγχου που συντάσσονται από τα αρ- μόδια όργανα έχουν, εκτός από τις αναφερόμενες σε αυτές πραγματικές ή νομικές κρίσεις ή πληροφορίες ή ομολογίες του ελεγχομένου, την αποδεικτική δύναμη που προβλέπεται στην παρ. 1.
παρ. 6
6. Τα ιδιωτικά έγγραφα δεν έχουν αποδεικτικές συνέ- πειες υπέρ εκείνου που τα συνέταξε, εκτός αν προσκομί- ζονται από τον αντίδικό του ή αν πρόκειται για τα βιβλία που αναφέρονται στην παρ. 3 του άρθρου 255.
παρ. 7
7. Οι παρ. 1 έως 6 εφαρμόζονται μόνον εφόσον ο νό- μος που διέπει τη σχέση δεν ορίζει διαφορετικά.
Άρθρο 258
Άρθρο 258 Μεταφράσεις Τα έγγραφα που έχουν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα υποβάλλονται μαζί με μετάφραση, η οποία πρέπει να είναι επικυρωμένη από το Υπουργείο Εξωτερικών ή την πρεσβεία ή το προξενείο της εν λόγω χώρας στην Ελλάδα ή από αρμόδιο κατά τον νόμο όργανο. Το Δικαστήριο μπορεί σε κάθε περίπτωση να διατάξει μετάφραση από ειδικό μεταφραστή.
Άρθρο 259
Άρθρο 259 Αντίγραφα
παρ. 1
1. Αντίγραφο του εγγράφου έχει την αποδεικτική δύνα- μη του πρωτοτύπου, αν η ακρίβειά του βεβαιώνεται από αρμόδιο προς τούτο υπάλληλο. Το Δικαστήριο μπορεί, πάντως, να ζητήσει την προσκόμιση του πρωτοτύπου.
παρ. 2
2. Το αντίγραφο που δεν έχει κυρωθεί σύμφωνα με την παρ. 1 λαμβάνεται υπόψη αν το Δικαστήριο πείθεται για την ακρίβειά του από άλλα στοιχεία.
Άρθρο 260
Άρθρο 260 Επίδειξη εγγράφων
παρ. 1
1. Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επίδειξη εγ- γράφου που βρίσκεται στην κατοχή διαδίκου, τρίτου ή οποιασδήποτε αρχής.
παρ. 2
2. Αν για οποιονδήποτε σπουδαίο λόγο η επίδειξη εγγράφου δεν μπορεί να γίνει στο ακροατήριο, το Δι- καστήριο μπορεί να διατάξει την επιτόπια επίδειξή του στον ορισθέντα από αυτό ειδικώς εισηγητή δικαστή, ο οποίος συντάσσει γι’ αυτήν έκθεση, στην οποία περι- λαμβάνει το περιεχόμενο του εγγράφου ή επισυνάπτει αντίγραφό του.
παρ. 3
3. Η κατά την παρ. 1 επίδειξη δεν είναι υποχρεωτική στην περίπτωση ιδιωτικού εγγράφου, αν ο κάτοχός του απαλλάσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 285, από την υπο- χρέωση να εξεταστεί για το θέμα που αποτελεί αντικεί- μενο του εγγράφου ως μάρτυρας, ή αν δικαιούται να αρνηθεί την επίδειξή του, επικαλούμενος το επιστημο- νικό ή επαγγελματικό απόρρητο.
παρ. 4
4. Σε περίπτωση άρνησης ή παρακώλυσης επίδειξης εγγράφου, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 2 του άρθρου 20. Αν ο αρνούμενος ή ο παρακωλύων την επίδειξη είναι ο διάδικος, προς απόδειξη ισχυρισμού του οποίου έχει αυτή διαταχθεί, ο ισχυρισμός του, αν δεν αποδεικνύεται με άλλο αποδεικτικό μέσο, απορρίπτεται ως αναπόδει- κτος, ενώ, αν είναι ο αντίδικός του, ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι έχει αποδειχθεί.
Άρθρο 261
Άρθρο 261 Απόρρητα έγγραφα
παρ. 1
1. Αν δημόσιο έγγραφο, κατά την οικεία βεβαίωση της αρχής που το κατέχει, αφορά σε απόρρητο του Κράτους σχετικό με την ασφάλεια και τις διεθνείς σχέσεις του ή άλλο κρατικό απόρρητο, το Δικαστήριο εξετάζει, συνερ- χόμενο σε συμβούλιο, τα στοιχεία και τους ισχυρισμούς της διοίκησης. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι ο χαρακτηρι- σμός του εγγράφου ως απόρρητου δικαιολογείται από τη φύση του, σε συνάρτηση και με τους λόγους δημόσι- ου συμφέροντος που επικαλείται η διοίκηση, προχωρεί στην εξέταση της υπόθεσης συνεκτιμώντας το έγγρα- φο, χωρίς να το θέσει υπόψη του αιτούντος και χωρίς να εκθέσει το περιεχόμενό του στην απόφαση. Αν το
παρ. 2
2. Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου δικαιούται να λαμβάνει γνώση κάθε εγγρά- φου και να εκφέρει γνώμη αν ο χαρακτηρισμός του ως απόρρητου δικαιολογείται από τη φύση του κατά τα ανα- φερόμενα στην παρ. 1. Σε κάθε περίπτωση, όμως, υπο- χρεούται στην τήρηση του απορρήτου και δεσμεύεται ως προς το ζήτημα αυτό από την κρίση του Δικαστηρίου.
Άρθρο 262
Άρθρο 262 Απώλεια εγγράφου Αν έγγραφο χαθεί ή η ανάγνωσή του καταστεί αδύνα- τη, η ύπαρξη και το περιεχόμενό του μπορεί να αποδει- χθούν με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο.
Άρθρο 263
Άρθρο 263 Γνησιότητα εγγράφου
παρ. 1
1. Αν αμφισβητείται η γνησιότητα της υπογραφής και γενικά το περιεχόμενο ιδιωτικού εγγράφου, το Δικαστήριο αποφαίνεται παρεμπιπτόντως εκ των ενόντων, με βάση πληροφορίες και εξηγήσεις που μπορεί να ζητήσει από τον φερόμενο ως συντάκτη του εγγράφου. Μπορεί επίσης, αν το κρίνει αναγκαίο, να διατάξει την απόδειξη της γνησι- ότητας του εγγράφου με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο.
παρ. 2
2. Αν πρόκειται για ξένο δημόσιο έγγραφο, το Δικαστή- ριο μπορεί να το θεωρήσει γνήσιο και χωρίς απόδειξη, με βάση τις συντρέχουσες περιστάσεις. Προς τον σκοπό αυτόν είναι δυνατό να αρκεστεί στην επικύρωσή του από το Υπουργείο Εξωτερικών ή από ελληνική πρεσβεία ή προξενείο.
Άρθρο 264
Άρθρο 264 Προσβολή εγγράφου ως πλαστού
παρ. 1
1. Όποιος προσβάλλει έγγραφο ως πλαστό, οφείλει συγχρόνως να προσκομίζει και να επικαλείται τα στοι- χεία, στα οποία στηρίζει τον ισχυρισμό του.
παρ. 2
2. Για την πλαστότητα αποφαίνεται παρεμπιπτόντως το Δικαστήριο. Αν το έγγραφο είναι ουσιώδες για τη δι- άγνωση της υπόθεσης και κατονομάζεται ο πλαστογρά- φος, και εφόσον δεν πρόκειται για περίπτωση όπου για οποιονδήποτε νόμιμο λόγο αποκλείεται η ποινική δίωξη, μπορεί να ανασταλεί η πρόοδος της δίκης ως το τέλος της ποινικής, εκτός αν από την αναστολή κινδυνεύουν αμέσως τα συμφέροντα διαδίκου.
παρ. 3
3. Η απόφαση για την αναστολή, όπως και εκείνη που δέχεται την πλαστότητα, διαβιβάζεται στον αρμόδιο ει- σαγγελέα με έγγραφο του Προέδρου του Δικαστηρίου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 41 ΑΥΤΟΨΙΑ
Άρθρο 265
Άρθρο 265 Απόφαση για διεξαγωγή αυτοψίας
παρ. 1
1. Το Δικαστήριο διατάσσει τη διενέργεια αυτοψίας, όταν κρίνει ότι πρέπει να διαμορφώσει άμεση αντίληψη για το αντικείμενο της απόδειξης, προσδιορίζοντας ταυ- τοχρόνως και τα θέματα που θα αποδειχθούν με αυτή.
παρ. 2
2. Το Δικαστήριο δύναται να αποφασίσει τη διενέργεια αυτοψίας και να διατάξει ταυτόχρονα πραγματογνωμο- σύνη ή και εξέταση μαρτύρων. Αν παράλληλα με την αυτοψία διατάχθηκε και πραγματογνωμοσύνη, η ορκο- δοσία των πραγματογνωμόνων μπορεί να γίνει και κατά την αυτοψία από εκείνον που την ενεργεί.
παρ. 3
3. Κατά τη διεξαγωγή αυτοψίας δικαιούται να παρίστα- ται δικαστικός λειτουργός της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προς την οποία κοινοποιείται η απόφαση διενέργειάς της αμέσως μετά από την έκδοση αυτής.
Άρθρο 266
Άρθρο 266 Διεξαγωγή αυτοψίας
παρ. 1
1. Η αυτοψία ενεργείται από το ίδιο το Δικαστήριο που τη διέταξε ή από μέλος του που εντέλλεται από αυτό. Εφόσον συντρέχει εξαιρετική ανάγκη, η διενέργεια της αυτοψίας μπορεί να ανατεθεί και σε άλλο Δικαστήριο, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 9.
παρ. 2
2. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, αν η αυτοψία ενερ- γείται από όλο το Δικαστήριο, ή ο ειδικώς ορισθείς από αυτό εισηγητής δικαστής, ορίζουν την ημέρα και την ώρα της διεξαγωγής της. Αν κρίνουν ότι είναι αδύνατο ή δυσχερές να μεταφερθεί το αντικείμενο της αυτοψίας στον τόπο των συνεδριάσεων, ορίζουν τόπο κατάλληλο για τη διεξαγωγή της, όπου μεταβαίνουν εκείνοι που την ενεργούν.
παρ. 3
3. Ο διάδικος ή τρίτος που κατέχει το αντικείμενο της αυτοψίας ή που είναι ο ίδιος αντικείμενο της αυτοψίας πρέπει τρεις (3) τουλάχιστον ημέρες πριν ενεργηθεί η αυτοψία να κληθεί να παραστεί σ’ αυτήν.
παρ. 4
4. Κατά τη διεξαγωγή της αυτοψίας μπορεί να ληφθούν φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις, καθώς και να συντα- χθούν σχεδιαγράμματα.
Άρθρο 267
Άρθρο 267 Σύμπραξη κατά τη διενέργεια αυτοψίας
παρ. 1
1. Οι διάδικοι οφείλουν να βοηθούν για την ενέργεια της αυτοψίας και να κάνουν ό,τι είναι αναγκαίο για τη διεξαγωγή της.
παρ. 2
2. Αν η αυτοψία γίνεται σε διάδικο ή τρίτο, αυτός οφεί- λει να ανεχθεί την αυτοψία, εκτός αν συντρέχει σπουδαί- ος λόγος και ιδίως αν θίγεται η υγεία ή η αξιοπρέπειά του. Εκείνος που ενεργεί την αυτοψία, πρέπει να λάβει όλα τα μέτρα, για να εξασφαλιστεί πλήρως η υγεία και η αξιοπρέπεια του προσώπου όσο γίνεται η αυτοψία.
παρ. 3
3. Αν αντικείμενο της αυτοψίας είναι κινητό που το κατέχει διάδικος ή τρίτος, αυτός οφείλει να το παρου- σιάσει και να το επιδείξει σε εκείνον που ενεργεί την αυτοψία. Αν αντικείμενο της αυτοψίας είναι ακίνητο, που κατέχει διάδικος ή τρίτος, αυτός έχει υποχρέωση να επιτρέψει την επίσκεψη του ακινήτου για να γίνει η αυτοψία.
παρ. 4
4. Διάδικος ή τρίτος που με την απουσία του, την από- κρυψη του πράγματος που αποτελεί το αντικείμενο της αυτοψίας ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ματαιώνει ή παρεμποδίζει τη διεξαγωγή της καταδικάζεται στην καταβολή των δικαστικών εξόδων. Αν αυτός είναι ο διάδικος, προς απόδειξη ισχυρισμού του οποίου έχει διαταχθεί η αυτοψία, ο ισχυρισμός του, αν δεν αποδει- κνύεται με άλλο αποδεικτικό μέσο, απορρίπτεται ως αναπόδεικτος. Αν είναι ο αντίδικός του, ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι έχει αποδειχθεί.
παρ. 5
5. Το Δικαστήριο ή ο ειδικώς ορισθείς από αυτό ει- σηγητής δικαστής που διεξάγει την αυτοψία, μπορεί να απαλλάξει τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 4 από τις υποχρεώσεις τους αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι, τους οποίους τα πρόσωπα αυτά πρέπει να επικαλεστούν εγγράφως και να αποδείξουν πριν από τη διεξαγωγή της αυτοψίας. Αν πρόκειται για απόφαση του εισηγητή δικαστή, το Δικαστήριο μπορεί να την εξαφανίσει δια- τάσσοντας και πάλι την αυτοψία.
Άρθρο 268
Άρθρο 268 Περιεχόμενο έκθεσης αυτοψίας
παρ. 1
1. Αν η αυτοψία γίνεται στο ακροατήριο, αναφέρεται στα πρακτικά, ενώ, αν γίνεται εκτός ακροατηρίου, συ- ντάσσεται σχετική έκθεση. Στα πρακτικά ή την έκθεση πρέπει να αναφέρεται το αντικείμενο της αυτοψίας, καθώς και η αντίληψη που σχημάτισαν από αυτήν το Δικαστήριο ή ο δικαστής.
παρ. 2
2. Στα πρακτικά ή την έκθεση πρέπει να περιλαμβάνο- νται αν εξετάστηκαν μάρτυρες, οι καταθέσεις τους, ενώ, αν διορίστηκαν πραγματογνώμονες, η γνωμοδότησή τους. Επίσης, επισυνάπτονται τα ληφθέντα σχεδιαγράμ- ματα, φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις.
Άρθρο 269
Άρθρο 269 Κατάθεση έκθεσης αυτοψίας Αν η αυτοψία διενεργείται στο ακροατήριο, η υπόθεση συζητείται αμέσως μετά. Αν διενεργείται εκτός ακροα- τηρίου, η έκθεση αυτοψίας κατατίθεται ή αποστέλλεται μαζί με τα συνημμένα της στη γραμματεία του Δικαστη- ρίου που δικάζει την υπόθεση. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 42 ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗ
Άρθρο 270
Άρθρο 270 Έργο πραγματογνωμόνων Το Δικαστήριο διατάσσει τη διενέργεια πραγματο- γνωμοσύνης αν κρίνει ότι ανακύπτουν ζητήματα για τη διάγνωση των οποίων απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Άρθρο 271
Άρθρο 271 Διορισμός πραγματογνωμόνων
παρ. 1
1. Για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης το Δικαστήριο διορίζει έναν ή περισσότερους πραγματο- γνώμονες.
παρ. 2
2. Οι πραγματογνώμονες διορίζονται από κατάλο- γο πραγματογνωμόνων που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 371 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Αν δεν υπάρχει κατάλογος ή δεν περιλαμβάνονται σε αυτόν πρόσωπα με ειδικές γνώσεις για το συγκεκριμένο αντι- κείμενο της πραγματογνωμοσύνης, το Δικαστήριο δι- ορίζει άλλα κατάλληλα κατά την κρίση του πρόσωπα που έχουν τα προσόντα εγγραφής σε κατάλογο πραγ- ματογνωμόνων.
παρ. 3
3. Στην απόφαση διορισμού αναφέρονται το θέμα της απόδειξης, ο διάδικος που φέρει το βάρος της, καθώς και ο χρόνος περάτωσης της πραγματογνωμοσύνης. Στην ίδια απόφαση αναφέρονται το ονοματεπώνυμο, η διεύ- θυνση κατοικίας ή επαγγέλματος, η διεύθυνση ηλεκτρο- νικού ταχυδρομείου και η ιδιότητα των διοριζομένων ως πραγματογνωμόνων.
Άρθρο 272
Άρθρο 272 Αποκλεισμός, εξαίρεση, απαλλαγή και αντικατάσταση πραγματογνώμονα
παρ. 1
1. Οι λόγοι οι οποίοι ισχύουν για τον αποκλεισμό και την εξαίρεση των δικαστών, ισχύουν αναλόγως και για τους πραγματογνώμονες.
παρ. 2
2. Οι πραγματογνώμονες μπορούν να ζητήσουν την απαλλαγή τους για τους ίδιους λόγους, καθώς και για κάθε σπουδαίο λόγο που τους παρεμποδίζει να διενερ- γήσουν την πραγματογνωμοσύνη. Αν ο πραγματογνώ- μονας είναι υπάλληλος φορέα που ανήκει στον δημόσιο τομέα, την απαλλαγή μπορεί να ζητήσει και η προϊστά- μενή του αρχή.
παρ. 3
3. Οι λόγοι που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 πρέπει να προβληθούν πριν από την ορκοδοσία.
παρ. 4
4. Η βασιμότητα των λόγων αποκλεισμού ή εξαίρεσης εξετάζεται από το Δικαστήριο σε συμβούλιο. Αν οι λόγοι κριθούν βάσιμοι, ορίζεται συγχρόνως ο αντικαταστάτης.
παρ. 5
5. Το Δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει τον πραγ- ματογνώμονα, αν κάποιος από τους λόγους της παρ. 1 ανακύψει μετά από την ορκοδοσία, καθώς και για αδυ- ναμία ή αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.
Άρθρο 273
Άρθρο 273 Ορκοδοσία πραγματογνώμονα Οι πραγματογνώμονες ορκίζονται ενώπιον του Δικα- στηρίου που τους διόρισε ή του ειδικώς ορισθέντος από αυτό εισηγητή δικαστή ότι θα εκτελέσουν τα καθήκοντά τους με ευσυνειδησία, αντικειμενικότητα και εχεμύθεια. Κατά τα λοιπά, τηρείται ο τύπος του όρκου των μαρτύ- ρων.
Άρθρο 274
Άρθρο 274 Καθήκοντα πραγματογνώμονα
παρ. 1
1. Οι πραγματογνώμονες γνωμοδοτούν για τα θέματα που τους τίθενται από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δύναται να τους παρέχει οδηγίες ή κατευθύνσεις για τον τρόπο με τον οποίο θα εκτελέσουν τα καθήκοντά τους.
παρ. 2
2. Η άσκηση των καθηκόντων του πραγματογνώμονα είναι υποχρεωτική.
παρ. 3
3. Οι πραγματογνώμονες οφείλουν, όποτε καλούνται από το Δικαστήριο, να παρευρίσκονται κατά τη διενέρ- γεια και άλλων διαδικαστικών πράξεων, καθώς και κατά τη μετά την απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης για την παροχή επεξηγήσεων ή πληροφοριών.
παρ. 4
4. Πραγματογνώμονας που δεν εκτελεί τα καθήκοντά του, δεν έχει δικαίωμα αμοιβής ή αποζημίωσης και υπό- κειται στις κυρώσεις που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 20.
Άρθρο 275
Άρθρο 275 Διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης
παρ. 1
1. Για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, αν οι πραγματογνώμονες είναι περισσότεροι από ένας, συ- νέρχονται ύστερα από πρόσκληση οποιουδήποτε από αυτούς. Αλλιώς, συγκαλούνται από το Δικαστήριο ή από τον ειδικώς ορισθέντα από αυτό εισηγητή δικαστή.
παρ. 2
2. Οι πραγματογνώμονες μπορούν: (α) να λαμβάνουν γνώση των στοιχείων της δικογρα- φίας και να λαμβάνουν απλά αντίγραφα των έγγραφων στοιχείων της, τα οποία θεωρούν απαραίτητα για τη δι- εξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, (β) να ζητούν πληροφορίες από τους διαδίκους ή από τους φορείς που ανήκουν στον δημόσιο τομέα, να λαμβάνουν φωτογραφίες, απεικονίσεις ή εικόνες, να συ- ντάσσουν σχεδιαγράμματα και να προβαίνουν σε κάθε αναγκαία ενέργεια, (γ) όταν παρίστανται στις συνεδριάσεις, με την άδεια του Προέδρου του Δικαστηρίου, να υποβάλουν ερωτή- σεις στους διαδίκους, τους νόμιμους αντιπροσώπους τους και τους μάρτυρες και να ζητούν να αναγνωσθούν έγγραφα.
παρ. 3
3. Οι διάδικοι μπορούν να υποβάλουν προς τους πραγ- ματογνώμονες υπομνήματα με τις απόψεις τους για το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης, καθώς και κάθε άλλο συναφές με αυτό στοιχείο και να παρευρίσκονται κατά την εξέταση ή τη θεώρηση του αντικειμένου της.
Άρθρο 276
Άρθρο 276 Έκθεση πραγματογνωμοσύνης
παρ. 1
1. Για τη διεξαγωγή και το συμπέρασμα της πραγμα- τογνωμοσύνης, οι πραγματογνώμονες συντάσσουν έκ- θεση, στην οποία αναφέρονται οι ενέργειες που έγιναν και η αιτιολογημένη γνώμη καθενός. Αν η γνώμη περισ- σότερων πραγματογνωμόνων συμπίπτει, συντάσσεται κοινή γνώμη από αυτούς.
παρ. 2
2. Η έκθεση υπογράφεται από όλους τους πραγμα- τογνώμονες και κατατίθεται στη γραμματεία του Δικα- στηρίου. Για την κατάθεση συντάσσεται σχετική πράξη. Αν κάποιος ή κάποιοι από τους πραγματογνώμονες δεν παρουσιάζονται όταν γίνεται η πραγματογνωμοσύνη ή αρνούνται να υπογράψουν την έκθεση, αυτό σημειώνε- ται στην έκθεση.
παρ. 3
3. Αν η πραγματογνωμοσύνη διεξάγεται στο ακροα- τήριο, το Δικαστήριο μπορεί να αρκεστεί σε προφορική έκθεση, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Άρθρο 277
Άρθρο 277 Εκτίμηση πραγματογνωμοσύνης Το Δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνώμη των πραγ- ματογνωμόνων. Αν κρίνει ότι συντρέχει λόγος, μπορεί να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη ή την επανάληψη ή τη συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες.
Άρθρο 278
Άρθρο 278 Δαπάνες πραγματογνωμοσύνης
παρ. 1
1. Οι δαπάνες της πραγματογνωμοσύνης και η αμοιβή των πραγματογνωμόνων, η οποία για όλους από κοινού δεν μπορεί να υπερβαίνει την κατά την παρ. 3 αμοι- βή του ενός προσαυξημένη κατά πενήντα τοις εκατό (50%), καθορίζονται από το Δικαστήριο που διέταξε την πραγματογνωμοσύνη με την οριστική του απόφα- ση. Για τον καταλογισμό τους εφαρμόζονται τα άρθρα 314 και 315.
παρ. 2
2. Αν για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης απαιτούνται σημαντικές δαπάνες, το Δικαστήριο σε συμβούλιο, ύστερα από αίτηση του πραγματογνώμο- να, που υποβάλλεται στον Πρόεδρο και η οποία περι- έχει λεπτομερώς τις απαιτούμενες δαπάνες, μπορεί, με απόφασή του, μη υποκείμενη σε ένδικα μέσα, να προβεί στην προσωρινή εκκαθάριση και να διατάξει την ολική ή μερική προκαταβολή των δαπανών αυτών. Με την προκαταβολή των παραπάνω δαπανών επιβαρύνεται το Δημόσιο. Οι προκαταβαλλόμενες δαπάνες συμψηφί- ζονται, σύμφωνα όσα ορίζονται στην παρ. 3, κατά την οριστική εκκαθάριση και τον καταλογισμό των δαπανών στους διαδίκους.
παρ. 3
3. Οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 (Α’ 79) εφαρμόζονται και ως προς την αμοιβή των πραγ- ματογνωμόνων.
Άρθρο 279
Άρθρο 279 Τεχνικοί σύμβουλοι
παρ. 1
1. Αν το Δικαστήριο αποφασίσει τον διορισμό πραγμα- τογνώμονα, κάθε διάδικος μπορεί να ορίσει με δαπάνη του έναν τεχνικό σύμβουλο, ο οποίος πρέπει να είναι πρόσωπο που έχει την ικανότητα να διοριστεί πραγμα- τογνώμονας.
παρ. 2
2. Ο ορισμός τεχνικού συμβούλου γίνεται με έγγραφη δήλωση του διαδίκου που κατατίθεται στη γραμματεία, καθώς και προφορικώς στο Δικαστήριο ή στον ειδικώς ορισθέντα από αυτό εισηγητή δικαστή ενώπιον των οποίων διενεργείται η πραγματογνωμοσύνη. Για τον ορισμό συντάσσεται αντίστοιχα έκθεση ή πρακτικό.
παρ. 3
3. Οι τεχνικοί σύμβουλοι βοηθούν τους διαδίκους με τις τεχνικές γνώσεις τους, μπορούν δε να παρευρίσκο- νται σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις στις οποίες είναι δυνατόν να παρευρίσκονται και οι πραγματογνώμονες, να λαμβάνουν γνώση της δικογραφίας και να λαμβάνουν απλά αντίγραφα των αναγκαίων για την επιτέλεση του έργου τους εγγράφων.
παρ. 4
4. Οι τεχνικοί σύμβουλοι μπορούν να υποβάλουν εγ- γράφως ή να διατυπώνουν, με άδεια του Προέδρου του Δικαστηρίου, προφορικώς στο ακροατήριο τις παρα- τηρήσεις τους για την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, καθώς και να απευθύνουν ερωτήσεις στους πραγματο- γνώμονες κατά την ακροαματική διαδικασία.
Άρθρο 280
Άρθρο 280 Απλές γνωμοδοτήσεις Γνωμοδοτήσεις προσώπων τα οποία έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, για ζητήματα που αφορούν σε εκκρεμή δίκη, τα οποία δεν αποτέλεσαν αντικείμε- νο πραγματογνωμοσύνης, λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, εφόσον ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά και εκτιμώνται ελεύθερα από αυτό. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 43 ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Άρθρο 281
Άρθρο 281 Απόφαση για εξέταση μάρτυρα
παρ. 1
1. Το Δικαστήριο μπορεί να διατάζει την εξέταση μαρ- τύρων είτε ενώπιόν του είτε ενώπιον του ειδικώς ορισθέ- ντος για την απόδειξη εισηγητή δικαστή. Είναι δυνατόν να αποφασιστεί η εξέταση μάρτυρα, ακόμα και αν έχει ληφθεί προαποδεικτικώς η κατάθεσή του, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 290.
παρ. 2
2. Στην απόφαση, εκτός από το θέμα της απόδειξης, τον τόπο, καθώς και τον χρόνο διεξαγωγής και περάτω- σής της, πρέπει να αναφέρονται το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα, η διεύθυνση κατοικίας, καθώς και η διεύθυν- ση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του μάρτυρα.
Άρθρο 282
Άρθρο 282 Πρόταση διαδίκου για εξέταση μάρτυρα
παρ. 1
1. Η πρόταση του διαδίκου για την εξέταση μάρτυρα γίνεται με το αρχικό ή το δικόγραφο των πρόσθετων λό- γων ή με ειδική αίτηση που κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από την πρώτη συζήτηση.
παρ. 2
2. Στην πρόταση πρέπει να: (α) αναφέρονται το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα, (β) προσδιορίζεται το θέμα για το οποίο θα γίνει η εξέταση, (γ) βεβαιώνεται ότι δεν συντρέχει περίπτωση απο- κλεισμού ή απαλλαγής του μάρτυρα, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 285 και 286.
παρ. 3
3. Η πρόταση μπορεί να γίνει και προφορικώς, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εφόσον σε αυτήν παρίστανται όλοι οι διάδικοι και δεν αντι- λέγουν.
παρ. 4
4. Μάρτυρες δικαιούται να καλεί προς εξέταση και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Για τον σκοπό αυτό η Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενημερώ- νει πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από την πρώτη συζήτηση τη γραμματεία του Δικαστηρίου, αναφέρο- ντας στην πρόταση τα στοιχεία που αναφέρονται την παρ. 2. Η πρόταση μπορεί να γίνει και προφορικά στο ακροατήριο, εφόσον παρίστανται όλοι οι διάδικοι και δεν αντιλέγουν.
Άρθρο 283
Άρθρο 283 Κλήση μάρτυρα
παρ. 1
1. Οι μάρτυρες καλούνται με πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου ή του ειδικώς ορισθέντος από αυτό εισηγητή δικαστή.
παρ. 2
2. Η πράξη πρέπει να αναφέρει το θέμα της απόδειξης, τον τόπο και τον χρόνο διεξαγωγής της, το ονοματεπώ- νυμο, το επάγγελμα, τη διεύθυνση κατοικίας και την ηλεκτρονική διεύθυνση του μάρτυρα.
παρ. 3
3. Η πράξη επιδίδεται στους μάρτυρες και στους δι- αδίκους με επιμέλεια της γραμματείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
παρ. 4
4. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι οποίες αφορούν στην ιδιότητα ή στην κατάσταση του μάρτυρα, επιτρέπεται η εξέταση να γίνει από τον ειδικώς ορισθέντα εισηγητή δικαστή στην κατοικία ή στον τόπο της διαμονής του μάρτυρα. Για την εξέταση αυτή καλούνται οι διάδικοι με ειδική πράξη του ορισθέντος εισηγητή δικαστή, η οποία επιδίδεται σε αυτούς με επιμέλεια της γραμματείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Άρθρο 284
Άρθρο 284 Υποχρέωση και αντικείμενο μαρτυρίας
παρ. 1
1. Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στο άρθρο 285, περί αποκλεισμού μαρτύρων, η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ή του ειδικώς ορισθέντος εισηγητή δικα- στή είναι υποχρεωτική. Όποιος καλείται να εξεταστεί ως μάρτυρας, οφείλει να προσέλθει και να καταθέσει για τα πραγματικά γεγονότα που γνωρίζει.
παρ. 2
2. Αν ο μάρτυρας που έχει κληθεί νομίμως δεν εμφανι- στεί αδικαιολογήτως ή αρνείται να ορκιστεί ή να καταθέ- σει, το Δικαστήριο, με οριστική απόφασή του, επιβάλλει πρόστιμο έως χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Άρθρο 285
Άρθρο 285 Αποκλεισμός μαρτύρων
παρ. 1
1. Αποκλείεται να εξεταστούν ως μάρτυρες: (α) πρόσωπα τα οποία, όταν έγινε το πραγματικό γεγο- νός που πρέπει να αποδειχθεί, δεν είχαν το αισθητήριο για να το αντιληφθούν ή δεν έχουν ικανότητα να ανα- κοινώσουν αυτό που αντιλήφθηκαν, (β) οι συγγενείς του ιδιώτη διαδίκου εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό, κατευθείαν ή εκ πλαγίου, οι σύζυγοι και οι συνάψαντες σύμφωνο συμ- βίωσης και αν ακόμη έπαυσε να υφίσταται ο γάμος ή το σύμφωνο, (γ) πρόσωπα που μπορεί να έχουν οποιοδήποτε συμ- φέρον από την έκβαση της δίκης.
παρ. 2
2. Αποκλείεται, επίσης, να εξεταστούν ως μάρτυρες όσοι κατέχουν αξίωμα ή ασκούν λειτούργημα ή επάγ- γελμα για όσα θέματα τους έχουν εμπιστευτεί λόγω της ιδιότητάς τους αυτής, εφόσον η φύση των θεμάτων τού- των, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, επιβάλλει την εχεμύθεια. Ο αποκλεισμός αυτός μπορεί να αρθεί, αν το επιτρέψουν τόσο εκείνος που τους εμπιστεύτηκε το σχε- τικό θέμα όσο και αυτός στον οποίο αφορά το αντίστοιχο απόρρητο. Η άρση του αποκλεισμού δεν ισχύει αν πρό- κειται για κληρικούς, ως προς τα θέματα που τους έχουν εμπιστευτεί οι εξομολογηθέντες από αυτούς. Αν πρόκει- ται για δημόσιους υπαλλήλους ή υπαλλήλους οργανι-
Άρθρο 286
Άρθρο 286 Απαλλαγή μαρτύρων Απαλλάσσονται από την υποχρέωση να εξετασθούν ως μάρτυρες και έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν την εξέτασή τους: (α) τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 285 για όσα θέματα περιήλθαν σε γνώση τους κατά την άσκηση του αξιώματος ή του λειτουργήματος ή του επαγγέλματός τους ή συνιστούν επαγγελματικό ή καλλιτεχνικό τους απόρρητο, (β) αυτός που καλείται να καταθέσει για ζητήματα τα οποία είναι δυνατόν να προκαλέσουν την ποινική δίωξη
Άρθρο 287
Άρθρο 287 Εξέταση λόγων αποκλεισμού ή απαλλαγής
παρ. 1
1. Της κύριας εξέτασης προηγείται η προκαταρκτική εξέταση του μάρτυρα, κατά την οποία ελέγχεται αν συ- ντρέχει λόγος αποκλεισμού του. Τη συνδρομή λόγου απαλλαγής του επικαλείται ο ίδιος ο μάρτυρας.
παρ. 2
2. Αν συντρέχει λόγος αποκλεισμού ή απαλλαγής του μάρτυρα, ο ειδικώς ορισθείς εισηγητής δικαστής δεν προχωρεί στην εξέτασή του. Το Δικαστήριο, αν κρίνει αντιθέτως, διατάζει την εξέταση του μάρτυρα κατά την ενώπιόν του διαδικασία.
παρ. 3
3. Κάθε διάδικος μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση του μάρτυρα, αν στο πρόσωπό του συντρέχει λόγος απο- κλεισμού σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 285. Στην περίπτωση αυτή οφείλει να αποδείξει ενώπιον του Δικαστηρίου ή του ειδικώς ορισθέντος εισηγητή δικαστή τη συνδρομή του λόγου αυτού.
Άρθρο 288
Άρθρο 288 Διεξαγωγή εξέτασης μάρτυρα
παρ. 1
1. Το Δικαστήριο ή ο ειδικώς ορισθείς από αυτό ει- σηγητής δικαστής επιβεβαιώνει αρχικά την ταυτότητα του προσώπου που εμφανίζεται ως μάρτυρας, με βάση στοιχεία, όπως το όνομα και το επώνυμό του, τον τόπο που γεννήθηκε, την ηλικία, την κατοικία και το επάγγελ- μά του.
παρ. 2
2. Πριν εξεταστεί ο μάρτυρας, οφείλει να ορκισθεί, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 408 του Κώδι- κα Πολιτικής Δικονομίας. Μετά τον όρκο, ο μάρτυρας ερωτάται για την συγγένειά του με τους διαδίκους και για κάθε άλλο περιστατικό, το οποίο μπορεί να αποτε- λέσει λόγο να μη συνεχισθεί η εξέτασή του ή μπορεί να διαφωτίσει για τις σχέσεις του με τους διαδίκους και για την αξιοπιστία του. Όσοι δεν έχουν συμπληρώσει το δέκατο τέταρτο έτος της ηλικίας τους, ή έχουν στε- ρηθεί τα πολιτικά τους δικαιώματα, ή αποστερήθηκαν θέσεις και αξιώματα λόγω ποινικής καταδίκης, εξετά- ζονται, αν η μαρτυρία τους κριθεί αναγκαία, χωρίς να δώσουν όρκο.
παρ. 3
3. Κάθε μάρτυρας εξετάζεται προφορικά και χωριστά από τους άλλους. Ο μάρτυρας μπορεί, κατά την κρίση του Προέδρου του Δικαστηρίου, να χρησιμοποιεί ση- μείωμα για να βοηθήσει τη μνήμη του. Ο μάρτυρας οφείλει να δηλώσει πώς έμαθε αυτά που καταθέτει και, αν πρόκειται για γεγονότα για τα οποία δεν έχει άμεση αντίληψη, οφείλει να δηλώσει και το πρόσωπο από το οποίο πληροφορήθηκε όσα καταθέτει.
παρ. 4
4. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ή ο ορισθείς εισηγη- τής δικαστής μπορεί να απαγορεύει τις ερωτήσεις των διαδίκων ή των πληρεξουσίων τους προς τον μάρτυρα, αν κρίνει ότι είναι έκδηλα άσκοπες ή έξω από το θέμα, και κηρύσσει περατωμένη την εξέταση του μάρτυρα, όταν κρίνει ότι ο μάρτυρας κατέθεσε όσα γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά.
παρ. 5
5. Το Δικαστήριο μπορεί να αποβάλει τον μάρτυρα πριν από την εξέταση ή κατά τη διάρκειά της, αν κρίνει ότι η διανοητική του κατάσταση αποκλείει την ικανότητά του για μαρτυρία, κατόπιν υποβολής έκθεσης του ειδι- κώς ορισθέντος εισηγητή δικαστή με τις παρατηρήσεις του.
παρ. 6
6. Οι διάδικοι μπορούν να υποβάλουν ερωτήσεις στον μάρτυρα, ύστερα από άδεια αυτού που διεξάγει την εξέταση. Εξέταση μάρτυρα σε αντιπαράσταση με άλλο μάρτυρα ή διάδικο επιτρέπεται να γίνει, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, μόνον ενώπιον του Δικαστηρίου ή του ειδικώς ορισθέντος εισηγητή δικαστή.
παρ. 7
7. Όσα έγιναν κατά τη διεξαγωγή της μαρτυρικής κα- τάθεσης, καθώς και η ορκοδοσία, η κατάθεση του μάρ- τυρα και οι ενστάσεις των διαδίκων καταχωρίζονται στο πρακτικό ή την έκθεση, κατά περίπτωση.
Άρθρο 289
Άρθρο 289 Συμπληρωματική εξέταση μαρτύρων Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει να εξεταστεί εκ νέου ένας μάρτυρας, αν αυτό χρειάζεται για να συμπληρωθεί ή να διευκρινιστεί η κατάθεση ή αν το Δικαστήριο κρίνει ότι ο μάρτυρας αρνήθηκε αδικαιολόγητα να καταθέσει για ορισμένο θέμα. Στις περιπτώσεις αυτές δεν απαιτείται νέα ορκοδοσία του μάρτυρα.
Άρθρο 290
Άρθρο 290 Κατάθεση κατά την προδικασία
παρ. 1
1. Οι μαρτυρικές καταθέσεις τις οποίες προσάγουν οι διάδικοι προαποδεικτικώς λαμβάνονται ενόρκως, σύμ- φωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 287 παρ. 1 και 288 παρ. 1, 2, και 5, ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιο- γράφου της έδρας του Δικαστηρίου ή της κατοικίας του μάρτυρα.
παρ. 2
2. Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη μαρτυρικής κατά- θεσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 1, επιδίδει δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από την κατάθεση στους λοιπούς διαδίκους κλήση, η οποία αναφέρει το ένδικο βοήθημα ή μέσο στο οποίο αφορά η κατάθεση, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα διεξαγωγής της, το ονο- ματεπώνυμο, το επάγγελμα, τη διεύθυνση της κατοικίας και την ηλεκτρονική διεύθυνση του μάρτυρα, καθώς και το θέμα της κατάθεσης.
παρ. 3
3. Κατά την κατάθεση του μάρτυρα σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παρ. 1 και 2 παρίστανται, εφόσον το επι- θυμούν, οι διάδικοι, οι οποίοι επιτρέπεται να απευθύνουν ερωτήσεις προς αυτόν.
παρ. 4
4. Μαρτυρική κατάθεση, που δίδεται κατά παράβαση των παρ. 1, 2 και 3, δεν λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε ως αποδεικτικό μέσο, που δεν πληροί τους όρους του νόμου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 44 ΑΚΡΟΑΣΕΙΣ, ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Άρθρο 291
Άρθρο 291 Ακρόαση υπηρεσιακών παραγόντων και εξηγήσεις διαδίκων
παρ. 1
1. Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την παροχή ανω- μοτί εξηγήσεων ή πληροφοριών από υπηρεσιακούς πα- ράγοντες ή και από τους ίδιους τους διαδίκους.
παρ. 2
2. Η απόφαση για την εξέταση των προσώπων που αναφέρονται στην παρ. 1 κοινοποιείται στους διαδίκους και την αρμόδια αρχή. Η εξέταση διεξάγεται σε ιδιαίτερη συζήτηση στο ακροατήριο ή ενώπιον μέλους του Δικα- στηρίου που ορίζεται για τον σκοπό αυτόν.
Άρθρο 292
Άρθρο 292 Αποδοχή αλήθειας πραγματικών περιστατικών με επιβλαβείς συνέπειες
παρ. 1
1. Η αποδοχή από διάδικο της αλήθειας πραγματικών περιστατικών, με επιβλαβείς γι’ αυτόν συνέπειες στην έκβαση της δίκης, γίνεται εγγράφως ή προφορικώς είτε ενώπιον του Δικαστηρίου ή του ειδικώς ορισθέντος από αυτό εισηγητή δικαστή είτε εξωδίκως. Σε περίπτωση προφορικής αποδοχής ενώπιον του Δικαστηρίου ή του ειδικώς ορισθέντος εισηγητή δικαστή, η σχετική δήλωση καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, αντιστοίχως.
παρ. 2
2. Η αποδοχή της παρ. 1 μπορεί να ανακληθεί για ου- σιώδη πλάνη ως προς τα πράγματα, έως το πέρας της τελευταίας συζήτησης. ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟ ΠΕΡΑΤΩΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 45 ΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Άρθρο 293
Άρθρο 293 Σύνθεση του Δικαστηρίου για λήψη απόφασης
παρ. 1
1. Η απόφαση λαμβάνεται από τους δικαστές που μετείχαν στη σύνθεση του Δικαστηρίου κατά τη συζή- τηση. Όταν η συζήτηση γίνεται ενώπιον μονομελούς δικαστηρίου, η απόφαση λαμβάνεται από τον δικαστή του δικαστηρίου αυτού.
παρ. 2
2. Ανασυζήτηση της υπόθεσης γίνεται μόνο σε περί- πτωση θανάτου ή αποχώρησης από την υπηρεσία του δικαστή που είχε μετάσχει στη συζήτηση της υπόθεσης ή άλλου σοβαρού λόγου. Ο δικαστής που είχε μετάσχει στη συζήτηση της υπόθεσης υποχρεούται, και μετά την επέλευση υπηρεσιακής του μεταβολής, να μετάσχει στη διαδικασία λήψης και έκδοσης της απόφασης, με τον βαθμό που έφερε κατά τη συζήτηση.
παρ. 3
3. Αν κωλύεται ή αποχωρήσει από την υπηρεσία ή αποβιώσει μέλος της Ολομέλειας από τα μετασχόντα στη συζήτηση της υπόθεσης, εγκύρως λαμβάνεται η απόφαση από τα υπόλοιπα μετασχόντα στη συζήτηση μέλη, εφόσον ο αριθμός αυτών είναι επαρκής για τη συ- γκρότηση της Ολομέλειας. Ο αριθμός των μελών πρέπει πάντοτε να διατηρείται περιττός. Αν τα μέλη σχηματί- ζουν άρτιο αριθμό, αποχωρεί ο νεότερος Σύμβουλος και αν αυτός είναι εισηγητής στη δικαζόμενη υπόθεση, ο αμέσως αρχαιότερός του.
Άρθρο 294
Άρθρο 294 Ανασυζήτηση Εκτός από την περίπτωση που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 293, αν μετά από τη συζήτηση της υπόθεσης καταστεί αδύνατη για οποιονδήποτε λόγο η λήψη της από- φασης, η συζήτηση επαναλαμβάνεται κατόπιν ορισμού νέας δικασίμου και κοινοποίησης κλήσης προς συζήτηση.
παρ. 1
1. Για τη λήψη της απόφασης από πολυμελή σχηματι- σμό γίνεται διάσκεψη και ψηφοφορία.
παρ. 2
2. Κατά τις διασκέψεις, που μπορεί να γίνονται και εξ αποστάσεως με τη χρήση τεχνικού μέσου που διασφαλίζει τη μυστικότητα της διάσκεψης, παρίσταται και ο γραμμα- τέας, αν τούτο κρίνεται αναγκαίο από τον προεδρεύοντα.
παρ. 3
3. Οι πολυμελείς σχηματισμοί του Δικαστηρίου απο- φαίνονται κατά πλειοψηφία.
παρ. 4
4. Κατά την ψηφοφορία ψηφίζει πρώτος ο εισηγητής, στη συνέχεια οι λοιποί κατά αντίστροφη σειρά σε σχέση με την αρχαιότητά τους, τελευταίος δε ψηφίζει αυτός που προεδρεύει στη διάσκεψη.
παρ. 5
5. Αν κατά την ψηφοφορία σχηματισθούν περισσότερες από δύο γνώμες και δεν σχηματίζεται πλειοψηφία, όσοι έχουν μεμονωμένη γνώμη ή τάχθηκαν υπέρ της ασθενέ- στερης, οφείλουν να προσχωρήσουν σε μία από τις επι- κρατέστερες. Ο προεδρεύων στη διάσκεψη μπορεί να πα- ρατείνει τη διάσκεψη ή να την επαναλάβει, αν διαπιστώσει ότι οι γνώμες που έχουν σχηματισθεί είναι περισσότερες από δύο με μικρή αριθμητική διαφορά μεταξύ τους.
παρ. 6
6. Αν περισσότερες από τις ασθενέστερες γνώμες συ- γκεντρώσουν ίσο αριθμό ψήφων, καθορίζεται με ψηφο- φορία ο αποκλεισμός της μιας από αυτές και εκείνοι που την ακολούθησαν, οφείλουν να προσχωρήσουν σε μία από τις άλλες γνώμες μέχρι να σχηματισθεί πλειοψηφία.
παρ. 7
7. Πρακτικό διάσκεψης συντάσσεται μόνο σε όποια περίπτωση τούτο κρίνεται αναγκαίο από το Δικαστήριο.
Άρθρο 296
Άρθρο 296 Παραπομπή σε επταμελή σύνθεση Τμήματος Αν κατά τη διάσκεψη Τμήματος διαπιστωθεί ότι αυτό φέρεται να λάβει απόφαση που είναι αντίθετη σε πρό- σφατη προηγούμενη απόφασή του, σχετικά με την ισχύ ή την έννοια διάταξης νόμου που εφαρμόζεται κυρίως σε υποθέσεις υπαγόμενες στην αρμοδιότητά του, τότε η υπόθεση μπορεί να παραπεμφθεί για να εκδικασθεί σε νέα δικάσιμο, κατά την οποία το Τμήμα συγκροτείται από τον Πρόεδρο, τους τέσσερις αρχαιότερους Συμβούλους και τους δύο αρχαιότερους Παρέδρους που υπηρετούν σε αυτό. Η υπόθεση μπορεί να παραπεμφθεί στην επταμε-
Άρθρο 297
Άρθρο 297 Διατύπωση και δημοσίευση απόφασης
παρ. 1
1. Μετά τη λήψη της απόφασης ο δικαστής συντάσσει, χρονολογεί και υπογράφει την απόφαση.
παρ. 2
2. Σε δίκες ενώπιον πολυμελών δικαστικών σχηματισμών, με το πέρας της ψηφοφορίας συντάσσεται από τον ειση- γητή δικαστή σχέδιο της απόφασης που περιλαμβάνει το αιτιολογικό και το διατακτικό της, το οποίο χρονολογείται και υπογράφεται από τον προεδρεύοντα και τον εισηγητή.
παρ. 3
3. Η απόφαση που προκύπτει από το σχέδιο της παρ. 2 δημοσιεύεται σε δημόσια συνεδρίαση του σχηματισμού που έλαβε την απόφαση. Η απόφαση μπορεί να δημοσι- ευτεί και από δικαστές που δεν μετείχαν στη συζήτηση. Όταν το Τμήμα που έλαβε την απόφαση δεν συνεδριάζει, επιτρέπεται η δημοσίευση της απόφασης και κατά τη συνεδρίαση άλλου Τμήματος.
παρ. 4
4. Η δημοσίευση της απόφασης βεβαιώνεται στο τέλος αυτής από τον προεδρεύοντα στη συνεδρίαση και τον γραμματέα.
παρ. 5
5. Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου κοινοποιούνται στους διαδίκους και στον Γενικό Επίτροπο της Επικρα- τείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο του Ελεγκτικού Συνεδρίου με επιμέλεια της γραμματείας του.
Άρθρο 298
Άρθρο 298 Περιεχόμενο απόφασης Η απόφαση πρέπει να αναφέρει: (α) τον αύξοντα αριθμό και το έτος δημοσίευσής της, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, τη σύνθεση του Δικα- στηρίου και, αν πρόκειται για πολυμελείς δικαστικούς σχηματισμούς, το όνομα του εισηγητή δικαστή, το όνομα του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και το όνομα του γραμματέα, τον χρό- νο και τον τόπο της συζήτησης, το γεγονός ότι αυτή έγινε σε δημόσια συνεδρίαση, καθώς και το είδος του ένδικου βοηθήματος ή μέσου που έχει ασκηθεί,
Άρθρο 299
Άρθρο 299 Ανυπόστατη απόφαση
παρ. 1
1. Απόφαση που φέρει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά δικαστικής απόφασης είναι ανυπόστατη αν: (α) πρόσωπο, το οποίο μετείχε στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, δεν είχε τη δικαστική ιδιότητα, (β) το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δεν είχε την προς τούτο δικαιοδοσία, (γ) αυτή δεν δημοσιεύτηκε, (δ) εκδόθηκε κατά ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου, (ε) εκδόθηκε κατά προσώπου που είχε το προνόμιο της ετεροδικίας.
παρ. 2
2. Το ανυπόστατο της απόφασης ερευνάται από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, μπορεί δε να προβληθεί με ένσταση σε κάθε στάση της δίκης.
παρ. 3
3. Αν η απόφαση δεν έχει προσβληθεί με ένδικο μέσο, η αναγνώριση του ανυπόστατου αυτής μπορεί να επι- διωχθεί με αυτοτελή αίτηση προς το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως όσα ισχύουν για την αναγνωριστική αγωγή. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 47 ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Άρθρο 300
Άρθρο 300 Οριστικές και μη οριστικές αποφάσεις
παρ. 1
1. Με την επιφύλαξη της παρ. 5 του άρθρου 100 περί αποφάσεων επί αιτήσεων αναστολής και της παρ. 7 του άρθρου 105 περί αποφάσεων επί αιτήσεων ασφαλιστι- κών μέτρων, οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν ανακαλούνται από το Δικαστήριο που τις εξέδωσε μετά τη δημοσίευσή τους.
παρ. 2
2. Κάθε άλλη απόφαση του Δικαστηρίου που εκδίδεται, είτε για τη συμπλήρωση του αποδεικτικού υλικού, είτε για την εν γένει πρόοδο της δίκης (μη οριστική απόφα- ση), μπορεί να ανακληθεί ολικώς ή μερικώς.
Άρθρο 301
Άρθρο 301 Ισχύς αποφάσεων
παρ. 1
1. Οι αποφάσεις με τις οποίες απαγγέλλεται η ακύρω- ση ή η τροποποίηση εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξης ή η ακύρωση παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας ισχύουν έναντι όλων.
παρ. 2
2. Η Ολομέλεια, ύστερα από αίτημα του Δημοσίου ή διαδίκου ή παρεμβάντος ή και οίκοθεν, μπορεί να ορί- σει ότι τα αποτελέσματα της απόφασής της επέρχονται από χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου έκδο- σης ή διενέργειας της επίδικης πράξης ή παράλειψης, αλλά πάντως προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης, αν συντρέχουν οι παρακάτω προϋπο- θέσεις: α) να πρόκειται περί πρότυπης δίκης ή δίκης επί παραπομπής ζητήματος στην Ολομέλεια ή δίκης επί προδικαστικού ερωτήματος, β) εφόσον μπορούσε να προκληθεί δικαιολογημένη αμφιβολία σχετικά με την έννοια της εφαρμοσθείσας διάταξης, γ) εφόσον διαπι-
Άρθρο 302
Άρθρο 302 Εκτελεστότητα αποφάσεων
παρ. 1
1. Οι οριστικές αποφάσεις των Τμημάτων του Ελεγκτι- κού Συνεδρίου επιφέρουν αμέσως τις έννομες συνέπειες που προβλέπονται στο διατακτικό τους.
παρ. 2
2. Τα ποσά που καταλογίζονται με αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.
Άρθρο 303
Άρθρο 303 Δεδικασμένο
παρ. 1
1. Οι οριστικές αποφάσεις των Τμημάτων, που δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο.
παρ. 2
2. Το δεδικασμένο εκτείνεται στο δικονομικό και ου- σιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, η εξέταση του οποίου υπάγεται στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφόσον τούτο τελεί σε άμεση και αναγκαία συνάρτη- ση προς το συμπέρασμα που έγινε δεκτό. Δεδικασμένο δημιουργείται επίσης και όταν το κατά το πρώτο εδάφιο ζήτημα κρίθηκε παρεμπιπτόντως αν το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να το κρίνει και εφόσον η απόφασή του ήταν αναγκαία, προκειμένου τούτο να αποφανθεί για το κύριο ζήτημα.
παρ. 3
3. Το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις, οι οποίες είτε ύστερα από προβολή τους είτε αυτεπαγγέλτως εξε- τάστηκαν ή έπρεπε να εξεταστούν από το Δικαστήριο, καθώς και σε εκείνες οι οποίες δεν ήταν δυνατόν να εξε- ταστούν από αυτό αυτεπαγγέλτως, αλλά, αν και μπορού- σαν να προβληθούν, δεν προβλήθηκαν. Οι τελευταίες αυτές ενστάσεις δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο, αν στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα, η ικανοποίηση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την άσκηση ευθέως του οικείου ένδικου βοηθήματος.
παρ. 4
4. Δεδικασμένο υφίσταται μεταξύ των αυτών διαδίκων με την αυτή ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Το δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά αυτών που έγιναν, κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το πέρας της, καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι δια- δίκου, εκτείνεται δε και σε εκείνους από τους οποίους, σύμφωνα με τον νόμο, μπορεί να αξιωθεί η εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσης. Το δεδικασμένο που ισχύει για τον πρωτοφειλέτη καλύπτει και τον εγγυητή, και το αντίστροφο. Το δεδικασμένο που ισχύει για το νομικό πρόσωπο εκτείνεται και στα μέλη του.
Άρθρο 304
Άρθρο 304 Υποχρέωση συμμόρφωσης
παρ. 1
1. Οι διοικητικές αρχές οφείλουν, με θετικές ενέργειες ή με αποχή από κάθε αντίθετη ενέργεια, να συμμορφώ- νονται προς τις αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
παρ. 2
2. Η αρμοδιότητα για τη λήψη των μέτρων για τη συμ- μόρφωση της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις ανατίθεται στο τριμελές συμβούλιο, που συγκροτείται σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3068/2002 (Α’ 274) και των νομοθετημάτων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδό- τησή του.
παρ. 3
3. Η παραβίαση της υποχρέωσης διοικητικής αρχής προς συμμόρφωση συνιστά παράβαση καθήκοντος, σύμφωνα με το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα και έχει ως συνέπεια την προσωπική ευθύνη του παραβά- τη προς αποζημίωση, συνιστά δε ιδιαίτερο πειθαρχικό παράπτωμα.
Άρθρο 305
Άρθρο 305 Αναγκαστική εκτέλεση
παρ. 1
1. Οι τελεσίδικες καταψηφιστικές αποφάσεις, οι οποίες εκδίδονται για διαφορές που άγονται προς επίλυση με την άσκηση αγωγής, αποτελούν τίτλο εκτελεστό.
παρ. 2
2. Ως προς το επιτρεπτό της αναγκαστικής εκτέλεσης των κατά την παρ. 1 καταψηφιστικών αποφάσεων και τη διαδικασία της εκτέλεσής τους, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση των κατα- ψηφιστικών αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων. Αρμόδιο για την εκδίκαση των αντιρρήσεων κατά της διαδικασίας της εκτέλεσης στην περίπτωση αυτή είναι το Τμήμα που εξέδωσε την απόφαση βάσει της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση.
παρ. 3
3. Αν πρόκειται για καταψηφιστικές αποφάσεις υπέρ του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, εφαρ- μόζονται οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, σε συνδυασμό προς την ειδική νο- μοθεσία που διέπει κάθε νομικό πρόσωπο.
παρ. 4
4. Οι τελεσίδικες αναγνωριστικές αποφάσεις καθί- στανται καταψηφιστικές με πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου που τις εξέδωσε, εφόσον καταβληθεί το προβλεπόμενο τέλος δικαστικού ενσήμου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 48 ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΔΙΚΗΣ
Άρθρο 306
Άρθρο 306 Λόγοι κατάργησης δίκης Η δίκη καταργείται αν πριν από το πέρας της πρώτης συζήτησης: (α) εκλείψει το αντικείμενό της, (β) υποβληθεί παραίτηση από το ένδικο βοήθημα ή μέσο, (γ) είχε διακοπεί, ως συνέπεια μεταβολής στο πρόσω- πο του ασκήσαντος το ένδικο βοήθημα ή μέσο, ή του νόμιμου αντιπροσώπου του και δεν υποβλήθηκε αίτημα συνέχισής της, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην περ. α’ της παρ. 5 του άρθρου 54,
Άρθρο 307
Άρθρο 307 Επέλευση κατάργησης δίκης
παρ. 1
1. Η κατάργηση διαπιστώνεται με απόφαση του Δικα- στηρίου κατόπιν γνώμης του Γενικού Επιτρόπου της Επι- κρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στις περ. β’ και ε’ του άρθρου 306, η απόφαση μπορεί να ληφθεί στην έδρα, διατυπώνεται δε συνοπτικά στα πρακτικά της συζήτησης και δημοσιεύεται στην ίδια συνεδρίαση. Αν η έγγραφη δήλωση παραίτησης ή το έγγραφο συμβιβασμού κατα- τεθεί στη γραμματεία του Δικαστηρίου πριν να οριστεί δικάσιμος, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου με πράξη του, κάνει δεκτή την παραίτηση ή τον συμβιβασμό. Μπορεί πάντως, αν αμφιβάλει, να εισαγάγει την υπόθεση στο ακροατήριο.
παρ. 2
2. Σε περίπτωση που παύσει η ισχύς της προσβαλ- λόμενης πράξης σύμφωνα με την περ. στ’ του άρθρου 306, ο διάδικος που άσκησε το ένδικο βοήθημα μπορεί να ζητήσει τη συνέχιση της δίκης, εφόσον επικαλείται ιδιαίτερο έννομο συμφέρον. ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ ΔΑΠΑΝΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 49 ΠΑΡΑΒΟΛΑ
Άρθρο 308
Άρθρο 308 Υποχρέωση καταβολής παραβόλου για άσκηση ένδικου βοηθήματος ή μέσου
παρ. 1
1. Για το παραδεκτό των ένδικων βοηθημάτων και μέσων πρέπει, έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, να προσκομισθεί αποδεικτικό καταβολής παραβόλου. Πριν από τον προσδιορισμό δικασίμου από τον Πρόε- δρο του Δικαστηρίου, η γραμματεία του Δικαστηρίου ελέγχει αν έχει προσκομισθεί το ως άνω αποδεικτικό. Αν διαπιστωθεί ότι δεν έχει προσκομισθεί ή ότι εκείνο που προσκομίσθηκε υπολείπεται του προβλεπόμενου στο άρθρο 309, η γραμματεία ενημερώνει τον υπόχρεο για την υποχρέωση προσκόμισης ή συμπλήρωσής του μέχρι την πρώτη επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υπόθεσης, με σχετικό σημείωμα που επιδίδεται σε αυτόν μαζί με την
παρ. 2
2. Σε περίπτωση άσκησης κοινού ένδικου βοηθήμα- τος ή μέσου από περισσοτέρους, ο καθένας καταβάλ- λει το προβλεπόμενο πάγιο παράβολο. Σε περίπτωση άσκησης κοινού ένδικου βοηθήματος ή μέσου από συνδικαιούχους συνταξιοδοτικού δικαιώματος, κα- ταβάλλεται ένα μόνο κοινό παράβολο. Σε περίπτωση χρηματικής διαφοράς, αν η απαίτηση ή οφειλή είναι εις ολόκληρον, καταβάλλεται από όλους μαζί ένα μόνο παράβολο, ενώ αν η απαίτηση ή οφειλή είναι διαιρετή, καταβάλλεται από τον καθένα το αναλογούν σε αυτόν παράβολο.
παρ. 3
3. Δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου για την αγω- γή, καθώς και για ένδικο βοήθημα ή μέσο που ασκείται από το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκη- σης, τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τον Γε- νικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και κάθε άλλο πρόσωπο που ο νόμος ορίζει.
Άρθρο 309
Άρθρο 309 Ύψος παραβόλου
παρ. 1
1. Το παράβολο ορίζεται για τις: (α) εφέσεις στις συνταξιοδοτικές διαφορές και τις εφέ- σεις κατά καταλογιστικών πράξεων σε βάρος μισθωτών ή συνταξιούχων, που σχετίζονται με τις αποδοχές ή τις συντάξεις τους σε πενήντα (50) ευρώ, (β) εφέσεις κατά καταλογιστικών πράξεων και τις εφέ- σεις σε χρηματικού αντικειμένου διαφορές σε ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) του αμφισβητούμενου ποσού, χωρίς τις τυχόν προσαυξήσεις, (γ) αιτήσεις αναίρεσης στις διαφορές που αναφέρονται στην περ. α’ και στις εν γένει συνταξιοδοτικές διαφορές σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ, ενώ στις λοιπές περιπτώ-
παρ. 2
2. Το αναλογικό παράβολο που προβλέπεται στην περ. β’ της παρ. 1 δεν μπορεί να είναι κατώτερο των πενή- ντα (50) ευρώ ούτε ανώτερο των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. Αν υπερβαίνει το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, καταβάλλεται το ποσό αυτό και το επιπλέον οφειλόμενο παράβολο καταλογίζεται με την απόφαση, σε περίπτωση απόρριψης ή μερικής παραδοχής του έν- δικου βοηθήματος ή μέσου.
παρ. 3
3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης μπορεί να αναπροσαρμόζονται τα ποσά ή τα ποσοστά των παραβόλων. Η όποια αναπροσαρμογή θα ισχύει μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την έκδοση της απόφασης του προηγούμενου εδαφίου.
Άρθρο 310
Άρθρο 310 Απόδοση και επιστροφή παραβόλου
παρ. 1
1. Το παράβολο, αν το ένδικο βοήθημα ή μέσο γίνει δεκτό ή υποβληθεί παραίτηση ή καταργηθεί η δίκη για οποιονδήποτε λόγο, αποδίδεται σε αυτόν που το κατέβα- λε, ενώ αν απορριφθεί, καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου. Το αναλογικό παράβολο αποδίδεται στον διάδικο κατά το μέρος που γίνεται δεκτό το ένδικο βοήθημα ή μέσο που έχει ασκήσει. Αν η απόφαση δεν διαλαμβάνει διάτα- ξη για το παράβολο, οι διάδικοι μπορούν να υποβάλουν προς τούτο σχετική αίτηση, η οποία και εκδικάζεται κατά το άρθρο 188 περί αίτησης διόρθωσης και την παρ. 1 του άρθρου 191 σε συζήτηση στο ακροατήριο, αναλόγως εφαρμοζόμενες. Αν το ένδικο βοήθημα ή μέσο γίνει δε- κτό εν μέρει, το καταβληθέν πάγιο παράβολο αποδίδεται κατά ένα μέρος του, το οποίο καθορίζεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου.
παρ. 2
2. Το Δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να διατάξει την απόδοση του παραβόλου ακόμη και όταν απορρίπτεται το ένδικο βοήθημα ή μέσο. Επίσης, μπο- ρεί να διατάξει τον διπλασιασμό του παραβόλου, αν το ένδικο βοήθημα ή μέσο είναι προδήλως απαράδεκτο ή προδήλως αβάσιμο. Στην περίπτωση αυτή, το επιπλέον ποσό που καταλογίζεται εισπράττεται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημόσιων Εσόδων. Προς τούτο, ο γραμματέας του Δικαστηρίου αποστέλλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, αντίγραφο της απόφασης στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία.
παρ. 3
3. Αν καταβλήθηκε παράβολο, χωρίς να υπάρχει κατά νόμο υποχρέωση προς τούτο ή μεγαλύτερο του προβλε- πομένου από τα άρθρα 91 παρ. 3, 163 παρ. 2, 309, 311 παρ. 1 και 335, διατάσσεται με την απόφαση, και ανεξάρ- τητα από την έκβαση της δίκης, η επιστροφή αυτού στο σύνολό του ή κατά το υπερβάλλον του νομίμου τμήμα αυτού, αντίστοιχα.
Άρθρο 311
Άρθρο 311 Ειδικό παράβολο επί αιτήματος αναβολής
παρ. 1
1. Σε περίπτωση υποβολής αιτήματος αναβολής, κατά το άρθρο 238, ο διάδικος καταβάλλει παράβολο υπέρ του Ταμείου Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.) ύψους πενήντα (50) ευρώ, ενώπιον του Τμή- ματος και εβδομήντα (70) ευρώ, ενώπιον της Ολομέλειας.
παρ. 2
2. Σε κοινό αίτημα αναβολής περισσότερων διαδί- κων, καταβάλλεται ένα παράβολο, το οποίο επιμερί- ζεται ισομερώς. Δεν υπέχουν υποχρέωση καταβολής παραβόλου ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το Δημόσιο, οι οργανισμοί το- πικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
παρ. 3
3. Δεν καταβάλλεται παράβολο σε περίπτωση αποχής των δικηγόρων.
παρ. 4
4. Το παράβολο επιστρέφεται, αν το αίτημα της ανα- βολής απορριφθεί από το Δικαστήριο.
παρ. 5
5. Το Δικαστήριο, με απόφαση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί να επιδικάσει δικαστικά έξοδα ύψους εκατό (100) έως πεντακοσίων (500) ευρώ σε βάρος εκεί- νου που ζήτησε την αναβολή, ύστερα από αίτημα του αντιδίκου του. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 50 ΤΕΛΗ
Άρθρο 312
Άρθρο 312 Τέλη
παρ. 1
1. Στις δίκες ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου εφαρ- μόζονται τα άρθρα 10 του ν.δ. 1017/1971 (Α’ 209) και 61 του ν. 4194/2013 (Α’ 208), με τα οποία επιβάλλονται ειδικά τέλη και ένσημα για τα διαδικαστικά έγγραφα και πράξεις και γενικά τη διαδικασία έως τη δημοσίευση και την επίδοση της απόφασης.
παρ. 2
2. Τέλη δεν οφείλονται υποθέσεων που εκδικάζονται από τα Τμήματα, μετά από παραπομπή της Ολομέλει- ας, καθώς και επί υποθέσεων οι οποίες εισάγονται για συζήτηση μετά την έκδοση προδικαστικής απόφασης.
Άρθρο 313
Άρθρο 313 Τέλος δικαστικού ενσήμου
παρ. 1
1. Για το παραδεκτό της καταψηφιστικής αγωγής, είτε αυτή ασκείται αυτοτελώς είτε σωρευτικώς με έφεση, καθώς και για το παραδεκτό της αντίστοιχης κύριας πα- ρέμβασης, καταβάλλεται το τέλος δικαστικού ενσήμου που προβλέπεται από τον ν. Γ ΟΗ’ της 3 Ιαν. 1912 περί δικαστικών ενσήμων.
παρ. 2
2. Για απαιτήσεις συνταξιοδοτικής φύσης, έστω και αν βασίζονται σε παράνομες πράξεις ή στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεν καταβάλλεται τέλος δικαστικού ενσήμου για το αίτημα της αγωγής ή της κύριας παρέμβασης μέχρι του ποσού των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ.
παρ. 3
3. Το τέλος δικαστικού ενσήμου καταβάλλεται έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης. Αν έως τότε δεν κατα- βληθεί, η αγωγή ή η κύρια παρέμβαση απορρίπτονται ως απαράδεκτες, αφού προηγηθεί ενημέρωση του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του από τον γραμματέα ως προς την έλλειψη του τέλους και κλήση του να το καταβάλει.
παρ. 4
4. Σε περίπτωση καταβολής δικαστικού ενσήμου χω- ρίς να υπάρχει κατά νόμο υποχρέωση προς τούτο, ανε- ξάρτητα από την έκβαση της δίκης, διατάσσεται με την απόφαση η επιστροφή του. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 51 ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΞΟΔΩΝ
Άρθρο 314
Άρθρο 314 Καταλογισμός
παρ. 1
1. Τα δικαστικά έξοδα καταλογίζονται σε βάρος του διαδίκου που ηττάται. Αν οι ηττώμενοι είναι περισσό- τεροι, ο καταλογισμός γίνεται κατά ίσα μέρη, ενώ, αν αυτοί που νίκησαν είναι περισσότεροι, η απόδοση των δικαστικών εξόδων γίνεται συμμέτρως προς τον καθένα χωριστά. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου το Δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να κατανείμει με διαφορετικό τρόπο τα έξοδα.
παρ. 2
2. Σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας, τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται ανάμεσα στους διαδί- κους. Η μερική νίκη και η μερική ήττα κρίνονται αναφο- ρικά με την απόρριψη ή την αποδοχή του κύριου αιτή- ματος της αίτησης δικαστικής προστασίας. Η απόρριψη παρεπόμενου ή επικουρικού αιτήματος, ενώ το κύριο αίτημα γίνεται δεκτό, δεν έχει συνέπειες για την εφαρ- μογή της παρούσας.
παρ. 3
3. Στην περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας, τα τέλη που προκαταβλήθηκαν βαρύνουν όλους τους διαδίκους, καταλογιζόμενα αναλόγως. Το Δικαστήριο μπορεί, σε κάθε περίπτωση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να απαλλάξει εν όλω ή εν μέρει τον ηττώμενο διάδικο από τα δικαστικά έξοδα.
παρ. 4
4. Το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει το σύνολο των εξόδων σε βάρος του ενός μόνο διαδίκου, αν το μέρος που απορρίφθηκε από την αίτηση του άλλου διαδίκου είναι ελάχιστο και ο τελευταίος δεν έδωσε αφορμή για να αυξηθούν τα έξοδα ή αν ο καθορισμός του μεγέθους της απαίτησης είχε εξαρτηθεί από την κρίση του δικαστή ή από την εκτίμηση πραγματογνωμόνων. Σε κάθε περίπτω- ση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μπορεί να συμψηφίσει τα δικαστικά έξοδα ανάμεσα στους διαδίκους.
παρ. 5
5. Σε περίπτωση άσκησης κύριας ή πρόσθετης πα- ρέμβασης, εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται στην παρ. 1. Κατά την εφαρμογή της παρούσας, για τον παρεμβαίνοντα ισχύει ό,τι και για τον αρχικό διάδικο.
παρ. 6
6. Αν η δίκη καταργηθεί για οποιονδήποτε λόγο, δεν καταλογίζονται δικαστικά έξοδα.
Άρθρο 315
Άρθρο 315 Καταλογιζόμενα δικαστικά έξοδα Υπέρ του διαδίκου που νίκησε και εις βάρος του δια- δίκου που ηττήθηκε, καταλογίζονται δικαστικά έξοδα που ήταν απαραίτητα για τη διεξαγωγή της δίκης και διατάσσεται η απόδοσή τους, και ιδίως: (α) των τελών κατά το άρθρο 312, (β) του τέλους δικαστικού ενσήμου κατά το άρθρο 313, (γ) της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου, όπως η αμοιβή αυτή ορίζεται για κάθε περίπτωση από την διατί- μηση του Κώδικα Δικηγόρων, του δικαστικού επιμελητή και του τεχνικού συμβούλου,
Άρθρο 316
Άρθρο 316 Αίτημα καταβολής και εκκαθάρισης δικαστικών εξόδων
παρ. 1
1. Για την εκκαθάριση των ποσών των αποδοτέων δι- καστικών εξόδων απαιτείται να υποβληθεί και να επισυ- ναφθεί στη δικογραφία, το αργότερο έως την προτεραία της πρώτης συζήτησης, αναλυτικός κατάλογος αυτών. Έως το πέρας της πρώτης συζήτησης, ο αντίδικος εκεί- νου που υπέβαλε τον κατάλογο μπορεί να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του. Κατά την εκκαθάριση των εξόδων, αρκεί η πιθανολόγηση. Υποβολή καταλόγου δεν απαιτεί- ται για την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου.
παρ. 2
2. Τα δικαστικά έξοδα καθορίζονται και καταλογίζο- νται με την οριστική απόφαση και μόνον εφόσον υπάρ- χει σχετικό αίτημα, το οποίο μπορεί να υποβληθεί με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο ή με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων ή με υπόμνημα που κατατίθεται έως την προτεραία της πρώτης συζήτησης. Η απόφαση, ως προς το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε ένδικα μέσα, πλην της αίτησης διόρθωσης ή ερμηνείας. Αν η απόφαση δεν διαλαμβάνει διάταξη για τα δικαστικά έξοδα, ο διάδικος που είχε υποβάλει σχετικό αίτημα μπορεί να ζητήσει από το ίδιο Δικαστήριο να απο- φανθεί για το αίτημά του, υποβάλλοντας προς τούτο σχε-
Άρθρο 317
Άρθρο 317 Απαλλαγή από το παράβολο και άλλες δαπάνες
παρ. 1
1. Ο διάδικος μπορεί να απαλλαγεί από την προκατα- βολή του παραβόλου, του τέλους δικαστικού ενσήμου και των λοιπών τελών, αν αποδεικνύεται ότι η προκα- ταβολή αυτή δημιουργεί κίνδυνο περιορισμού των απαραίτητων μέσων για τη διατροφή του ίδιου και της οικογένειάς του.
παρ. 2
2. Η απαλλαγή αυτή μπορεί να χορηγηθεί και σε νομικά πρόσωπα που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό, κα- θώς και σε ενώσεις προσώπων που έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι, αν αποδεικνύουν ότι με την προκατα- βολή του πιο πάνω ποσού καθίσταται αδύνατη ή ιδιαι- τέρως προβληματική η εκπλήρωση του σκοπού τους.
παρ. 3
3. Για τη χορήγηση του ευεργετήματος συνεκτιμάται αν το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος υπερ- βαίνει τα δύο τρίτα των κατώτατων ετήσιων ατομικών αποδοχών, οι οποίες προκύπτουν από τον κατώτατο μι- σθό σε ετήσια βάση. Σε περίπτωση ενδοοικογενειακής διαφοράς ή διένεξης, δεν λαμβάνεται υπόψη το εισόδη- μα εκείνου με τον οποίο υπάρχει η διαφορά ή διένεξη.
Άρθρο 318
Άρθρο 318 Ισχύς απαλλαγών
παρ. 1
1. Το κατά το άρθρο 317 ευεργέτημα χορηγείται για συγκεκριμένη δίκη, ισχύει δε χωριστά για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας.
παρ. 2
2. Το ευεργέτημα παύει να ισχύει με τον θάνατο του φυσικού προσώπου ή με τη διάλυση του νομικού προ- σώπου ή της ένωσης προσώπων.
Άρθρο 319
Άρθρο 319 Διαδικασία χορήγησης
παρ. 1
1. Το ευεργέτημα παρέχεται ύστερα από αίτηση του δι- αδίκου. Η αίτηση αναφέρει συνοπτικά το αντικείμενο της δίκης και τα στοιχεία που βεβαιώνουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων για τη χορήγηση του ευεργετήματος.
παρ. 2
2. Στην αίτηση επισυνάπτονται τα αναγκαία αποδει- κτικά της οικονομικής κατάστασης, ιδίως δε αντίγραφο φορολογικής δήλωσης ή βεβαίωση Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. ότι ο διάδικος δεν υποχρεούται σε υποβολή δήλωσης, αντίγραφο δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, εκκα- θαριστικού σημειώματος φορολογίας εισοδήματος, ακί- νητης περιουσίας, βεβαιώσεις υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας και ένορκες βεβαιώσεις.
παρ. 3
3. Η υποβολή της αίτησης διακόπτει την προθεσμία για την άσκηση του οικείου ένδικου βοηθήματος ή μέ- σου, η οποία αρχίζει από την επομένη της κοινοποίησης της απόφασης επ’ αυτής στον αιτούντα. Σε περίπτωση ήδη εκκρεμούς ένδικου βοηθήματος ή μέσου, η αίτηση υποβάλλεται είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης. Η διαδικασία διεξάγεται ατελώς και δεν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δι- κηγόρο.
παρ. 4
4. Για την παραδοχή ή την απόρριψη της αίτησης που προβλέπεται στην παρ. 1, αποφαίνεται ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου στο οποίο πρόκειται να εισαχθεί η δίκη.
παρ. 5
5. Για την παραδοχή της αίτησης αρκεί πιθανολόγηση. Ο αρμόδιος για την εξέτασή της πρόεδρος μπορεί να εξε- τάσει μάρτυρες, καθώς και τον αιτούντα, με όρκο ή χωρίς όρκο, να συγκεντρώσει κάθε αναγκαία πληροφορία και στοιχείο και να διατάξει την κλήτευση του αντιδίκου. Η παραδοχή ή απόρριψη της αίτησης πρέπει να είναι αιτιολογημένη.
παρ. 6
6. Προϋπόθεση για την παραδοχή της αίτησης είναι το οικείο ένδικο βοήθημα ή μέσο να μην κρίνεται προδήλως απαράδεκτο ή προδήλως αβάσιμο.
Άρθρο 320
Άρθρο 320 Ανάκληση
παρ. 1
1. Ο αιτών μπορεί να υποβάλει αίτηση ανάκλησης της απόρριψης της αίτησής του εντός πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης. Για την αίτηση αυτή αποφαίνεται σε συμβούλιο ο δικαστικός σχηματισμός που συγκροτείται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 91 και στον οποίο δεν μετέχει ο δικαστικός λειτουργός που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απορριπτική απόφαση.
παρ. 2
2. Νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί σε περίπτωση με- ταβολής των πραγματικών περιστατικών. Συμπληρωμα- τική αίτηση επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση.
παρ. 3
3. Το ευεργέτημα μπορεί να ανακληθεί ή να περιορι- στεί, με απόφαση του δικαστικού λειτουργού που το χο- ρήγησε, εφόσον αποδεικνύεται ότι οι προϋποθέσεις για τη χορήγησή του ή δεν συνέτρεχαν εξ αρχής ή έπαυσαν να συντρέχουν αργότερα ή μεταβλήθηκαν.
Άρθρο 321
Άρθρο 321 Χρηματική ποινή Αν οι διάδικοι ή οι νόμιμοι αντιπρόσωποί τους πέτυχαν την απαλλαγή με ανακριβείς δηλώσεις και στοιχεία, ο δικαστικός λειτουργός, με απόφαση του οποίου αυτή χορηγήθηκε, επιβάλλει σε καθέναν χρηματική ποινή από εκατό (100) έως χίλια (1.000) ευρώ, που περιέρχονται στο Δημόσιο ως δημόσιο έσοδο, χωρίς να αποκλείεται η υπο- χρέωσή τους να καταβάλουν τα ποσά από τα οποία είχαν απαλλαγεί, καθώς και η διαβίβαση της υπόθεσης στον εισαγγελέα, αν στοιχειοθετούνται σοβαρές υπόνοιες ότι ενήργησαν με δόλο.
Άρθρο 322
Άρθρο 322 Δικαστικά έξοδα Σε περίπτωση ήττας του διαδίκου, στον οποίο χορη- γήθηκε το ευεργέτημα, τα δικαστικά έξοδα βαρύνουν το Δημόσιο.
Άρθρο 323
Άρθρο 323 Διορισμός προσώπων για παροχή νομικής βοήθειας
παρ. 1
1. Με αίτηση του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 317, ο Πρό- εδρος του Δικαστηρίου στο οποίο πρόκειται να εισα- χθεί η δίκη διορίζει, είτε με την περί απαλλαγής πράξη του είτε με άλλη αυτοτελή πράξη, έναν δικηγόρο, έναν συμβολαιογράφο και έναν δικαστικό επιμελητή με την εντολή να συνδράμουν τον άπορο διάδικο και να του παρέχουν την απαιτούμενη βοήθεια κατά την εκτέλεση των αναγκαίων διαδικαστικών πράξεων. Αυτοί έχουν υποχρέωση να αποδεχθούν την εντολή και να παρά- σχουν νομική βοήθεια, χωρίς αξίωση προκαταβολής αμοιβής ή δικαιωμάτων.
παρ. 2
2. Σε περίπτωση διορισμού δικηγόρου, η επιλογή γίνεται, εφόσον τούτο είναι εφικτό, από κατάλογο που καταρτίζει ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών και αποστέλλει στο Ελε- γκτικό Συνέδριο μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου κάθε έτους. ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ ΘΕΣΠΙΣΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΟΥ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΥΜΒΑΤΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 53 ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΥΜΒΑΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ
Άρθρο 324
Άρθρο 324 Υπαγωγή στον προσυμβατικό έλεγχο
παρ. 1
1. Στις συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αγοράς ακινήτων, που συ- νάπτονται από το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα νομικά τους πρόσωπα, τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τις δημόσιες επι- χειρήσεις ή οργανισμούς, η προϋπολογιζόμενη δαπάνη των οποίων υπερβαίνει το ποσό του ενός εκατομμυρί- ου (1.000.000,00) ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένου του φόρου προστιθέμενης αξίας, διενεργείται υποχρεωτικά έλεγχος νομιμότητας, πριν από τη σύναψή τους από Κλι- μάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
παρ. 2
2. Στις συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αγοράς ακινήτων, που συ- νάπτονται από το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα νομικά τους πρόσωπα, καθώς και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, η προϋπο- λογιζόμενη δαπάνη των οποίων υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000,00) ευρώ, μη συμπεριλαμ- βανομένου του φόρου προστιθέμενης αξίας, και μέχρι το όριο της παρ. 1, διενεργείται υποχρεωτικά έλεγχος νομιμότητας πριν από τη σύναψή τους από τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου που είναι αρμόδιος για τον κατασταλτικό έλεγχο των λογαριασμών των υπηρεσιών ή φορέων αυτών.
παρ. 3
3. Ειδικά για τις συμβάσεις των παρ. 1 και 2, που συγ- χρηματοδοτούνται από ενωσιακούς πόρους, διενερ- γείται υποχρεωτικά έλεγχος νομιμότητας πριν από τη σύναψή τους από Κλιμάκια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφόσον η προϋπολογιζόμενη δαπάνη, μη συμπεριλαμ- βανομένου του φόρου προστιθέμενης αξίας, υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000,00) ευρώ.
παρ. 4
4. Στον έλεγχο των παρ. 1 έως 3 συμπεριλαμβάνονται: (α) οι προγραμματικές συμβάσεις για τη μελέτη και την εκτέλεση έργων, την εφαρμογή προγραμμάτων και δράσεων, καθώς και για την παροχή υπηρεσιών και την υλοποίηση προμηθειών κάθε είδους, εφόσον ο προϋ- πολογισμός των συμβάσεων αυτών υπερβαίνει τα αντι- στοίχως προβλεπόμενα όρια, (β) τα δυναμικά συστήματα αγορών, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 33 και την παρ. 11 του άρθρου 270 του ν. 4412/2016 (Α’ 147), (γ) οι συμφωνίες πλαίσιο και οι εκτελεστικές αυτών συμβάσεις, σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 39 και
παρ. 5
5. Σε προσυμβατικό έλεγχο υπάγονται οι τροποποιή- σεις των συμβάσεων των παρ. 1 έως και 4 όταν: α) η αρχική σύμβαση υποβλήθηκε σε έλεγχο, εφόσον η τροποποίηση είναι ουσιώδης, β) η αρχική σύμβαση δεν υποβλήθηκε σε έλεγχο λόγω ποσού, εφόσον με την τροποποίηση προσαυξάνεται το οικονομικό αντικείμενο, ώστε η προκύπτουσα συνολική δαπάνη της σύμβασης υπερβαίνει το όριο των παρ.1 και 2.
παρ. 6
6. Ο αρμόδιος υπουργός ή φορέας μπορεί να ζητεί τη διενέργεια ελέγχου νομιμότητας και για επιμέρους φάσεις της σχετικής διαδικασίας που προηγούνται της σύναψης της υποκείμενης σε έλεγχο σύμβασης.
Άρθρο 325
Άρθρο 325 Εξαιρέσεις από τον προσυμβατικό έλεγχο
παρ. 1
1. Από τον έλεγχο των παρ. 1 έως 3 του άρθρου 324 εξαιρούνται οι συμβάσεις: (α) οι οποίες συνάπτονται στο πλαίσιο του Προγράμ- ματος Δανεισμού και Διαχείρισης Χρέους του Ελληνικού Δημοσίου (παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2628/1998, Α’ 151), (β) για την προετοιμασία, την έκδοση και τη διάθεση μετοχοποιήσιμων τίτλων (παρ. 8 του άρθρου 10 του ν. 2642/1998, Α’ 216), (γ) οι οποίες αφορούν σε χρηματοπιστωτικές υπηρε- σίες σχετικές με την έκδοση, την αγορά, την πώληση ή τη μεταβίβαση τίτλων ή άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων, κατά την έννοια των ν. 3606/2007 (A’ 195) και
παρ. 2
2. Κατ’ εξαίρεση όσων προβλέπονται στο άρθρο 324, οι συμβάσεις ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας για την εκτέλεση δρομολογίων στις θαλάσσιες ενδομεταφορές, σύμφωνα με τις παρ. 8, 9 και 11 του άρθρου όγδοου του ν. 2932/2001 (Α’ 145), μπορούν να συναφθούν χωρίς προηγούμενη υποβολή στο Ελεγκτικό Συνέδριο σχεδίου σύμβασης με τον σχετικό φάκελο για έλεγχο νομιμότη- τας, ή πριν από την ολοκλήρωση του ανωτέρω ελέγχου. Στις περιπτώσεις αυτές, η συναφθείσα σύμβαση και ο σχετικός φάκελος υποβάλλονται στο Ελεγκτικό Συνέδριο εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την υπογραφή της. Αν η σύμβαση και ο σχετικός φά- κελος δεν υποβληθούν εντός της ανωτέρω προθεσμίας ή αν ο έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποβεί αρνη- τικός, η σύμβαση θεωρείται ως μηδέποτε συναφθείσα.
Άρθρο 326
Άρθρο 326 Διαδικασία άσκησης του προσυμβατικού ελέγχου
παρ. 1
1. Για τον σκοπό του ελέγχου που προβλέπεται στο παρόν Κεφάλαιο, υποβάλλεται στο οικείο κατά περίπτω- ση Κλιμάκιο Προσυμβατικού Ελέγχου ή στον Επίτροπο από τον αρμόδιο υπουργό ή φορέα ο φάκελος με όλα τα σχετικά έγγραφα και στοιχεία. Ο έλεγχος ολοκληρώ- νεται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη διαβίβαση στο Ελεγκτικό Συνέδριο του σχετικού φακέλου. Αν από τον έλεγχο διαπιστωθεί έλλειψη στοιχείων, αυτά ζητούνται από τον αρμόδιο φορέα πριν από την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, η οποία, στην περίπτωση αυτή, διακόπτεται. Η έκδοση μη οριστικής κατά τα ανωτέρω πράξης από το Κλιμάκιο ή τον Επίτροπο επιτρέπεται μία μόνο φορά.
παρ. 2
2. Η οριστική πράξη του Κλιμακίου ή του Επιτρόπου κοινοποιείται με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στον αρμόδιο φορέα, ο οποίος υποχρεούται αμελλητί να την κοινοποι- ήσει με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο σε όλους τους υπο- ψηφίους που συμμετείχαν στην ελεγχόμενη διαδικασία ανάδειξης αναδόχου. Προϊστάμενοι υπηρεσιών ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση της υπο- χρέωσης που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο πα- ραπέμπονται στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Οι κοινοποιήσεις του πρώτου εδαφίου μπορούν να γίνονται και με τηλεομοιοτυπία έως την 31η Δεκεμβρίου 2020.
παρ. 3
3. Στο πλαίσιο του ελέγχου που προβλέπεται στο πα- ρόν, το Ελεγκτικό Συνέδριο οφείλει να διασφαλίσει το απόρρητο των στοιχείων του φακέλου.
παρ. 4
4. Σημαντικές για την ενότητα της νομολογίας υπο- θέσεις ή υποθέσεις στις οποίες αυτό ενδείκνυται λόγω αντικειμένου της σύμβασης ή για άλλον σπουδαίο λόγο, μπορεί να εισάγονται απευθείας, με πράξη του Προέ- δρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στη μείζονα Ολομέλεια.
Άρθρο 327
Άρθρο 327 Συνέπεια της μη άσκησης του προσυμβατικού ελέγχου Αν δεν διενεργηθεί ο έλεγχος που προβλέπεται στις παρ. 1 έως 3 του άρθρου 324, η σύμβαση που συνάπτεται είναι άκυρη. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 54 ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΣΥΜΒΑΤΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ
Άρθρο 328
Άρθρο 328 Προσφυγή ανάκλησης
παρ. 1
1. Προσφυγή ανάκλησης της πράξης του Κλιμακίου Προσυμβατικού Ελέγχου ή του Επιτρόπου του Ελεγκτι- κού Συνεδρίου, με την οποία κρίνεται ότι κωλύεται η υπογραφή της ελεγχόμενης σύμβασης, υποβάλλεται στη γραμματεία του αρμόδιου Τμήματος σε περίπτωση πλάνης περί τα πράγματα ή τον νόμο, από όποιον έχει έννομο συμφέρον προς τούτο ή από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου χάριν του δημόσιου συμφέροντος, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κοινοποίηση της πράξης του Κλιμακίου ή του Επιτρόπου στον αρμόδιο φορέα και τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
παρ. 2
2. Η προσφυγή ανάκλησης κοινοποιείται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, με επιμέλεια του αιτούντος, σε καθέναν που έχει έννομο συμφέρον. Ο Πρόεδρος του Τμήματος μπορεί να διατάξει τη γνωστοποίηση, με οποιονδήπο- τε τρόπο, της προσφυγής ανάκλησης και σε άλλους, οι οποίοι έχουν κατά την κρίση του έννομο συμφέρον. Δεύ- τερη προσφυγή ανάκλησης από τον ίδιο αιτούντα κατά της αυτής πράξης δεν επιτρέπεται.
παρ. 3
3. Όποιος έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να ασκήσει εγγράφως ή προφορικώς παρέμβαση μέχρι τη συζήτηση της προσφυγής ανάκλησης στο ακροατήριο.
παρ. 4
4. Ο Πρόεδρος του Τμήματος ορίζει εισηγητή της υπό- θεσης πριν από τη συζήτησή της. Οι διάδικοι μπορούν να υποβάλουν υπόμνημα μέσα σε τρεις (3) ημέρες από τη συζήτηση στο ακροατήριο της προσφυγής.
παρ. 5
5. Η έκδοση μη οριστικής απόφασης επιτρέπεται μία μόνο φορά. Αν εκδοθεί αναβλητική απόφαση λόγω έλλειψης στοιχείων, ορίζεται προθεσμία που δεν υπερ- βαίνει τις δεκαπέντε (15) ημέρες, εντός της οποίας πρέ- πει να συμπληρωθούν τα στοιχεία του φακέλου. Μετά την πάροδο της προθεσμίας που έχει ορισθεί η υπό- θεση εισάγεται προς συζήτηση στην αμέσως επόμενη δικάσιμο. Η απόφαση για την προσφυγή ανάκλησης εκδίδεται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη συζή- τησή της.
παρ. 6
6. Το Τμήμα μπορεί, με απόφασή του, η οποία εκδί- δεται ύστερα από γνώμη του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, να υποβάλει ερώτημα στην Ολομέλεια, αν, κατά την εξέταση προ- σφυγής, κρίνει ότι διάταξη τυπικού νόμου είναι αντι- συνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση της Ολομέλειας ή αν κρίνει ότι ανακύπτει ζήτημα μείζονος σπουδαιότητας ή γενι- κότερης σημασίας.
Άρθρο 329
Άρθρο 329 Προσφυγή αναθεώρησης
παρ. 1
1. Προσφυγή αναθεώρησης κατά της απόφασης του Τμήματος, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή ανά- κλησης, υποβάλλεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου, σε περίπτωση πλάνης περί τα πράγματα ή τον νόμο, από το Δημόσιο, την αναθέτουσα αρχή ή φορέα, τον παρεμ- βάντα κατά την εκδίκαση της προσφυγής ανάκλησης ή από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
παρ. 2
2. Η προσφυγή αναθεώρησης ασκείται μέσα σε απο- κλειστική προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση, με επιμέλεια της γραμματείας του Τμήμα- τος, της προσβαλλόμενης απόφασης στον προσφεύ- γοντα. Η προσφυγή αναθεώρησης κοινοποιείται, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, με επιμέλεια του αιτούντος, στο Δημόσιο και σε όσους είχαν μετάσχει στην εκδίκαση της προσφυγής ανάκλησης. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου μπορεί να διατάξει τη γνωστοποίηση, με οποιονδήποτε τρόπο, της προσφυγής αναθεώρησης και σε άλλους που έχουν κατά την κρίση του έννομο συμφέρον.
παρ. 3
3. Δεύτερη προσφυγή αναθεώρησης από τον ίδιο αι- τούντα κατά της αυτής απόφασης δεν επιτρέπεται.
παρ. 4
4. Η προσφυγή αναθεώρησης εκδικάζεται κατά την επόμενη της κατάθεσής της προγραμματισμένη συνε- δρίαση της ελάσσονος Ολομέλειας, εφόσον από την κα- τάθεση της προσφυγής αναθεώρησης μέχρι τη δικάσιμο μεσολαβεί διάστημα οκτώ (8) τουλάχιστον ημερών. Σε επείγουσες περιπτώσεις, η ελάσσων Ολομέλεια συγκα- λείται εκτάκτως από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου. Οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 328 εφαρμόζονται αναλόγως και για την εκδίκαση της προσφυγής αναθεώρησης από την ελάσσονα Ολομέλεια.
παρ. 5
5. Αν γίνει δεκτή η προσφυγή αναθεώρησης, η ελάσ- σων Ολομέλεια αποφασίζει οριστικά για την ελεγχόμενη σύμβαση.
Άρθρο 330
Άρθρο 330 Περιεχόμενο του δικογράφου των προσφυγών
παρ. 1
1. Στα δικόγραφα των προσφυγών επί διαφορών από τον προσυμβατικό έλεγχο αναφέρονται: (α) ο δικαστικός σχηματισμός ενώπιον του οποίου απευθύνονται, (β) ως προς τους διαδίκους και τους νόμιμους αντιπρο- σώπους τους, το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, ο αριθμός φορολογικού μητρώου, η διεύθυνση κατοικίας, με προσδιορισμό οδού και αριθμού, η διεύθυνση ηλε- κτρονικού ταχυδρομείου και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, εταιρείες χωρίς νομική προσωπικότητα, ενώ- σεις προσώπων και ομάδες περιουσίας, η επωνυμία, η έδρα τους, καθώς και η ηλεκτρονική τους διεύθυνση,
παρ. 2
2. Προσφυγή που δεν πληροί τις απαιτήσεις της παρ. 1 τότε μόνον είναι άκυρη, όταν, κατά την κρίση του αρ- μόδιου δικαστικού σχηματισμού, οι ελλείψεις την καθι- στούν εντελώς αόριστη.
παρ. 3
3. Κάθε μεταβολή δηλωθείσας διεύθυνσης πρέπει να γνωστοποιείται, είτε με τα κατατιθέμενα υπομνήματα είτε με αυτοτελές έγγραφο, που κατατίθεται στη γραμ- ματεία του Δικαστηρίου και τίθεται στον φάκελο της προσφυγής.
Άρθρο 331
Άρθρο 331 Μη αναστολή προθεσμιών κατά τις δικαστικές διακοπές Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής ανάκλη- σης και της προσφυγής αναθεώρησης δεν αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών.
Άρθρο 332
Άρθρο 332 Προδικασία συζήτησης
παρ. 1
1. Ο Πρόεδρος του αρμόδιου δικαστικού σχηματισμού ορίζει, με πράξη του, την ημέρα και την ώρα συζήτησης της προσφυγής, η οποία δεν μπορεί να απέχει λιγότερο από οκτώ (8) πλήρεις ημέρες από την κατάθεσή της.
παρ. 2
2. Η κλήση για συζήτηση κοινοποιείται στον προσφεύ- γοντα, στους παρεμβαίνοντες και σε κάθε τρίτο ενδια- φερόμενο, την κλήτευση του οποίου θεωρεί αναγκαία ο Πρόεδρος του Τμήματος τρεις (3) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση.
παρ. 3
3. Οι ανωτέρω προθεσμίες μπορεί να συντμηθούν, με πράξη του Προέδρου, όταν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι.
παρ. 4
4. Κλήτευση είναι και η προφορική ανακοίνωση, από τη γραμματεία, της ημέρας και της ώρας συζήτησης της προσφυγής, εφόσον βεβαιώνεται με έγγραφο, υπογρα- φόμενο από τον αρμόδιο υπάλληλο και από αυτόν στον οποίο απευθύνεται η ανακοίνωση.
παρ. 5
5. Η κλήση για συζήτηση μπορεί να συντάσσεται και με χρήση ΤΠΕ και εγκεκριμένης ηλεκτρονικής υπογρα- φής. Η επίδοση της κλήσης του προηγούμενου εδα- φίου γίνεται με χρήση ΤΠΕ, εφόσον επιστραφεί στον αποστολέα του εγγράφου από τον παραλήπτη ηλε- κτρονική απόδειξη παραλαβής. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης καθορίζονται τα τεχνικά θέματα και οι λεπτομέρειες για τη διαδικασία ηλεκτρονικής επίδοσης, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.
Άρθρο 333
Άρθρο 333 Προαπόδειξη
παρ. 1
1. Οι προσφεύγοντες και οι παρεμβαίνοντες προσκο- μίζουν κατά τη συζήτηση της προσφυγής όλα τα κρίσιμα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που έχουν στη διάθεσή τους.
παρ. 2
2. Ύστερα από αίτημα των διαδίκων, που μπορεί να υποβληθεί και προφορικά κατά τη συζήτηση ή, αν τού- το ζητηθεί, από τον εισηγητή της υπόθεσης, κατά την προδικασία, παρίστανται στη συζήτηση για την παρο- χή εξηγήσεων στο Δικαστήριο πρόσωπα ικανά να το ενημερώσουν επί τεχνικής φύσης ζητημάτων. Η Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων επικουρεί το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του επί διαφορών προσυμβατικού ελέγχου. Παρεμβαίνει ως amicus curiae στις σχετικές δίκες, ή εκτελεί καθή- κοντα συμβούλου σε τεχνικής ιδίως φύσεως ζητήματα όποτε της ζητηθεί από τον πρόεδρο του αρμόδιου σχη- ματισμού ή από το Δικαστήριο.
παρ. 3
3. Το Δικαστήριο δύναται να διακόψει τη συζήτηση ή να εκδώσει προδικαστική απόφαση, αν κρίνει ότι η διευκρίνιση τεχνικής φύσης ζητήματος είναι αναγκαία για τον έλεγχο νομιμότητας που ασκεί.
Άρθρο 334
Άρθρο 334 Συζήτηση
παρ. 1
1. Η συζήτηση της προσφυγής ανάκλησης και της προσφυγής αναθεώρησης γίνεται με τη συμμετοχή του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συ- νεδρίου σε δημόσια συνεδρίαση, η οποία επιτρέπεται να αναβληθεί μία μόνο φορά, αν συντρέχει σοβαρός λόγος.
παρ. 2
2. Από τη συζήτηση της προσφυγής ανάκλησης και της προσφυγής αναθεώρησης αποκλείεται ο δικαστικός λει- τουργός που μετείχε στην έκδοση της επίδικης πράξης του Κλιμακίου Προσυμβατικού Ελέγχου. Ομοίως, από τη συζήτηση της προσφυγής αναθεώρησης αποκλείεται ο δικαστικός λειτουργός που μετείχε στην έκδοση της απόφασης του Τμήματος, κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή αναθεώρησης.
παρ. 3
3. Κατά τη συζήτηση της προσφυγής ανάκλησης και της προσφυγής αναθεώρησης, οι άλλοι, πλην του Δημο- σίου και των εξομοιούμενων με αυτό αιτούντες, παρίστα- νται μετά ή διά πληρεξούσιου δικηγόρου.
παρ. 4
4. Περισσότερες προσφυγές ανάκλησης ή προσφυγές αναθεώρησης μπορεί να συνεκδικαστούν, όταν στρέφο- νται κατά της ίδιας πράξης ή απόφασης, αντιστοίχως, καθώς και όταν οι πράξεις ή οι αποφάσεις, των οποίων ζητείται η ανάκληση ή η αναθεώρηση, αντιστοίχως, είναι συναφείς.
Άρθρο 335
Άρθρο 335 Παράβολα
παρ. 1
1. Για τις προσφυγές ανάκλησης κατά των πράξεων των Κλιμακίων Προσυμβατικού Ελέγχου ή των πράξε- ων των Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί του προσυμβατικού ελέγχου, καταβάλλεται παράβολο εκατό (100) ευρώ.
παρ. 2
2. Για τις προσφυγές αναθεώρησης κατά των αποφά- σεων που εκδίδονται επί των προσφυγών ανάκλησης της παρ. 1 καταβάλλεται παράβολο εκατόν πενήντα (150) ευρώ.
Άρθρο 336
Άρθρο 336 Εφαρμοζόμενες διατάξεις
παρ. 1
1. Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στα Κεφάλαια 53 και 54, στην εκδίκαση των διαφορών από τον προσυμ- βατικό έλεγχο εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 5 και 10, τα Κεφάλαια 2 έως και 6, το άρθρο 41, τα άρθρα 50 και 51, το Κεφάλαιο 9, το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 55, τα άρθρα 56 και 57, τα άρθρα 61, 62 και 63, τα Κεφάλαια 12, 13 και 14, το άρθρο 84, το Κεφάλαιο 16, τα άρθρα 106 έως και 109, τα άρθρα 187, 188, 189, 190, 191, 192 και 194, το Κεφάλαιο 29, τα Κεφάλαια 33 έως και 46, τα άρθρα 300 και 302, τα Κεφάλαια 48 και 49, το άρθρο 312 και το Κεφάλαιο 51.
παρ. 2
2. Στη διαδικασία για την εξέταση της προσφυγής ανα- θεώρησης δεν εφαρμόζεται το Κεφάλαιο 27.
Άρθρο 337
Άρθρο 337 Άρση αμφισβήτησης ή αμφιβολίας
παρ. 1
1. Η αμφισβήτηση για την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου που γεννώνται από την έκδοση αντίθετων πρά- ξεων Κλιμακίων Προσυμβατικού Ελέγχου ή αντίθετων αποφάσεων του Τμήματος επί προσφυγών ανακλήσεως, καθώς και η αμφιβολία για την έννοια των διατάξεων αυτών σε εκκρεμείς υποθέσεις, αίρονται από την ελάσ-
παρ. 2
2. Η αίτηση άρσης της αμφισβήτησης υποβάλλεται ενώπιον της ελάσσονος Ολομέλειας αυτεπάγγελτα από τον Πρόεδρο του Κλιμακίου ή του Τμήματος ή από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή τον Γενικό Επί- τροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή με πρωτοβουλία αυτού που έχει έννομο συμφέρον.
παρ. 3
3. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, το Κλιμάκιο Προσυμβατικού Ελέγχου ή το Τμήμα που είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί των προσφυγών ανάκλησης, παραπέμπει το ζήτημα στην ελάσσονα Ολομέλεια με πρακτικό.
παρ. 4
4. Η ελάσσων Ολομέλεια εκδίδει απόφαση άρσης της αμφισβήτησης ή της αμφιβολίας μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεση αυτής στη γραμματεία του.
παρ. 5
5. Στη διαδικασία για την άρση της αμφισβήτησης ή αμφιβολίας εφαρμόζεται το παρόν Κεφάλαιο. ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΤΟ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΝΟΜΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 55 ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΕΡΗ ΑΣΚΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ
Άρθρο 338
Άρθρο 338 Ολομέλεια Το άρθρο 4 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέ- δριο (ν. 4129/2013, Α’ 52) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 4 Ολομέλεια 1. Η πλήρης Ολομέλεια αποτελείται από τον Πρόεδρο, τους Αντιπροέδρους και τους Συμβούλους. 2. Η Ολομέλεια λειτουργεί σε μείζονα και σε τρεις ελάσσονες σχηματισμούς, οι οποίοι μειώνονται ή αυξά- νονται με απόφαση της πλήρους Ολομέλειας. Η μείζων Ολομέλεια συγκροτείται από τον Πρόεδρο, τους Αντι-
Άρθρο 339
Άρθρο 339 Ρυθμίσεις για τα Τμήματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου Το άρθρο 8 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέ- «Άρθρο 8 και κατανομή δικαστικών λειτουργών 1. Ο αριθμός των Τμημάτων με δικαστικές αρμοδι- ότητες ορίζεται σε επτά (7). Η κατανομή σε αυτά των υποθέσεων δικαιοδοσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου γίνεται ως εξής: (α) Πρώτο Τμήμα: Οι καταλογιστικές διαφορές Δημο- σίου και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που ανή-
Άρθρο 340
Άρθρο 340 Τμήμα Ελέγχων Μετά το άρθρο 5 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο προστίθεται άρθρο 5Α, ως εξής: «Άρθρο 5Α Τμήμα Ελέγχων 1. Στην αρμοδιότητα του Τμήματος Ελέγχων υπάγο- νται ο καθορισμός της στρατηγικής ελέγχων του Ελε- γκτικού Συνεδρίου, ο σχεδιασμός και η παρακολούθηση του ετήσιου και του πολυετούς προγράμματος ελέγχων, η έκδοση των κάθε είδους εκθέσεων ελέγχου, εφόσον αυτές δεν παραπέμπονται στην Ολομέλεια για έγκριση,
Άρθρο 341
Άρθρο 341 Έλεγχος αποτελεσματικότητας συστημάτων εσωτερικού ελέγχου - Νομική προστασία ελεγκτών
παρ. 1
1. Η περ. α’ της παρ. 1 και η παρ. 7 του άρθρου 22 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο τροποποιού- νται και το άρθρο 22 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 22 1. Οι Επίτροποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου: α) ασκούν τον προληπτικό έλεγχο της περίπτωσης α’ του άρθρου 1 του παρόντος, καθώς και έλεγχο της απο- τελεσματικότητας των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου των ελεγχόμενων από αυτούς υπηρεσιών και φορέων, β) ασκούν κατασταλτικό έλεγχο, σύμφωνα με όσα ορί- ζονται στα άρθρα 38, 39 και 51 του παρόντος, γ) εξελέγχουν, με τη βοήθεια των υπαλλήλων της
παρ. 2
2. Η παρ. 9 του άρθρου 28 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο τροποποιείται και αναριθμείται ως παρ. 10, προστίθεται παρ. 9 και το άρθρο 28 διαμορφώ- νεται ως εξής: «Άρθρο 28 1. Το Ελεγκτικό Συνέδριο: α) Δύναται να ενημερώνεται δια των αρμόδιων Επι- τρόπων του για τις υποχρεώσεις που έχουν αναληφθεί σε βάρος των πιστώσεων του Προϋπολογισμού, από τα βιβλία που τηρούνται από τις αρμόδιες υπηρεσίες εκκα- θάρισης και εντολής πληρωμής των δαπανών. β) Ασκεί, κατά το άρθρο 98 του Συντάγματος, τον έλεγ-
Άρθρο 342
Άρθρο 342 Στοχευμένοι έλεγχοι Το άρθρο 40 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συ- νέδριο αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 40 Διενέργεια στοχευμένων ελέγχων 1. Το Ελεγκτικό Συνέδριο διενεργεί, σύμφωνα με τις διατάξεις που το διέπουν, στοχευμένους ελέγχους σε τομείς υψηλού ελεγκτικού ενδιαφέροντος, με βάση το ετήσιο πρόγραμμα ελέγχων που εγκρίνεται από την Ολομέλειά του. 2. Το Ελεγκτικό Συνέδριο διενεργεί, σύμφωνα με τις
Άρθρο 343
Άρθρο 343 Παρουσίαση στη Βουλή του ετήσιου προγράμματος ελέγχων του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ρυθμίσεις για τον έλεγχο του απολογισμού και του γενικού ισολογισμού του Κράτους και τις Διαδηλώσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου Το άρθρο 66 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συ- νέδριο τροποποιείται, προστίθεται σ’ αυτό παρ. 4 και αναριθμείται σε άρθρο 66Α και τίθεται νέο άρθρο 66, τα οποία διαμορφώνονται ως εξής: «Άρθρο 66
Άρθρο 344
Άρθρο 344 Ρυθμίσεις για την Ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου προς τη Βουλή Το άρθρο 67 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συ- νέδριο αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 67 Ετήσια έκθεση προς τη Βουλή 1. Το Ελεγκτικό Συνέδριο, κάθε έτος, με έκθεση της Ολομέλειάς του προς τη Βουλή, που εγχειρίζεται στον Πρόεδρό της από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρί- ου, εκθέτει το αποτέλεσμα των εργασιών του με κατηγο- ριοποιημένα ευρήματα από την άσκηση του ελεγκτικού
Άρθρο 345
Άρθρο 345 Αρμοδιότητα καταλογισμού
παρ. 1
1. Η παρ. 1 του άρθρου 38 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο αντικαθίσταται, η παρ. 2 καταργείται, οι παρ. 3, 4, 5, 6 και 7 αναριθμούνται σε παρ. 2, 3, 4, 5 και 6 και το άρθρο 38 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 38 1. Ο έλεγχος των λογαριασμών των δημόσιων υπολό- γων, των απολογισμών των οργανισμών τοπικής αυτοδι- οίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δι- καίου, των ειδικών λογαριασμών, καθώς και των λοιπών λογαριασμών που αναφέρονται στην παρ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 1, ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος από τον Επίτροπο της Υπηρεσίας Επιτρόπου,
παρ. 2
2. Ο τίτλος, καθώς και οι παρ. 1, 2 και 4 του άρθρου 46 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο τρο- ποποιούνται και το άρθρο 46 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 46 Πράξεις Ελεγκτικού Συνεδρίου 1. Ο αρμόδιος Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έχοντας υπόψη την έκθεση που συντάσσεται κατά περί- πτωση σύμφωνα με την περ. γ’ της παρ. 1 ή την παρ. 5 του άρθρου 22 αποφαίνεται για την ορθότητα ή μη των λογαριασμών και κηρύσσει με πράξη του τούς λογα- ριασμούς ως ορθώς έχοντες ή καταλογίζει τον υπόλο- γο με το έλλειμμα που διαπιστώθηκε ή με εκείνο που
παρ. 3
3. Ο τίτλος, καθώς και οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 47 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο τροποποι- ούνται και διαμορφώνονται ως εξής: «Άρθρο 47 Εκτελεστότητα πράξεων - Κοινοποίηση 1. Οι πράξεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου που εκδίδο- νται σύμφωνα με το άρθρο 46 και κοινοποιούνται στον υπόλογο σύμφωνα με τα οριζόμενα σε προεδρικό διά- ταγμα, είναι εκτελεστές. Κατά των πράξεων αυτών δεν επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής στα άλλα δικαστήρια, τα ποσά δε που καταλογίζονται με τις πράξεις αυτές ει- σπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ει-
παρ. 4
4. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 56 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο αντικαθίσταται και το άρθρο 56 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 56 1. Τα δικαιολογητικά των ενταλμάτων προπληρωμής θεωρούνται από τους Επιτρόπους του Ελεγκτικού Συ- νεδρίου, οι οποίοι επικουρούνται στο έργο του ελέγχου από το προσωπικό που έχει ορισθεί για το σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. 2. Κατά τον έλεγχο και τη θεώρηση των δικαιολογητι- κών απόδοσης λογαριασμού των ενταλμάτων προπλη- ρωμής, το Ελεγκτικό Συνέδριο, ύστερα από εισήγηση του
παρ. 5
5. Οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 63 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο τροποποιούνται και το άρθρο 63 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 63 1. Το αρμόδιο σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 46 όργανο, ύστερα από αίτηση του υπολόγου ή και αυ- τεπαγγέλτως, αποφαίνεται για την απαλλαγή από την ευθύνη των υπολόγων που λογοδοτούν ενώπιον του για κάθε απώλεια, έλλειψη ή φθορά χρημάτων, υλικού ή δικαιολογητικών και παραστατικών πληρωμής κάθε είδους, είτε με την πράξη που εκδίδεται κατά τον έλεγχο των ετήσιων λογαριασμών είτε και προηγουμένως με
παρ. 6
6. Η παρ. 1 του άρθρου 64 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο τροποποιείται και το άρθρο 64 δια- μορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 64 1. Ο έλεγχος των διαχειρίσεων, των οποίων τα στοι- χεία καταστράφηκαν ή απολέσθηκαν ολικά ή μερικά στο Ελεγκτικό Συνέδριο από ανώτερη βία ή τυχαίο γεγονός και των οποίων η απώλεια ή καταστροφή διαπιστώνε- ται με πράξη του αρμόδιου Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ενεργείται κατά τα οριζόμενα με αποφάσεις της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που δημοσι- 2. Οι αποφάσεις αυτές, που εκδίδονται ύστερα από
παρ. 7
7. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 80 του Κώ- δικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο αντικαθίσταται και το άρθρο 80 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 80 1. Κατά καταλογιστικών πράξεων των υπουργών, μονοπρόσωπων ή συλλογικών διοικητικών οργάνων, διοικητικών αρχών, οικονομικών επιθεωρητών ή άλλου φορέα επί διαχείρισης υλικού, αξιών ή χρηματικού του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορ- γανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, καθώς και νομικών προσώπων ιδι- ωτικού δικαίου που χρηματοδοτούνται από εθνικούς
Άρθρο 346
Άρθρο 346 Ρυθμίσεις για τους ελέγχους σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου
παρ. 1
1. Η παρ. 8 του άρθρου 51 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο αντικαθίσταται και το άρθρο 51 δι- αμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 51 1. Από το Ελεγκτικό Συνέδριο διεξάγεται υποχρεωτικά κατασταλτικός έλεγχος των λογαριασμών των δήμων, των περιφερειών και των νομικών τους προσώπων δη- μοσίου δικαίου, καθώς και των κοινωφελών επιχειρήσε- ων, των επιχειρήσεων ύδρευσης αποχέτευσης και των δημοτικών ανωνύμων εταιρειών του άρθρου 266 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων. Ο έλεγχος είναι ετήσιος τακτικός και δειγματοληπτικός, εκτός εάν από το δειγμα-
παρ. 2
2. Η παρ. 2 του άρθρου 53 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο αντικαθίσταται και το άρθρο 53 δι- αμορφώνεται ως ακολούθως: «Άρθρο 53 1. Κατά τον έλεγχο των απολογισμών των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων ελεγχόμενων φορέων εφαρμόζο- νται αναλόγως οι διατάξεις του παρόντος που αφορούν τον έλεγχο των λογαριασμών των δημοσίων υπολόγων. 2. Ο έλεγχος των λογαριασμών των νομικών προσώ- πων δημοσίου δικαίου και των λοιπών νομικών προσώ- πων επιτρέπεται να ενεργείται στο Κατάστημά τους. 3. Ο έλεγχος του Ειδικού Λογαριασμού Εγγυήσεων Γε-
παρ. 3
3. Η παρ. 4 του άρθρου 54 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο καταργείται και οι υφιστάμενες παρ. 5 και 6 αναριθμούνται σε παρ. 4 και 5, αντίστοιχα και το άρθρο 54 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 54 1. Η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου εκδίδει κατ’ έτος πρόγραμμα ελέγχου λογαριασμών των Ν.Π.Δ.Δ. εκτός από τους Ο.Τ.Α.. Με το πρόγραμμα καθορίζονται: α) τα Ν.Π.Δ.Δ. που θα ελεγχθούν, β) η περίοδος της διαχείρισης ανά οικονομικά έτη που θα υποβληθεί στον έλεγχο, γ) το ποσοστό της δειγματοληψίας, το οποίο σε κάθε
Άρθρο 347
Άρθρο 347 Ελεγκτική διαδικασία Μετά το άρθρο 54 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο προστίθεται άρθρο 54Α, ως εξής: «Άρθρο 54Α Ελεγκτική διαδικασία 1. Το Ελεγκτικό Συνέδριο, συνεκτιμώντας τις ελεγκτικές του δυνατότητες, προγραμματίζει τους ελέγχους των ειδικών λογαριασμών, των λογαριασμών των οργανι- σμών τοπικής αυτοδιοίκησης, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των λοιπών φορέων που υπάγο- νται στην ελεγκτική του αρμοδιότητα, έτσι ώστε κάθε
Άρθρο 348
Άρθρο 348 Εξουσιοδοτική διάταξη
παρ. 1
1. Με απόφαση της Ολομέλειας, που δημοσιεύεται προθεσμία εννέα (9) μηνών από την έναρξη του επό- μενου δικαστικού έτους από την έναρξη ισχύος του πα- ρόντος, μπορεί, για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του Δικαστηρίου, να τροποποιείται ο εσωτερικός κανο- νισμός του με την εναρμόνισή του με τις διατάξεις του παρόντος.
παρ. 2
2. Με κανονιστική απόφαση του αρμοδίου οργάνου της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτι- κού Συνεδρίου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 32Αεπ. του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατά- στασης Δικαστικών Λειτουργών, που δημοσιεύεται στην θεσμία εννέα (9) μηνών από την έναρξη του επόμενου δικαστικού έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος, μπορεί, για την αποτελεσματικότερη λειτουργία της, να τροποποιείται ο εσωτερικός κανονισμός της με την εναρ- μόνισή του με τις διατάξεις του παρόντος. ΤΜΗΜΑ ΠΕΜΠΤΟ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 59 ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 349
Άρθρο 349 Εκκρεμείς δίκες και διαδικασίες
παρ. 1
1. Σε δίκες εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος, οι διαδικαστικές πράξεις που δεν έχουν συντε- λεστεί διενεργούνται κατά τις διατάξεις του παρόντος.
παρ. 2
2. Η παρ. 10 του άρθρου 28 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις άσκησης ελεγκτικών αρμοδιοτήτων των δικαστικών λειτουργών και υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Άρθρο 350
Άρθρο 350 Μεταβατικές διατάξεις για την άσκηση ένδικων βοηθημάτων και μέσων
παρ. 1
1. Η άσκηση ένδικων βοηθημάτων κατά διοικητικών πράξεων, που εκδίδονται μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος, διέπεται από τις διατάξεις αυτού.
παρ. 2
2. Η άσκηση ένδικων μέσων κατά δικαστικών απο- φάσεων, που εκδίδονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, διέπεται από τις διατάξεις του.
Άρθρο 351
Άρθρο 351 Μεταβατικές διατάξεις για τις προθεσμίες
παρ. 1
1. Ως προς την αφετηρία των προθεσμιών εφαρμόζο- νται οι διατάξεις που ίσχυαν στον χρόνο κατά τον οποίο συντελέστηκε το γεγονός που τις κίνησε.
παρ. 2
2. Η διάρκεια των προθεσμιών που είχαν αρχίσει πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του, μόνον αν η προβλεπόμενη από αυτές διάρκειά τους είναι μεγαλύτερη από εκείνη που προβλεπόταν από τις προϊσχύουσες διατάξεις.
παρ. 3
3. Ως προς την παράταση, την αναστολή και τη δια- κοπή των προθεσμιών, η οποία οφείλεται σε γεγονός που επήλθε μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος, εφαρμόζονται οι διατάξεις του.
Άρθρο 352
Άρθρο 352 Μεταβατικές διατάξεις για τις ενστάσεις του άρθρου 90 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο
παρ. 1
1. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενστάσεις του άρθρου 90 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο.
παρ. 2
2. Οι ενστάσεις της παρ. 1 λογίζονται ως εφέσεις και εκδικάζονται από το αρμόδιο Τμήμα με τις ίδιες προϋ- ποθέσεις παραδεκτού που ίσχυαν κατά την ημερομηνία κατάθεσής τους. Μέχρι την πρώτη συζήτησή τους στο σουν ελλείψεις του δικογράφου, ιδίως την υπογραφή του δικογράφου από πληρεξούσιο δικηγόρο και την καταβολή του προσήκοντος παραβόλου.
ΤΜΗΜΑ ΕΚΤΟ
ΤΜΗΜΑ ΕΚΤΟ ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 60 ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 353
Άρθρο 353 Κατάργηση διατάξεων του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος καταργού- νται τα άρθρα 35 έως και 37, 70 έως και 75, 77, 79 και 82 έως και 91 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο.
Άρθρο 354
Άρθρο 354 Κατάργηση διατάξεων για τις ενστάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 90 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο και άλλων διατάξεων
παρ. 1
1. Από την έναρξη της ισχύος του Πρώτου Τμήματος του παρόντος καταργούνται: (α) το άρθρο 5 του ν. 4448/1964 (Α’ 253), (β) το β. δ. 598/1965 (Α’ 130), (γ) το άρθρο 2 του ν.δ. 442/1970 (Α’ 39), (δ) η παρ. 2 του άρθρου 2 του ν.δ. 1141/1972 (Α’ 64), (ε) η παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 368/1976 (Α’ 164), (στ) η παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 550/1977 (Α’ 57), (ζ) η παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 787/1978 (Α’ 101), (η) η παρ. 9 του άρθρου 3 του ν. 831/1978 (Α’ 207), (θ) η παρ. 5 του άρθρου 4 του ν. 1203/1981 (Α’ 249), (ι) το άρθρο 63 του π.δ. 774/1980 (Α’ 189),
παρ. 2
2. Καταργείται κάθε άλλη διάταξη που παραπέμπει στο άρθρο 5 του ν. 4448/1964 και αφορά στην ένσταση που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές.
παρ. 3
3. Καταργείται επίσης κάθε διάταξη ειδικού νομοθετή- ματος που προβλέπει προθεσμία έφεσης διαφορετική από την προβλεπόμενη στην παρ. 1 του άρθρου 113.
Άρθρο 355
Άρθρο 355 Κατάργηση διατάξεων του π.δ. 1225/1981 Από την έναρξη της ισχύος του Πρώτου Τμήματος του παρόντος καταργούνται τα άρθρα 1 έως και 123 του π.δ. 1225/1981 (Α’ 304).
Άρθρο 356
Άρθρο 356 Κατάργηση άλλων διατάξεων Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη, η οποία αναφέρεται σε θέμα ρυθμιζόμενο από αυτό. ΤΜΗΜΑ ΕΒΔΟΜΟ ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 61 ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ
Άρθρο 357
Άρθρο 357 Έναρξη ισχύος του Πρώτου Τμήματος Οι διατάξεις του Πρώτου Τμήματος αρχίζουν να ισχύ- ουν από το επόμενο δικαστικό έτος της έναρξης ισχύος του παρόντος. Το ίδιο ισχύει και για το Κεφάλαιο 55 σε ό,τι αφορά στη λειτουργία των σχηματισμών της Ολομέλειας και την εκδίκαση των υποθέσεων από τα Τμήματα, μετά την ανακατανομή των αρμοδιοτήτων τους. ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΑΠΟΝΟΜΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Άρθρο 358
Άρθρο 358 Γραφείο Συλλογής και Επεξεργασίας Δικαστικών Στατιστικών Στοιχείων (JustStat)
παρ. 1
1. Στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιο- σύνης συστήνεται Γραφείο Συλλογής και Επεξεργασίας Δικαστικών Στατιστικών Στοιχείων (JustStat), το οποίο υπάγεται απευθείας στον Υπουργό, με αντικείμενα: (α) τη συστηματική συλλογή στατιστικών στοιχείων, είτε μέσω των οικείων πληροφοριακών συστημάτων, είτε μετά από διαβίβαση από όλα τα δικαστήρια και τις εισαγγελίες της Xώρας για κάθε κατηγορία υποθέσεων και διαδικασία ενώπιόν τους. Τα στοιχεία αυτά αφορούν ιδίως: στον αριθμό, στη φύση και στο αντικείμενο των υποθέσεων, στο ύψος των διεκδικουμένων απαιτήσεων, στη χρονική διάρκεια της διαδικασίας και στην, κατά το
παρ. 2
2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, ρυθμίζονται τα ζητήματα που αφορούν στη συγκρότηση, οργάνωση και λειτουργία του Γραφείου, ιδίως ως προς τη στελέ- χωσή του, τις επιμέρους αρμοδιότητες, τη διαδικασία συλλογής και επεξεργασίας των στατιστικών στοιχείων και κάθε άλλο ειδικότερο ζήτημα.
Άρθρο 359
Άρθρο 359 Ειδικά τμήματα πολιτικών δικαστηρίων
παρ. 1
1. Στα πολιτικά Πρωτοδικεία και Εφετεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης είναι δυνατή η σύσταση ειδικών τμημά- των, με τροποποίηση του οικείου κανονισμού, σύμφω- να με την περ. α’ της παρ. 7 του άρθρου 14 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, για την εκδίκαση, κατά την τακτική διαδικα- σία, των ένδικων βοηθημάτων και των αντίστοιχων ένδι- κων μέσων, που υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητά τους και έχουν ως αντικείμενο διαφορές μεταξύ ιδιωτών, οι οποίες αφορούν το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, της ενέργειας και της προ- στασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η ως
παρ. 2
2. Για την εκδίκαση των ως άνω υποθέσεων η αρμο- διότητα: α) των ειδικών τμημάτων του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών καλύπτει τις περιφέρειες των Εφετείων Αθηνών, Πειραιώς, Δυτικής Στερεάς, Αιγαίου, Δωδεκανήσου, Κρήτης, Ανατολικής Κρήτης, Λαμίας, Ναυπλίου, Πατρών, Καλαμάτας και Εύβοιας και β) των ειδικών τμημάτων του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Θεσσαλονίκης καλύπτει τις περιφέρειες των Εφετείων Θεσσαλονίκης, Δυτικής Μακεδονίας, Θράκης, Βορείου Αιγαίου, Ιωαννίνων, Κέρκυρας και Λάρισας.
παρ. 3
3. Στα ειδικά τμήματα της παρ. 1 τοποθετούνται, με τριετή θητεία που μπορεί να ανανεωθεί, κατά προτίμηση δικαστές με εξειδίκευση ή ιδιαίτερη εμπειρία στη συ- γκεκριμένη κατηγορία διαφορών, η οποία προκύπτει είτε από σχετικούς μεταπτυχιακούς ή διδακτορικούς τίτλους σπουδών είτε από προγενέστερη συναφή δρα- στηριότητα.
παρ. 4
4. Στα ειδικά τμήματα της παρ. 1, εφόσον είναι κατά τόπον αρμόδια κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μπορεί να εισαχθούν για εκδίκαση και άλλες υποθέσεις, αν, κατά την κρίση του τριμελούς συμβουλίου διεύθυν- σης, τούτο απαιτείται λόγω υπηρεσιακών αναγκών.
Άρθρο 360
Άρθρο 360 Ειδικά τμήματα διοικητικών δικαστηρίων Η παρ. 6 του άρθρου 4 του Κώδικα Οργανισμού Δι- καστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών αντικαθίσταται και το άρθρο 4 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Τα πολιτικά - ποινικά δικαστήρια συγκροτούνται ως εξής: α. Το ειρηνοδικείο και το πταισματοδικείο, από ειρηνοδίκη και πταισματοδίκη αντιστοίχως, β. το μονο- μελές πρωτοδικείο ή πλημμελειοδικείο, από πρόεδρο πρωτοδικών ή πρωτοδίκη, γ. το πολυμελές πρωτοδικείο ή τριμελές πλημμελειοδικείο, από πρόεδρο πρωτοδικών και δύο πρωτοδίκες, δ. το μονομελές εφετείο (πολιτικό
Άρθρο 361
Άρθρο 361 Τροποποιήσεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας
παρ. 1
1. Η παρ. 5 του άρθρου 15 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών αντικαθίσταται και το άρθρο 15 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Τα δικαστήρια διευθύνονται: α) από τον πρόεδρο του δικαστηρίου και αν οι πρόεδροι είναι περισσότεροι από τον αρχαιότερο, β) από τον ειρηνοδίκη το ειρηνο- δικείο και τον πταισματοδίκη το πταισματοδικείο και, αν αυτοί είναι περισσότεροι, από τον αρχαιότερο. 2.Τα πολιτικά και διοικητικά Εφετεία και Πρωτοδικεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά και τα Ειρηνοδικεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης διευθύνονται από τριμελές συμβούλιο.
παρ. 1 (συνέχεια 2/2)
8. Οι πράξεις και οι αποφάσεις του τριμελούς συμβου- λίου για όλα τα θέματα των αρμοδιοτήτων του, καθώς και του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο για τις αντί- στοιχες αρμοδιότητες, υπόκεινται σε προσφυγή στην ολομέλεια του δικαστηρίου, που συγκαλείται σύμφωνα με τη διάταξη του όρθρου 14 παρ. 2 περ. α’, καθώς και αν ζητηθεί από το μέλος ή τα μέλη της ολομέλειας, στα οποία αφορούν οι πράξεις και οι αποφάσεις αυτές, όπως και από τους οικείους δικηγορικούς συλλόγους για θέμα- τα που άπτονται της άσκησης του δικηγορικού λειτουρ- γήματος. Οι πράξεις και αποφάσεις του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου κατά την άσκηση των αρμοδιο-
παρ. 2
2. Στο άρθρο 28 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών προστίθεται παρ. 5 και το άρθρο 28 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Η Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας είναι ιδιαίτε- ρος κλάδος δικαστικών λειτουργών που έχει ως αντικεί- μενο την παρακολούθηση και τον έλεγχο της λειτουργίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων καθώς και την υποβοήθηση του έργου τους. 2. Στον κλάδο αυτό ανήκουν: α. μία θέση γενικού επιτρόπου, β. μία θέση επιτρόπου και γ. τρεις θέσεις αντεπιτρόπων. Τους δικαστικούς αυτούς λειτουργούς συνδέει σχέση υπηρεσιακής εξάρτησης με προϊστάμενο
παρ. 3
3. Οι παρ. 2 και 3 του άρθρου 63 του Κώδικα Οργανι- σμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουρ- γών αντικαθίστανται και το άρθρο 63 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Σε θέση αντεπιτρόπου διορίζεται, εφ’ όσον έχει είκοσι έτη δικαστικής υπηρεσίας: α) πρόεδρος εφετών διοικητικών δικαστηρίων με διετή υπηρεσία στον βαθμό αυτόν ή με πενταετή συνολική υπηρεσία στον βαθμό του και στον βαθμό του εφέτη διοικητικών δικαστηρίων και β) εφέτης διοικητικών δικαστηρίων με εξαετή υπηρεσία στον βαθμό του. 2. Μέσα σε έναν (1) μήνα από τότε που δημιουργείται
παρ. 4
4. Στο άρθρο 128 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97) προστίθεται παρ. 5 και το άρθρο 128 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Αντίγραφο του δικογράφου που κατατέθηκε, με μνεία της χρονολογίας κατάθεσής του, επιδίδεται, με τη φροντίδα της γραμματείας, στους καθ’ ων τούτο στρέ- φεται, εξήντα (60) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δι- κάσιμο. Ειδικώς, αν πρόκειται για ένδικο βοήθημα που στρέφεται κατά πράξης οργάνου του Δημοσίου, με την οποία εγκρίθηκε πράξη νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, η επίδοση γίνεται και προς το νομικό πρόσωπο, καθίσταται δε διάδικος και αυτό.
Άρθρο 362
Άρθρο 362 Εκδίκαση υποθέσεων μεταβολής φορολογικής κατοικίας
παρ. 1
1. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρω- τοδικείου υπάγονται οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που αφορούν την απόρριψη αιτήματος περί μεταβολής φορολογικής κατοικίας από τη Φορολογική Αρχή.
παρ. 2
2. Για την εκδίκαση των διαφορών της παρ. 1 αρμόδιο κατά τόπο είναι το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η Φορολογική Αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη.
παρ. 3
3. Η διάταξη της παρ. 1, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς ενώπιον των δικαστηρίων υποθέσεις. Ως εκκρεμείς, νο- ούνται οι υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση δεν έχει λάβει χώρα, κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος. Οι υποθέσεις αυτές διαβιβάζονται στα κατά τόπο αρμόδια τριμελή διοικητικά πρωτοδικεία με πράξη του αρμοδίου οργάνου διεύθυνσης του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμούν.
παρ. 4
4. Για την εκδίκαση των διαφορών της παρ. 1 εφαρ- μόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 2 έως και 4 του ν. 702/1977 (A’ 268). Οι αποφάσεις των τριμελών διοικητικών πρωτοδικείων που εκδίδονται επί των δια- φορών της παρ. 1 δεν υπόκεινται σε έφεση.
Άρθρο 363
Άρθρο 363 Αναστολή εφαρμογής του άρθρου 63 του Κώδικα Δικαστικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων Αναστέλλεται για ένα (1) έτος, από την έναρξη ισχύος του παρόντος, η εφαρμογή του άρθρου 63 του Κώδικα του Δικαστικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων που κυ- ρώθηκε με τον ν. 2304/1995 (Α’ 83).
Άρθρο 364
Άρθρο 364 Περιγραφή του έργου του δικηγόρου Η παρ. 2 του άρθρου 36 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α’ 208 ) αντικαθίσταται ως εξής: «2. Ομοίως, στο έργο του δικηγόρου περιλαμβάνονται: α) Η έρευνα των βιβλίων των υποθηκοφυλακείων και κτηματολογικών γραφείων, καθώς και η σύνταξη των σχετικών εγγράφων ελέγχου τίτλων. Η αίτηση και η λήψη των πιστοποιητικών και αντιγράφων δεν απαιτούν πα- ράσταση ή διαμεσολάβηση δικηγόρου. β) Η έκδοση βεβαιώσεων που αφορούν στη μετα- γραφή, την ιδιοκτησία, τα βάρη και τις διεκδικήσεις επί
Άρθρο 365
Άρθρο 365 Θητεία μελών του Διοικητικού Συμβουλίου Δικηγορικών Συλλόγων Στην παρ. 5 του άρθρου 97 του ν. 4194/2013 προστί- θεται δεύτερο εδάφιο και η παράγραφος διαμορφώνεται ως εξής: «Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί να εκλεγεί για δύο (2) συνεχόμενες θητείες και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου για τρεις (3). Ο περιορισμός αυ- τός δεν ισχύει για Συλλόγους, που την 30ή Σεπτεμβρίου του έτους των εκλογών έχουν μέχρι και τετρακόσια(400) μέλη.»
Άρθρο 366
Άρθρο 366 Βεβαιώσεις ακινήτων
παρ. 1
1. Στο τέλος του Παραρτήματος Ι του ν. 4194/2013 προστίθεται περίπτωση Ζ’ ως εξής: «Ζ. Έκδοση βεβαίωσης για ακίνητο (επέχουσας θέση πιστοποιητικού μεταγραφής, ιδιοκτησίας, βαρών, διεκ- δικήσεων) εξήντα (60) ευρώ ανά ακίνητο.»
παρ. 2
2. Στο τέλος του Παραρτήματος ΙΙΙ του ν. 4194/2013 προστίθεται περίπτωση ως εξής: «ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Έκδοση βεβαίωσης για ακίνητο (επέχουσας θέση πι- στοποιητικού μεταγραφής, ιδιοκτησίας, βαρών, διεκδι- κήσεων) Δικηγορικός Σύλλογος δυόμισι (2,5) ευρώ ανά ακίνητο.».
Άρθρο 367
Άρθρο 367 Αμοιβή δικαστικού επιμελητή για ηλεκτρονικές επιδόσεις Στο άρθρο 122Α του π.δ. 503/1985 (Α’ 85) προστίθεται παρ. 10 ως εξής: «10. Η αμοιβή του δικαστικού επιμελητή για τις επιδό- σεις του παρόντος άρθρου καθορίζεται όπως και η αμοι- βή της επίδοσης της παρ. 5 του άρθρου 122 ΚΠολΔ..».
Άρθρο 368
Άρθρο 368 Διατάξεις για τo ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. Η παρ. 3 του άρθρου 2 του ν.δ. 1017/1971 (Α’ 209) αντι- καθίσταται ως εξής: «3.α Το ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., με απόφαση του Διοικητικού Συμ- βουλίου επιτρέπεται να αποκτά, να μεταβιβάζει, να μι- σθώνει, να εκμισθώνει και να παραχωρεί κατά χρήση, χωρίς διαγωνισμό και κατά παρέκκλιση των διατάξεων του π.δ. 715/1979 (Α’ 212), ακίνητα από και προς το Δη- μόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και τους φορείς του δημόσιου τομέα, με ή χωρίς αντάλλαγμα. Η
Άρθρο 369
Άρθρο 369 Κυρώσεις για καθυστέρηση καταβολής αποδοχών Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου μόνου του α.ν. 690/ 1945 (Α’292), προστίθενται δύο εδάφια ως εξής: «Από τα ανωτέρω εξαιρούνται και δεν φέρουν ποινική ευθύνη τα φυσικά πρόσωπα του πρώτου εδαφίου, τα οποία εκπροσωπούν εταιρίες, οργανισμούς και γενικά οποιασδήποτε μορφής νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με τα- κτική χρηματοδότηση από το Ελληνικό Δημόσιο, που, βάσει του καταστατικού τους, επιδιώκουν καλλιτεχνι-
Άρθρο 370
Άρθρο 370 Ρυθμίσεις για τους δικηγόρους ΕΚΧΑ ΑΕ Το δεύτερο εδάφιο της υποπερ. ββ’ της περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 77 του ν. 4685/2020 (Α’ 92), αντικα- θίσταται ως εξής: «Μετά την υποβολή της δήλωσης της υποπερ. αα) της περ. β) θεωρείται ότι συντρέχουν οι προϋποθέ- σεις του επαναδιορισμού κατά το άρθρο 27 του ν. 4194/2013 (Α’ 208) σε Δικηγορικό Σύλλογο της Χώρας και δεν συντρέχει η περ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 4194/2013.»
Άρθρο 371
Άρθρο 371 Αύξηση οργανικών θέσεων Υπουργείου Δικαιοσύνης Στο Υπουργείο Δικαιοσύνης συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών ως εξής:
παρ. 1
1. Κατηγορία ΠΕ α) Κλάδος ΠΕ Ιατροδικαστών, θέσεις δεκαπέντε (15). β) Κλάδος ΠΕ Χημικών-Χημικών Μηχανικών-Βιοχημι- κών-Βιολόγων, θέσεις εννέα (9). γ) Κλάδος ΠΕ Ιατρών (ειδικότητας Παθολογοανατό- μων), θέσεις οκτώ (8).
παρ. 2
2. Κατηγορία ΤΕ Κλάδος ΤΕ Υγείας, θέσεις δεκαπέντε (15).
Άρθρο 372
Άρθρο 372 Σύσταση νομοπαρασκευαστικής επιτροπής για εκπόνηση Κώδικα Οργανικών Διατάξεων για το Ελεγκτικό Συνέδριο Συνιστάται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης ενδεκαμε- λής νομοπαρασκευαστική επιτροπή για την εκπόνη- ση Κώδικα Οργανικών Διατάξεων για το Ελεγκτικό Συνέδριο. Στον Κώδικα αυτόν θα ενσωματωθούν οι οργανικές ρυθμίσεις για το Ελεγκτικό Συνέδριο που θα εξακολουθήσουν να ισχύουν μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος. Στη νομοπαρασκευαστική επιτροπή συμ- μετέχουν ως μέλη ένδεκα (11) δικαστικοί λειτουργοί
Άρθρο 373
Άρθρο 373 Ρυθμίσεις θεμάτων υπηρεσιακής κατάστασης δημοσίων υπαλλήλων
παρ. 1
1. Η περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 113 του ν. 4622/2019 (Α’ 133) καταργείται.
παρ. 2
2. α) Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 79 του ν. 4674/2020 (Α’ 53) αντικαθίσταται ως εξής: «Κατ’ εξαίρεση για τον Α’ κύκλο κινητικότητας 2019 οι αποφάσεις απόσπασης ή μετάταξης εκδίδονται σε αποκλειστική προθεσμία έως τις 15.7.2020. Δεν επιτρέ- πεται οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια σε περίπτωση παρέλευσης άπρακτης της αποκλειστικής προθεσμίας της 15ης.7.2020, με μόνη εξαίρεση τις αποφάσεις με- τάταξης, οι οποίες έχουν σταλεί για δημοσίευση στο Εθνικό Τυπογραφείο μέχρι και την ημερομηνία αυτή ή αποσπάσεις, για τις οποίες έχει διατυπωθεί η σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου συλλογικού οργάνου αξιολόγησης
Άρθρο 374
Άρθρο 374 Συμμετοχή λειτουργών του ΝΣΚ σε επιτροπές και συλλογικά όργανα Λειτουργοί του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, οι οποίοι έχουν οριστεί εκ της ιδιότητάς τους να μετέχουν σε επιτροπές και συλλογικά όργανα του Δημοσίου κατ’ εφαρμογή των σχετικών διατάξεων και εφόσον κατά τη διάρκεια της θητείας τους επήλθε απώλεια της ιδιότη- τας λόγω αυτοδίκαιης συνταξιοδότησης, συνεχίζουν να μετέχουν νομίμως στις επιτροπές και στα συλλογικά όργανα αυτά μέχρι την ολοκλήρωση του έργου τους ή τη λήξη της θητείας τους αντίστοιχα.
Άρθρο 375
Άρθρο 375 Παράταση προθεσμιών
παρ. 1
1. Στις παρ. 1, 2 και 4 του άρθρου 13 του ν. 4623/2019 (Α’ 134), η ημερομηνία «30.6.2020» αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31.8.2021». Ειδικά για το πιστοποιη- τικό πυρασφάλειας της περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 6 του π.δ. 99/2017 (Α’ 141), η προθεσμία παρατείνεται έως 31.10.2020.
παρ. 2
2. Η προθεσμία του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρ- θρου 51 του ν. 4647/2019 (Α’ 204), η οποία παρατάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 10 της από 11.3.2020 Π.Ν.Π., που κυρώθηκε με τον ν. 4682/2020 (Α’ 76), παρατείνεται από τη λήξη της, έως τις 31.8.2020. Ειδικά για τις περιπτώ- σεις που υπάγονται στην παρ. 1 του άρθρου 102 του ν. 4495/2017 (Α’ 167), η προθεσμία παρατείνεται έως τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 102 του ν. 4495/2017. Η προθεσμία του δεύτε- ρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 222 του ν. 4555/2018 (Α’ 133) παρατείνεται από τη λήξη της έως 31.8.2020.
Άρθρο 376
Άρθρο 376 Πλήρης άσκηση αρμοδιοτήτων Τεχνικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δόμησης από τους ΟΤΑ α’ βαθμού
παρ. 1
1. Το άρθρο 97Α του ν. 3852/2010 (Α’ 87) αντικαθίστα- ται ως εξής: «Άρθρο 97Α Υπηρεσία Δόμησης (ΥΔΟΜ) 1. Από την 1η.11.2020, εκτός από τις υπηρεσιακές μο- νάδες που προβλέπονται στο άρθρο 97, σε κάθε δήμο λειτουργεί υποχρεωτικά Υπηρεσία Δόμησης (ΥΔΟΜ), σε επίπεδο Τμήματος. 2. Εφόσον ο Δήμαρχος διαπιστώνει αδυναμία λειτουρ- γίας της Υπηρεσίας Δόμησης, οι αρμοδιότητες της ΥΔΟΜ ασκούνται κατά την παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 4674/ 2020 (Α’ 53) ή το άρθρο 99 του ν. 3852/2010 (Α’ 87).
παρ. 2
2. Ως χρόνος έναρξης άσκησης από τους δήμους των αρμοδιοτήτων που μεταβιβάστηκαν σε αυτούς, στο πλαίσιο των οριζομένων στην περ. α’ της παρ. 1 του άρ- θρου 95 του ν. 3852/2010, για τις οποίες παρέχεται κατά τη δημοσίευση του παρόντος διοικητική υποστήριξη, ορίζεται η 1η.11.2020. Μέχρι τις 31.10.2020 συνεχίζουν να εφαρμόζονται και οι ρυθμίσεις των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 95 του ν. 3852/2010. Η παρ. 1 του άρθρου 1 της από 31.12.2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, όπως κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4147/2013 (Α’ 98), συνεχίζει να ισχύει.
παρ. 3
3. Εκκρεμείς δίκες κατά την 1η.11.2020, που αφορούν υποθέσεις στο πλαίσιο της παροχής διοικητικής υποστή- ριξης, συνεχίζονται αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπω- ση από τον δήμο στη χωρική αρμοδιότητα του οποίου αφορά η προσβληθείσα πράξη. Ανεκτέλεστες δικαστικές αποφάσεις κατά διοικητικών πράξεων που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της διοικητικής υποστήριξης από 1.1.2011 έως 31.8.2020, εκτελούνται από τον δήμο στα διοικητικά όρια του οποίου αφορά η προσβαλλόμενη πράξη.
παρ. 4
4. Εκκρεμείς υποθέσεις κατά την 1η.11.2020 στο πλαί- σιο παροχής διοικητικής υποστήριξης συνεχίζονται από τον κατά τόπο αρμόδιο δήμο. Για την παράδοση των φα- κέλων των υποθέσεων αυτών συντάσσεται πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής από τους ενδιαφερομένους δήμους με ρητή αναφορά του σταδίου εκκρεμότητας της σχετικής υπόθεσης. Αντίγραφο του πρωτοκόλλου υποβάλλεται στην οικεία Αποκεντρωμένη Διοίκηση έως 31.12.2020. Φάκελοι αρχειοθετημένων υποθέσεων, που καταρτίσθηκαν από τις υπηρεσίες που παρείχαν τη διοι- κητική υποστήριξη, παραμένουν στα αρχεία τους.
παρ. 5
5. α. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται το άρθρο 5 του ν. 4674/2020. β. Από την 1η.11.2020 καταργείται η παρ. 4 του άρθρου 205 του ν. 3852/2010.
Άρθρο 377
Άρθρο 377 Ρυθμίσεις θεμάτων του Οργανισμού Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛ.Γ.Α.) Η δωδεκάμηνη προθεσμία του άρθρου 20 του ν. 4305/2014 (Α’ 237) για τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τον Οργανισμό Ελληνικών Γεωργικών Ασφα- λίσεων (ΕΛ.Γ.Α.) κατ’ επίκληση της υπ’ αρ. ΔΙΠΑΑΔ/Φ. ΕΓΚΡ./101/11442/25.4.2019 εγκριτικής απόφασης της Επιτροπής της παρ. 1 του άρθρου 2 της υπ’ αρ. 33/2006 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (Α’ 280), παρατείνεταί από τη λήξη της και λήγει εξήντα (60) ημέρες από την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Άρθρο 378
Άρθρο 378 Κωλύματα εγγραφής - Περιορισμοί
παρ. 1
1. Οι παρ. 1, 2, 3, 5, 6, 7 και 8 του του άρθρου 3 του ν. 2725/1999 (Α’ 121) τροποποιούνται και το άρθρο αυτό διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 3 Κωλύματα εγγραφής - Περιορισμοί 1. Δεν μπορεί να είναι μέλος αθλητικού σωματείου ή μέλος των οργάνων διοίκησης σωματείου, ένωσης, ομοσπονδίας, επαγγελματικού συνδέσμου ή αθλητικής ανώνυμης εταιρείας ή ειδικός συνεργάτης αυτών, ούτε μπορεί να αναλάβει με οποιονδήποτε τρόπο ή απόφα- ση των ανωτέρω φορέων οποιαδήποτε αρμοδιότητα ή έργο, ιδίως σχετικά με την εκπροσώπηση, διοίκηση ή
παρ. 1 (συνέχεια 2/2)
Τ.Α.Α. ή Α.Α.Ε. που συμμετέχει σε αγώνες για τους οποίους διεξάγονται παιχνίδια στοιχημάτων προκαθορισμένης απόδοσης, όποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει μία ή περισσότερες από τις εξής ιδιότητες: (α) Είναι μέτοχος ή εταίρος, κατά τρόπο που του επι- τρέπει να ελέγχει: αα) την Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. ή εταιρεία που παρέχει παιχνίδια στοιχημάτων προκαθορισμένης από- δοσης σύμφωνα με τα άρθρα 45 έως 50 του ν. 4002/2011 (Α’ 180) ή ββ) εταιρεία συνδεδεμένη με τις εταιρείες της περίπτωσης αα’, κατά την έννοια του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 (Α’ 251) ή γγ) άλλη εταιρεία στην οποία οι εταιρείες της περίπτωσης αα’ έχουν αναθέσει, με σύμ-
παρ. 2
2. Η παρ. 8 του άρθρου 3 του ν. 2725/1999, όπως τρο- ποποιείται με την παρ. 1, τίθεται σε ισχύ τρεις (3) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος. Μέχρι την έναρξη ισχύος της διατηρείται σε ισχύ η παρ. 8 του άρθρου 3 του ν. 2725/1999, όπως έχει προστεθεί με το άρθρο 33 του ν. 4603/2019 (Α’ 48).
Άρθρο 379
Άρθρο 379 Κωλύματα – περιορισμοί συμμετοχής σε καταστατικό όργανο αθλητικής ένωσης Οι παρ. 2 και 3 του άρθρου 12 του ν. 2725/1999 τρο- ποποιούνται και το άρθρο 12 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 12 Κωλύματα – περιορισμοί συμμετοχής σε καταστατικό όργανο αθλητικής ένωσης 1. Οι διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος εφαρμόζο- νται αναλογικά στα πρόσωπα που συμμετέχουν στα προ- βλεπόμενα από το καταστατικό και τους κανονισμούς όργανα διοίκησης και επιτροπές των οικείων αθλητικών
Άρθρο 380
Άρθρο 380 Ρυθμίσεις θεμάτων Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών Στην παρ. 1 του πρώτου άρθρου της από 10.8.2018 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 149) που κυρώ- θηκε με το άρθρο 4 του ν. 4576/2018 (Α’ 196) προστίθεται περ. δ) ως εξής: «δ) Οι υπηρεσίες του Υπουργείου Υποδομών και Με- ταφορών είναι αρμόδιες, ανεξάρτητα της αρμοδιότητας άλλων φορέων, να προβαίνουν σε πράξεις κατεδάφισης, κατόπιν έκδοσης ατομικής διοικητικής πράξης κατ’ άρ- θρο 109 του ν. 4622/2019 (Α’ 133) του αρμόδιου Γενικού
Άρθρο 381
Άρθρο 381 Τροποποίηση του Οργανισμού Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών
παρ. 1
1. Η παρ. 3 του άρθρου 54 του π.δ. 123/2017 (Α’ 151) αντικαθίσταται ως ακολούθως: «3. Η ΕΥΔΕ Κατασκευής και Συντήρησης Συγκοινωνια- κών Υποδομών συγκροτείται από τα ακόλουθα τμήματα: α. Τμήμα Μελετών και Προγραμματισμού. β. Τμήμα Κατασκευών. γ. Τμήμα Κατασκευής Έργων (ΤΚΕ) Αθήνας (περιοχών Περιφερειών, Αττικής, Στερεάς Ελλάδος, Βορείου Αιγαίου και Νοτίου Αιγαίου).»
παρ. 2
2. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 54 του π.δ. 123/2017 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «6. Στις αρμοδιότητες του ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΕΡΓΩΝ (ΤΚΕ) Αθήνας (περιοχών Περιφερειών Αττικής, Στερεάς Ελλάδος, Βορείου Αιγαίου και Νοτίου Αιγαίου). περιλαμβάνονται: ».
παρ. 3
3. Οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 57 του π.δ. 123/2017 αντικαθίστανται ως ακολούθως: «1. Συστήνεται Ειδική Υπηρεσία Δημοσίων Έργων (ΕΥΔΕ) ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΗΠΕΙΡΟΥ και ΘΡΑΚΗΣ, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, η οποία αντιστοιχεί σε οργανική μο- νάδα επιπέδου Υποδιεύθυνσης. Η λειτουργία της ΕΥΔΕ διέπεται από τις διατάξεις του ν. 679/1977 (Α’ 245) και η διάρκειά της ορίζεται οκταετής από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η ΕΥΔΕ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΗΠΕΙΡΟΥ και ΘΡΑ- ΚΗΣ υπάγεται κατά κατηγορία έργου ή κατά αρμοδιότη- τα στην καθ’ ύλην αρμόδια Γενική Διεύθυνση. 2. Η ΕΥΔΕ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΗΠΕΙΡΟΥ και ΘΡΑΚΗΣ ασκεί
παρ. 4
4. Τα άρθρα 59, 60, 62 και 63 του π.δ. 123/2017 κα- ταργούνται.
παρ. 5
5. Στο άρθρο 91 προστίθενται παρ. 3, 4, 5 και 6 ως εξής: «3. Το προσωπικό που υπηρετεί στις καταργούμενες ΕΥΔΕ/ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, ΕΥΔΕ/ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΚΕΡΚΥ- ΡΑΣ και ΕΥΔΕ/ΕΒΡΟΥ κατά τη δημοσίευση του παρόντος μεταφέρεται στις ΕΥΔΕ που αναλαμβάνουν χωρικά την αρμοδιότητα που ασκούσαν οι καταργούμενες ΕΥΔΕ. 4. Το προσωπικό που υπηρετεί στην καταργούμενη ΕΥΔΕ/ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ κατά τη δημοσίευ- ση του παρόντος αποσπάται στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (Ο.Α.Κ. Α.Ε.) κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης, διατηρώντας το σύνολο των
Υπογραφές & σημείωμα Εθνικού Τυπογραφείου (2)
signature
Αθήνα, 29 Ιουνίου 2020 Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ Οι Υπουργοί Οικονομικών Ανάπτυξης και Επενδύσεων Εξωτερικών ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ - ΑΔΩΝΙΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ - ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΕΝΔΙΑΣ Προστασίας του Πολίτη Εθνικής Άμυνας Παιδείας και Θρησκευμάτων ΜΙΧΑΗΛ ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΗ ΚΕΡΑΜΕΩΣ Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Υγείας Περιβάλλοντος και Ενέργειας ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΡΟΥΤΣΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΙΚΙΛΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ Υφυπουργός
back matter
Το Εθνικό Τυπογραφείο αποτελεί δημόσια υπηρεσία υπαγόμενη στην Προεδρία της Κυβέρ- νησης και έχει την ευθύνη τόσο για τη σύνταξη, διαχείριση, εκτύπωση και κυκλοφορία των Φύλλων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ), όσο και για την κάλυψη των εκτυπωτικών - εκδοτικών αναγκών του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ν. 3469/2006/Α΄ 131 και π.δ. 29/2018/Α΄58). 1. ΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΦΕΚ) • Τα ΦΕΚ σε ηλεκτρονική μορφή διατίθενται δωρεάν στο www.et.gr, την επίσημη ιστο- σελίδα του Εθνικού Τυπογραφείου. Όσα ΦΕΚ δεν έχουν ψηφιοποιηθεί και καταχωριστεί στην ανωτέρω ιστοσελίδα, ψηφιοποιούνται και αποστέλλονται επίσης δωρεάν με την υποβολή αί- τησης, για την οποία αρκεί η συμπλήρωση των αναγκαίων στοιχείων σε ειδική φόρμα στον ιστότοπο www.et.gr. • Τα ΦΕΚ σε έντυπη μορφή διατίθενται σε μεμονωμένα φύλλα είτε απευθείας από το Τμή-
Τι τροποποιεί
Καταργεί · Αντικαθιστά ν. 4674/2020
Παραπέμπει σε ν. 4682/2020
Αντικαθιστά ν. 4685/2020
Παραπέμπει σε ν. 4603/2019
Παραπέμπει σε · Καταργεί ν. 4622/2019
Αντικαθιστά ν. 4623/2019
Παραπέμπει σε ν. 4647/2019
Προσθέτει ΠΝΠ 149/2018
Παραπέμπει σε ν. 4555/2018
Προσθέτει ν. 4576/2018
Αντικαθιστά π.δ. 99/2017
Καταργεί · Αντικαθιστά π.δ. 123/2017
Παραπέμπει σε ν. 4495/2017
Τροποποιεί ν. 4369/2016
Παραπέμπει σε ν. 4412/2016
Παραπέμπει σε ν. 4270/2014
Παραπέμπει σε ν. 4305/2014
Παραπέμπει σε ν. 4308/2014
Αντικαθιστά ν. 4129/2013
Παραπέμπει σε ν. 4147/2013
Προσθέτει · Παραπέμπει σε · Αντικαθιστά ν. 4194/2013
Παραπέμπει σε ΠΝΠ 31.12.2012/2012
Παραπέμπει σε ν. 3978/2011
Παραπέμπει σε ν. 3986/2011
Παραπέμπει σε ν. 4002/2011
Παραπέμπει σε · Καταργεί · Αντικαθιστά ν. 3852/2010
Παραπέμπει σε ν. 3859/2010
Παραπέμπει σε ν. 3772/2009
Παραπέμπει σε ν. 3659/2008
Παραπέμπει σε π.δ. 167/2007
Παραπέμπει σε π.δ. 168/2007
Παραπέμπει σε π.δ. 169/2007
Τροποποιεί ν. 3584/2007
Παραπέμπει σε ν. 3606/2007
Παραπέμπει σε ν. 3389/2005
Παραπέμπει σε ν. 3068/2002
Παραπέμπει σε ν. 3086/2002
Παραπέμπει σε ν. 2932/2001
Παραπέμπει σε ν. 2690/1999
Προσθέτει · Παραπέμπει σε ν. 2717/1999
Τροποποιεί ν. 2725/1999
Παραπέμπει σε π.δ. 136/1998
Παραπέμπει σε ν. 2628/1998
Παραπέμπει σε ν. 2642/1998
Αναστέλλει ν. 2304/1995
Αναστέλλει ν. 1756/1988
Προσθέτει π.δ. 503/1985
Παραπέμπει σε ν. 1203/1981
Παραπέμπει σε · Καταργεί π.δ. 1225/1981
Παραπέμπει σε π.δ. 774/1980
Παραπέμπει σε π.δ. 850/1980
Παραπέμπει σε π.δ. 715/1979
Παραπέμπει σε ν. 787/1978
Παραπέμπει σε ν. 831/1978
Παραπέμπει σε ν. 550/1977
Παραπέμπει σε ν. 679/1977
Παραπέμπει σε ν. 702/1977
Παραπέμπει σε ν. 357/1976
Παραπέμπει σε ν. 368/1976
Παραπέμπει σε 356/1974
Καταργεί 1141/1972
Παραπέμπει σε · Αντικαθιστά 1017/1971
Καταργεί 442/1970
Καταργεί 598/1965
Καταργεί ν. 4448/1964
Παραπέμπει σε ν. 3693/1957